Χριστιανός του 21oυ αιώνα

Βασίλειος Ι. Κρομμύδας   

Εισαγωγή

 
Οι σημερινές ιστορικές συνθήκες -διακίνηση ιδεών, αγαθών και πλούτου σε παγκόσμιο επίπεδο, έστω επιλεκτικά- θέτουν την ελλαδική ορθόδοξη εκκλησία, και συνακόλουθα τους πιστούς της, μπροστά σε μία νέα πραγματικότητα, για την οποία καλούνται να πάρουν θέση. Πριν προχωρήσουμε, θεωρούμε πως είναι αναγκαία μία διευκρίνηση: παίρνω θέση σημαίνει πως ούτε αγνοώ επιδεικτικά τη νέα κατάσταση αλλά ούτε και συσχηματίζομαι άκριτα μαζί της. Αυτές οι δύο αρνήσεις θα μας οδηγήσουν στην πληρέστερη κατανόηση όσων θα εκτεθούν παρακάτω.
 
Κάνοντας λόγο για τις εγχώριες κοινωνικές, πολιτισμικές και οικονομικές συνθήκες, ειδικά όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί μέσα από τη διακυβέρνηση των δύο μεγάλων κομμάτων, ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, τα τελευταία είκοσι χρόνια, παρατηρούμε πως ο σημερινός νεοέλληνας βιώνει μιαν, κατά κάποιον τρόπο, σχιζοφρενική πραγματικότητα.
Για να γίνουμε πιο σαφείς, ας αναφέρουμε ενδεικτικά τη μεταπρατική και χυδαία, εν πολλοίς, διάσταση των γηγενών πολιτικών ιδεολογιών, την έλλειψη οργανωτικού πλαισίου σε βασικούς θεσμούς της δημόσιας ζωής, όπως η παιδεία, την απουσία ενός στιβαρού και γνήσιού εκκλησιαστικού λόγου.
 
Η θεολογική μας αφασία έχει ως άμεσα αποτελέσματα την εκκοσμίκευση και θρησκειοποίηση τον γεγονότος της εκκλησίας, καθώς και την εγκατάλειψη του λαού του Θεού, ο οποίος αισθάνεται μοναξιά και ανεστιότητα, δεν έχει δηλαδή να ακουμπήσει πνευματικά κάπου, να στηριχθεί και να προχωρήσει μέσα στη ζωή.
 
Το ερώτημα που αβίαστα προκύπτει από τις προηγούμενες γραμμές είναι πώς θα πορευτεί ο σημερινός Έλληνας πιστός μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον; Αποτολμούμε μιαν απάντηση διαμέσου μίας διάζευξης: είτε, λοιπόν, θα αναγκαστεί να δίνει μαρτυρία της πίστης τον μέσα σε ένα κλειστό και αυστηρά οριοθετημένο σύνολο, όπως είναι η ενορία, είτε θα συστρατευθεί με κάποιον κομματικό μηχανισμό, συνήθως αριστερής απόκλισης, επιτελώντας το χριστιανικό τον χρέος με τον συνεχή αγώνα του για κοινωνική δικαιοσύνη και εξάλειψη των ταξικών αντιθέσεων.
 
Με λίγα λόγια, είτε μένει ο πιστός σε μιαν ατομοκεντρική θρησκευτικότητα, χωρίς να ενδιαφέρεται καθόλου για την ιστορία και την εξέλιξή της, είτε μεταλλάσσει κάπως το «πιστεύω» τον, παλεύοντας, συχνά ατελέσφορα, με το ποικιλώνυμο κοινωνικό κακό.
Ωστόσο μία πιο προσεκτική και νηφάλια ματιά θα μας οδηγήσει σε διαφορετική αντιμετώπιση τον προαναφερθέντος, τελικά, ψευδοδιλήμματος.
 
Θεολογικά προαπαιτούμενα μίας ορθόδοξης πολιτικής -και φυσικά μη εξαντλητικής- πρότασης

Ο σύγχρονος χριστιανός στην Ελλάδα, εφόσον αποτελεί συνειδητό μέλος της εκκλησιαστικής κοινότητας, προσπαθεί να έχει και ένα αντίστοιχο ήθος στην καθημερινή τον ζωή, εμπνευσμένο από την πίστη του. Ως δρων υποκείμενο μέσα στην ιστορία, δεν μπορεί να αγνοήσει το ζήτημα της πολιτικής. Ο τρόπος που είναι οργανωμένος ο δημόσιος βίος, τα ποικίλα κοινωνικά προβλήματα, η λειτουργικότητα διάφορων θεσμών, όπως είναι, επί παραδείγματι, η παιδεία, είναι θέματα παν δεν μπορούν να αφήσουν αδιάφορο έναν συνειδητοποιημένο πιστό.
 
Ωστόσο, συχνά η ριζοσπαστική στάση ενός προσώπου ή και κάποιων ομάδων, δεν συμβαδίζει με τη στάση της λεγόμενης «επίσημης εκκλησίας», δηλαδή τον διοικητικού της μηχανισμού. Η αλήθεια της για τον άνθρωπο και τον κόσμο διαστρεβλώνεται βάναυσα, από τη στιγμή που η ίδια «θα εγκολπωθή την τυπικά δυτική νοοτροπία της κοινωνικής χρησιμότητας -από τη στιγμή που θα αρνηθή να είναι ένα γεγονός ζωής, αλήθειας και υπαρκτικής γνησιότητας, ασυμβίβαστο με τις κοινωνικές συμβατικότητες, και θα μεταβληθή σε θεσμό κοινωνικής ωφελιμότητας και σε εξάρτημα τον κρατικού βίου».
 
Αυτή η κατάσταση, δυστυχώς, έχει επικρατήσει στην ελλαδική εκκλησία, από την περίοδο της μεταπολίτευσης και μετά, υπονομεύοντας την ίδια τη φύση της, η οποία ως σώμα Χριστού αρνείται να ταυτιστεί με καταστάσεις που αποπνέουν φθορά και θάνατο. Πέρα από αυτή την τραγική έκπτωση του εκκλησιαστικού γεγονότος, θεωρούμε πως είναι αναγκαίο να υπογραμμίσουμε -υποδηλώνοντας, κατά την ταπεινή μας γνώμη, το δέον απέναντι στο είναι- πως ο άνθρωπος που αγωνίζεται να ζει με γνησιότητα «είναι αυτός που αγαπάει και αυτός που αγαπάει είναι το Εγώ που αρνείται τον εαυτό τον, γίνεται το Εμείς της πράξης ως ιστορίας, γίνεται το Εσύ της πράξης ως έρωτα»1. Βρίσκεται μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι και πορεύεται προς τα έσχατα, γνωρίζοντας πως η τελική κρίση για τον παραλογισμό και το κακό που υπάρχουν μέσα στον κόσμο ανήκει στον Κύριο της Ιστορίας, σε Εκείνον που ανακεφαλαιώνει στον εαυτό τον τα πάντα, εκτός από την αμαρτία.
 
Το πρότυπο προσωπικής γνησιότητας και ακέραιης κοινωνικότητας είναι για τον χριστιανό του σήμερα, όπως και γι, αυτόν των επόμενων χρόνων έως τη συντέλεια των αιώνων, το πρόσωπο τον Χριστού. Ο Ιησούς, ζώντας μέσα σε συγκεκριμένο ιστορικό χρόνο και τόπο, υπερβαίνει με την Ανάστασή Του τη χωροχρονική αναγκαιότητα και «σπάζει την αλυσίδα που δένει τον άνθρωπο με τη φθορά κι επομένως με την αμαρτία, στην ατομική και κοινωνική της μορφή»2.
 
Βιώνοντας αυτό το γεγονός μέσα στον λειτουργικό χρόνο της εκκλησίας, μετατρέπεται από το εγωπαθές άτομο της ανορθόδοξης κοινωνικότητας στο φιλάνθρωπο πρόσωπο της ορθόδοξης εκκλησιαστικότητας. Στο εκκλησιαστικό σώμα αγωνιζόμαστε όλοι να γίνουμε πρόσωπα, δηλαδή υπάρξεις που στρέφονται «προς την όψη του άλλου»3. Αγαπώντας τον άλλον μέσα στον ναό, ο χριστιανός βγαίνει στον κόσμο κομίζοντας το μήνυμα μίας άλλης βιοτής, μίας ζωής που δεν γνωρίζει θάνατο. Συνακόλουθα, και η πολιτική σκέψη τον χριστιανού  επηρεάζεται άμεσα από την πίστη στον Χριστό και την εκκλησία του.
 
Η ριζοσπαστικότητα της πατερικής θεολογίας ως αφορμή για μία σύγχρονη, συνειδητοποιημένη ορθόδοξη σκέψη

Η ορθόδοξη θεολογία, εκφρασμένη μέσα από τα έργα των μεγάλων πατέρων της εκκλησίας, μας προτρέπει να αναθεωρήσουμε αρκετά στερεότυπα αναφορικά με τη χριστιανική μας ταυτότητα. Πιο συγκεκριμένα, για το μεγάλο πρόβλημα της κοινωνικής ανισότητας και της άδικης κατανομής των υλικών αγαθών «παρατηρούν ότι ο άνθρωπος δεν πρέπει να θεωρηθεί κύριος των αγαθών και να τα ιδιοποιηθεί. Είναι οικονόμος, διαχειριστής τον Θεού. Για την αποφυγή, εξάλλου, οποιασδήποτε σκόπιμης παρερμηνείας, που θα μπορούσε να δικαιολογήσει την ιδιοποίηση των αγαθών από τους κατέχοντες, ερμηνεύουν την έννοια του οικονόμου επακριβώς. Με την ερμηνεία καθορίζουν το σκοπό της διαχείρισης και το μέτρο της χρήσης από τους κατέχοντες». Ιδού λοιπόν ένα οικονομικό μοντέλο, όχι όμως με την ισχύ ενός άτεγκτου νόμου αλλά με τη χάρη μίας θεανθρώπινης και αποφατικής, όχι περιχαρακωμένης στα όριά της δηλαδή, πρότασης ορθόδοξου ήθους.
 
Επίσης, οι θέσεις των πατέρων «προσφέρουν τη βάση για μια ριζική αμφισβήτηση της ταξικής κοινωνίας. Όχι μόνο δεν την εκλαμβάνουν ως θέλημα Θεού, αλλά αντιθέτως τη θεωρούν ως μία από τις ολέθριες συνέπειες της πτώσης τον ανθρώπου, της εξόδου του δηλαδή από την αρχική παραδείσια αρμονία».
Επομένως, για τον χριστιανό, ειδικά στις σημερινές συνθήκες, η πίστη τον στο καλό μήνυμα για όλη την ανθρωπότητα -το ευαγγέλιο-συντονίζεται με την πεποίθησή τον στο όραμα μιας άλλης κοινωνίας, απελευθερωμένης από την υπαρξιακή αποτυχία του ανθρώπου, την αμαρτία.
 
Είναι δεδομένο για την ορθόδοξη χριστιανική ανθρωπολογία πως «ο κάθε άνθρωπος, ο οποιοσδήποτε άνθρωπος, είναι μια εικόνα τον Θεού. ,Αρα, δε σέβεται το Θεό αυτός πού δε σέβεται την εικόνα Του, είτε είναι σκουπιδιάρης ο άνθρωπος, είτε ζει σε τρώγλη, είτε πρόκειται για θύμα πορνείας ή αλκοολισμού, είτε είναι κομμουνιστής ή αντάρτης. Εκείνος πού δε σέβεται την εικόνα τον Θεού μέσα στην αξιοπρέπεια των παιδιών Του, όσο καλός χριστιανός και αν λέγεται, αυτός ο ίδιος είναι, και μόνο απ, αυτό το γεγονός, βλάσφημος»4.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η παγιωμένη άποψη της πατερικής θεολογικής σκέψης για την πολιτική εξουσία. Η τελευταία, έτσι όπως ορίστηκε από τον Θεό, «είναι η “έννομη επιστασία” και απαραίτητη, για να περιορίζει το κακό και να βοηθάει το καλό. Ο χριστιανός πρέπει να υπακούει στην εξουσία, εφόσον δεν είναι αντίθετη στο νόμο τον Θεού, αλλιώς αντιδρά μέχρι θανάτου»5.
 
Ώριμη, και κατασταλαγμένη από την εμπειρία, πολιτικο-θεολογική πρακτική, η οποία σήμερα μπορεί να βρει το αντίστοιχό της στα κινήματα κατά της ψευδώνυμης παγκοσμιοποίησης, της εξαθλίωσης τον τρίτου κόσμου ή των παράλογων πολεμικών συρράξεων που πραγματοποιούν ισχυρά κράτη, όπως οι ΗΠΑ, εναντίον αδύναμων χωρών, όπως το Ιράκ.
 
Επιλεγόμενα: Ισχύει τελικά το δίλημμα ενεργός πολίτης ή ανενεργός πιστός;

Στην αρχή τον σύντομου σημειώματός μας θέσαμε ένα δίλημμα σχετικά με την ταυτότητα του σύγχρονου ορθόδοξού χριστιανού να μείνει, δηλαδή, ανενεργός ως πιστός εντός της εκκλησιαστικής κοινότητας ή να διαχυθεί, ως πολίτης με κοινωνική ευαισθησία, μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι, κινδυνεύοντας με την πρακτική του να χάσει την ουσία της πίστης του;
 
Τελικά, όπως διαφαίνεται και από την παράθεση των προηγούμενων απόψεων, αυτού του είδους οι αμφιταλαντεύσεις είναι ψευδείς και εκ του πονηρού. Δεν αφορούν στη γνήσια εκκλησία του Χριστού, κλήρο και λαό σε έναν εκκοσμικευμένο και θεσμοποιημένο εκκλησιαστικό θεσμό, ο οποίος ταυτίζεται μόνο με τη διοίκηση, υποθάλποντας έτσι έναν ιδιότυπο κληρικαλισμό.
 
Ο άνθρωπος όμως που αγωνίζεται να ζει αυθεντικά, συμμετέχοντας, κατά το δυνατόν, στα μυστήρια και την όλη εκκλησιαστική ζωή, υπερβαίνει όλες τις νευρωτικές, δυαλιστικές σχηματοποιήσεις μεταξύ ιερού και βέβηλου, εκκλησίας και πολιτικής, εκκλησίας και κοινωνικής διακονίας, βιώνοντας τα έσχατα εδώ και τώρα, αφού μόνον η εσχατολογική θεώρηση των πραγμάτων «διασφαλίζει τη πληρότητα της χριστιανικής εμπειρίας (και το “νυν” και το “ούπω”)»6.
 
Δεν υπάρχει διαχωρισμός «υλικών» και «πνευματικών» αναγκών, αφού μέσα στην ευχαριστία προσφέρονται τα υλικά δώρα -ψωμί και κρασί- στον Θεό, για να αντιδωρηθούν στη συνέχεια μεταμορφωμένα σε σώμα και αίμα Χριστού.
 
Στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας «η εκκλησία βρίσκει την ολοκλήρωσή της ως ιστορικός και συνάμα ως θεανθρώπινος οργανισμός, ως σύνθεση του φθαρτού και του κοσμικού με το άφθαρτο και το αιώνιο, ως πληρότητα κοινωνική. Με την Ευχαριστία η εκκλησία γίνεται πάντοτε γεγονός ιστορικό, χαρισματική κοινότητα, που προσλαμβάνει αδιάκοπα ολόκληρο τον κόσμο, όλες τις κτιστές μορφές και λειτουργίες του κόσμου, για να τις μεταμορφώσει σε θεανθρώπινο σώμα του Χριστού, σε λειτουργία της καινής κτίσεως (…). Με την Ευχαριστία ακεραιώνονται ο άνθρωπος, η κοινωνία, ο κόσμος, και μεταμορφώνονται σε θεουργία».
 
Φυσικά, τίποτε από όλα όσα εκτέθηκαν προηγουμένως δεν θεωρείται αυτονόητο ή δεδομένο. Χρειάζεται επίμονος και διαρκής αγώνας, ώστε ο πιστός να παρεμβαίνει πολιτικά μέσα στην κοινωνία διαμέσου του προσωποκεντρικού εκκλησιαστικού του ήθους. Ας μη λησμονούμε ακόμη πως «ο χριστιανός ζει μέσα σε μία διαλεκτική ένταση, μια “αντινομία”: την αναμονή της μελλούσης να πραγματοποιηθεί βασιλείας, τα έσχατα και την πραγμάτωση αυτής της βασιλείας στο ιστορικό “εδώ και τώρα”»7.
 
Επίσης, γνωρίζει πως μέσα στην πολιτική του δράση περιλαμβάνεται η διάσταση της διακονίας. Η λέξη αυτή δεν σημαίνει, στην εκκλησιαστική γλώσσα, μόνον την προσφορά υπηρεσιών σε αναξιοπαθούντες συνανθρώπους μας. ούτε βέβαια εξαντλείται στη γνωστή σε όλους μας φιλανθρωπία ή στην ιδρυματική προστασία. Είναι κάτι παραπάνω από όλα αυτά, που έχει να κάνει με την ίδια τη φύση της εκκλησίας: το εκκλησιαστικό σώμα, είτε συνολικά είτε το κάθε μέλος ξεχωριστά, οφείλει να ασκηθεί στη διακονία που έχει μια μακροπρόθεσμη προοπτική.
 
Δηλαδή, με άλλα λόγια, είναι αναγκαίο «να μαρτυρεί και να διαγγέλλει το μέγα έλεος του Θεού σε μιαν ανελεήμονα κοινωνία της φιλαυτίας, των ανταγωνισμών και του πολέμου πάντων εναντίον πάντων και για τα πάντα, να προάγει διανθρώπινη αναστροφή ανοχής και αλληλεγγύης και να φωτίζει τα σκοτάδια της ανθρώπινης διάνοιας και της κοινωνικής συμβίωσης (δίκαιο, οικονομία, εργασία κ.λπ.) με μια ακτίνα χριστιανικής αγάπης και ελπίδας. Όχι βέβαια για να μετατρέψει τη γη σε παράδεισο, αλλά για να παρεμποδίσει τη μετάπτωσή της σε κόλαση για τον άνθρωπο».
 
Τελικά, η προβληματική γύρω από την ενεργή συμμετοχή, ή όχι, του χριστιανού στα πολιτικά δρώμενα του τόπου του καθίσταται άνευρη και χωρίς ουσία. Ο χριστιανός παν αγωνίζεται και βιώνει καθημερινά το σταυροαναστάσιμο ήθος της ορθοδοξίας, ήδη κάνει μιαν πολιτική πράξη: τοποθετεί τον εαυτό του, όπως άλλωστε έπραξε και ο Χριστός, με τα θύματα και όχι τους θύτες της ιστορίας, χωρίς να ταυτίζει την υπόστασή του με καμιάν κομματική παράταξη οιουδήποτε πολιτικού φάσματος.

Υποσημειώσεις-βιβλιογραφικές αναφορές 

1. Μοσκώφ, Κωστής. Η Πτώση είναι η Ανάσταση. Στοχασμοί ενός ορθόδοξου κομμουνιστή πάνω στη χριστιανική Ορθοδοξία, Αντί, τ. 239, Αύγουστος 1983, σ.20.
2. Σάββας Αγουρίδης. Η μαρξιστική ανθρωπολογία από χριστιανική σκοπιά, Σύνορα, τ. 31, φθινόπωρο 1964, σ.140.
3. Ν.Τ. Κόντρα στην αφομοίωση, Ορθόδοξη Παρέμβαση, Βύρωνας, τ.9, Δεκέμβριος 1986, σ.4.
4. Φραγκόζο, Αντόνιο. Ευαγγέλιο και Κοινωνική Επανάσταση, Μήνυμα, Αθήνα 1976, σ. 11.
5. Νικόλαος Θ. Μπουγάτσος, Η πολιτική ζωή και σκέψη των Ελλήνων Πατέρων, Μήνυμα, Αθήνα 1986, σ. 69.
6. Βασίλης Αδραχτάς. Χριστιανισμός και πολιτική. Αριστερή Θεολογία -η άλλη όψη της Ορθοδοξίας (αφιέρωμα, Ελευθεροτυπία), Σάββατο 15 Ιουλίου 2000, σ. 12.
7. Δημήτρης Μόσχος. Κοινωνικοπολιτικές διαστάσεις και προοπτικές παρέμβασης -Δύο κείμενα προβληματισμού – Για την πολιτική παρέμβαση των χριστιανών, Χριστιανοσοσιαλιστές, Βύρωνας 1989, σ. 27.

πηγή: Αναδημοσίευση από το περιοδικό «Manifesto» πολιτική – πολιτισμός, τχ 15-16

Πηγή: http://www.antifono.gr/portal/Κατηγορίες/Θεολογία-Θρησκειολογία/Άρθρα/2992-Χριστιανός-του-21oυ-αιώνα.html

Θανάσης Παπαθανασίου – 06/04/2012

Bρίσκεται ο Θεός στα γονίδιά μας; Μπορεί να δημιουργηθεί πλούτος δίχως απληστία, δίχως αδικία; Πώς αντιλαμβάνεσθε το δίστιχο «κράτα τον νου σου στον ´Αδη και μην απελπίζεσαι»; Σε αυτά και άλλα ερωτήματα απαντά ο καθηγητής Θεολογίας κ. Θανάσης Παπαθανασίου ΣΤΑ ΑΚΡΑ με τη Βίκυ Φλέσσα. 

http://www.ert.gr/webtv/index.php/component/k2/item/3195-thanasis-papathanasiou-06-04-2012.html

Από τη σύλληψη μέχρι τη γέννηση

Όταν το Ευαγγέλιο βρισκόταν κοντά στο άροτρο

Η  Δύση  είχε το Μεσαίωνα και η Ανατολή το Βυζάντιο. Από τότε έπαυσε να υπάρχει οποιαδήποτε σχέση ανάμεσα στους πλούσιους και το έθνος, ανάμεσα στο Βυζάντιο και την Ελλάδα. Αντίθετα, οι δυο αυτοί πόλοι συγκρότησαν δυο εχθρικά στρατόπεδα, των τυράννων και των τυραννημένων, ως σήμερα. Η πάλη αυτή παρατηρείται παντού.
 
Ο λαός δεν κράτησε κανένα στίγμα απ’ αυτή την εποχή και όταν θα ξαναγίνει κύριος του εαυτού του σύντομα κάθε ίχνος της θα εξαφανιστεί. Όλη η διαφθορά και η τυραννία, σε όλες τις μορφές τους, συγκεντρώθηκαν μέσα στην κυβέρνηση. Δεν βρήκαν θέση αλλού: η κοινωνία ήταν λίγο-πολύ ίση και η ριζική ισότητα παρέμεινε κληρονομιά του λαού. Ο κλήρος, όπως θα δούμε παρακάτω, υπήρξε ανέκαθεν και θα στέκεται πάντα με το μέρος του λαού. Έτσι, καθώς ο λαός είχε χάσει την πρωτοβουλία, την κυβέρνηση ανέβαλαν οι διεφθαρμένοι: τούτο εξηγεί γιατί ο ελληνικός λαός μισεί οτιδήποτε προέρχεται από την κυβέρνηση.
 
Εμείς οι Έλληνες δεν έχουμε ανάγκη να διδάξουμε στο λαό ότι η αποκέντρωση και η ανεξαρτησία των δήμων πρέπει να αποτελέσουν το θεμέλιο της λαϊκής οργάνωσης και ότι ο συγκεντρωτισμός συνιστά την αιτία του θανάτου της. Ο λαός μας το έμαθε από την ίδια του την ιστορία και τα πνεύματα έχουν πεισθεί γι’ αυτές τις αλήθειες.
 
Αυτό που στη Δύση ονομάζεται republique, ο ελληνικός λαός το αποκαλεί σύνταγμα. Στο πεδίο αυτού του συντάγματος είμαστε το ίδιο προχωρημένοι όσοι και η Ελβετία, η Αμερική ή η Γαλλία. Η καθολική ψηφοφορία, π.χ., έχει κατοχυρωθεί από καιρό στην Ελλάδα.
 
Πιστεύουμε ότι είναι περιττό να υπενθυμίσουμε εδώ ότι η καθολική ψηφοφορία δεν έφερε τα αναμενόμενα αποτελέσματα, παρά τα αντίθετα: η διαφθορά νομιμοποιήθηκε (μολονότι δεν έχουμε στη χώρα μας αριστοκράτες και παρά το γεγονός ότι ο κλήρος είναι μαζί μας), επειδή οι εκλογές πραγματοποιούνται κάτω από την πίεση της ξιφολόγχης και των πολλών κυβερνητικών τεχνασμάτων.
 
Ο λαός δεν συμπαθεί το σύνταγμα μόνον οι αστοί (bourgeois) αυτοαποκαλούνται «συνταγματικοί», όπως στη Δύση αυτοονομάζονται «ρεπουμπλικάνοι» (republicains). Συνεπώς ο ελληνικός λαός, από πολιτική άποψη, κατανοεί τις νέες ιδέες.
 
Αυτό που στη Δύση ονομάζεται κομμουνισμός (communisme) ή σοσιαλισμός (socialisme), ο ελληνικός λαός το εκφράζει  με τον όρο δημοκρατία (democratie), κυριαρχία του λαού. Το ίδιο πράγμα λέει ο Θουκυδίδης στο λόγο που βάζει στο στόμα του Αθηναγόρα από τις Συρακούσες  ο νεοέλληνας , μιλά με τον ίδιο ακριβώς τρόπο.
Δυο στοιχεία εμψύχωσαν παλαιότερα την αντίσταση εναντίον της τουρκικής αντίδρασης : οι κλέφτες (οι πιο ανδρείοι από το λαό που ζούσαν οπλισμένοι στα βουνά) και το κατώτερο μέρος του κλήρου. Οι υπέρμαχοι αυτοί του ελληνισμού αξίζουν μιαν ιδιαίτερη προσοχή, γιατί η φυσιογνωμία τους είναι μοναδική μέσα στην ιστορία. Από τη στιγμή που οι κλέφτες πέτυχαν το σκοπό τους – την εθνική ανεξαρτησία μέσω της επαναστάσεως εναντίον των Τούρκων (από το 1821 ως το 1830) – εξαφανίστηκαν από το προσκήνιο, αφού εξέλιπε πια ο λόγος της παρουσίας τους.
 
Ο κατώτερος κλήρος δεν είναι, όπως συμβαίνει αλλού, ξένος προς την κοινωνία και δεν συγκροτεί μιαν ιδιαίτερη τάξη: κατάγεται από τα ίδια τα σπλάχνα του λαού, περνάει την ίδια ζωή και παραμένει πιστός σ’ αυτόν. Καθώς ο κληρικός νυμφεύεται, γνωρίζει και δοκιμάζει όλες τις ανάγκες της οικογένειας  το Ευαγγέλιο βρίσκεται κοντά στο άροτρο και μόνον όταν εργασθεί ολόκληρη τη μέρα ο παπάς πάει στην εκκλησία. Είναι μόνον ένας απλός χωρικός, απαίδευτος όπως εκείνοι με τους οποίους συμβιώνει, αλλά αγνός, τίμιος και έτοιμος να θυσιασθεί για το λαό στον οποίο ανήκει. Γι’ αυτό και σε όλες τις επαναστάσεις μας ο κατώτερος κλήρος ανελάμβανε την πρωτοβουλία: πάντα πρώτος άφηνε το Ευαγγέλιο και τραβούσε το σπαθί.
 
 Στα δημοτικά τραγούδια, που εξυμνούν την επανάσταση και τα κατορθώματα των κλεφτών, ο παπάς και η παπαδιά, η κόρη τους και οι αγάπες της παίζουν τον πρώτο ρόλο. Ο κλήρος στην Ελλάδα όχι μόνο δεν έχει κανένα προνόμιο, αλλά στερείται κιόλας όλα τα πολιτικά δικαιώματα και δεν μπορεί να καταλάβει καμιά θέση στην κυβέρνηση` και αν τύχει και ενδιαφερθεί για τα κοινά, το γεγονός τιμωρείται βαριά ως έγκλημα. Από μιαν ορισμένη άποψη η κατάσταση αυτή θεωρείται άδικη, συνάμα όμως τους αποτρέπει από πολλά κακά. Δηλαδή ο κλήρος δεν μπόρεσε να συμμαχήσει με τους καταπιεστές` αντίθετα, παραμένει εχθρός τους. Η γνώμη του παπά για τα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα δεν υπολογίζεται περισσότερο από τη γνώμη ενός χωρικού.
 
Στη δυτική Ευρώπη ο επονομαζόμενος «χωρισμός της εκκλησίας από το κράτος» θα θεωρούνταν επιτυχία, ενώ στην Ελλάδα η ίδια η ύπαρξη ενός τέτοιου ζητήματος θα φαινόταν γελοία. Επομένως ο κλήρος δεν έχει σ’ εμάς καμιά ομοιότητα με τον κλήρο στη Δύση και θα ήταν παραφροσύνη να θέλουμε να του επιτεθούμε. Ο λαός θα σας έβλεπε σαν εχθρό και θα προτιμούσε να μην συμμερισθεί το εγχείρημά σας  γιατί στο πρόσωπο του παπά βρήκε πάντα έναν σύντροφο. Άρα πρέπει να περιμένουμε βοήθεια από τον κατώτερο κλήρο και να τον αντιμετωπίζουμε ως σύμμαχο.
 
Η ανώτερη ιεραρχία είναι στην πλειοψηφία της διεφθαρμένη, βυζαντινή περισσότερο παρά ελληνική. Οι καταχρήσεις τους  έχουν ήδη αποκαλυφθεί δημοσίως και έχει πέσει στην εκτίμηση του λαού. Γι’ αυτό λοιπόν το λόγο και εφόσον είναι εξαιρετικά ολιγάριθμη, δεν αξίζει να της δοθεί σημασία, μια και δεν μπορεί να κάνει τίποτε εναντίον μας.
 
Ο λαός εννοεί πολύ καλά το οικονομικό ζήτημα και ξέρει με ποιόν τρόπο να το συλλάβει. «Τι κατακτήσαμε, λέει, αφότου κερδίσαμε την εθνική ανεξαρτησία; Όλοι μας πολεμήσαμε και κάψαμε τα καλύβια μας κατά την επανάσταση του  ‘21 για να ελευθερωθούμε  ποιοί επωφελήθηκαν όμως; Οι πλούσιοι. Ο λαός που ήταν φτωχός και δούλοι, δεν είδε καμιά διαφορά στη μοίρα του».
 
Σήμερα, ο χωρικός όπως και ο εργάτης καταλαβαίνουν πολύ καλά ότι δουλεύουν πάντα για τους πλούσιους και ότι πρόκειται να παραμείνουν αιώνια φτωχοί, λόγω του μονοπωλίου του κεφαλαίου. Όταν συζητά κανείς μ’ έναν άνθρωπο του λαού για την τωρινή του κατάσταση, για επανάσταση, για κοινωνικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις, θαυμάζει την οξύνοια και την ετοιμότητα του συνομιλητή του και θαρρεί πως βρίσκεται μπροστά σε επαναστάτη που εργάζεται από καιρό γι’ αυτό το σκοπό. Αν τη ζητήσετε την άποψή του, θα σας αποκριθεί: « Ό, τι λέτε είναι σωστό σήμερα όμως λείπουν οι άνθρωποι που μπορούν να πραγματοποιήσουν τις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις  μόνος μου δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Άλλος τρόπος δεν υπάρχει για να ξεσηκώσουμε ολόκληρο το λαό σε μια κοινωνική επανάσταση».
 
Αν του μιλήσετε για συνταγματικές μεταρρυθμίσεις, θα υποθέσει αμέσως κάποια υστεροβουλία εκ μέρους σας, κάποια σκοπιμότητα, γιατί όλοι οι δήθεν φιλελεύθεροι τον εξαπάτησαν πάντοτε, και θα σας απαντήσει ως εξής : «Δεν πιστεύουμε  τα λόγια σας περισσότερο από εκείνα των άλλων, γιατί μας έχουν πάντα ξεγελάσει και τα μάθαμε πια όλα αυτά. Έχετε τίποτε άλλο να μου πείτε; Μήπως μπορείτε να μου βρείτε δουλειά;»
 
 
Παναγιώτης Νούτσος, «η σοσιαλιστική σκέψη στην Ελλάδα από το 1875 ως το 1974, τ. Α΄(1875-1907)», για τον πρώιμο κοινωνικό ριζοσπαστισμό της Δυτικής Πελοποννήσου, «Δημοκρατικός Σύνδεσμος του Λαού» Πατρών, εκδ Γνώση 1990, σελ 152 – 155.
 

Τα καράβια μου καίω

Τα καράβια μου καίω
τα καράβια μου καίω – τα καίω
δε θα πάω πουθενά.

Μπρος στα πόδια σου κλαίω
μη μ΄αφήσεις σου λέω – σου λέω
να σ΄αφήσω ξανά.

Κι ας μη μου ΄χεις χαρίσει ποτέ
ένα χάδι ως τώρα
πάντα εδώ θα γυρνώ.

Από πείσμα και τρέλα θα ζω
σε τούτη τη χώρα
ώσπου να ΄βρω νερό
γιατί ανήκω εδώ.

Τα παιδιά στην κερκίδα
είναι η μόνη σου ελπίδα – ελπίδα
πρωινός ουρανός

Σταυρωμένη πατρίδα
μες στα μάτια σου είδα -αχ είδα
της ανάστασης φως.

Κι ας μη μου ΄χεις χαρίσει ποτέ
ένα χάδι ως τώρα
πάντα εδώ θα γυρνώ.

Από πείσμα και τρέλα θα ζω
σε τούτη τη χώρα
ώσπου να ΄βρω νερό
γιατί ανήκω εδώ.

Όποιος σε δει
για μια στιγμή
δίχως του πένθους
το μαύρο μανδύα.
Θα ΄σαι εσύ
θεά γυμνή
η αμαρτία του
κι η τιμωρία.
Σαν οπτασία
για μια ζωή.

Κι ας μη μου ΄χεις χαρίσει ποτέ
ένα χάδι ως τώρα
πάντα εδώ θα γυρνώ.

Από πείσμα και τρέλα θα ζω
στην έρημη χώρα
ώσπου να ΄βρω νερό
γιατί ανήκω εδώ.

Νίκος Πορτοκάλογλου

Περιμένοντας τους Bαρβάρους

— Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;

        Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.

— Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
  Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;

        Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
        Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
        Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.

—Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
 και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
 στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;

        Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
        Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
        τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
        για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
        τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.

— Γιατί οι δυο μας ύπατοι κ’ οι πραίτορες εβγήκαν
 σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·
 γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
 και δαχτυλίδια με λαμπρά, γυαλιστερά σμαράγδια·
 γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
 μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλιγμένα;

        Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
        και τέτοια πράγματα θαμπώνουν τους βαρβάρους.

—Γιατί κ’ οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
 να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;

        Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
        κι αυτοί βαρυούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες.

— Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
 κ’ η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που εγίναν).
 Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ η πλατέες,
 κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;

        Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
        Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα,
        και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.

 Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
 Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις. 

 K.Π. Kαβάφης

Χριστούγεννα των ρήξεων και της απελευθέρωσης

Θανάσης Ν. Παπαθανασίου

Πώς, άραγε, ο ίδιος ο Χριστός προσδιόρισε τη σάρκωσή του και την είσοδό του στην ανθρώπινη ιστορία; Το ευαγγέλιο του Λουκά μας πληροφορεί ότι ο Ιησούς ξεκίνησε τη δημόσια δράση του αναγγέλοντάς την ως αποστολή απελευθερωτική. Βρισκόταν στη συναγωγή της Ναζαρέτ και, όπως συνήθιζαν οι συναγμένοι Ιουδαίοι, διάβασε φωναχτά ένα απόσπασμα της Γραφής. Επρόκειτο για κείμενο του προφήτη Ησαΐα, το οποίο ο Λουκάς παραθέτει ως εξής:

Το Πνεύμα του Κυρίου με κατέχει, γιατί ο Κύριος με έχρισε και μ’ έστειλε ν’ αναγγείλω το χαρμόσυνο μήνυμα στους φτωχούς, να θεραπεύσω τους τσακισμένους ψυχικά· στους αιχμαλώτους να κηρύξω λευτεριά και στους τυφλούς ότι θα βρουν το φως τους· να φέρω λευτεριά στους τσακισμένους, να αναγγείλω του καιρού τον ερχομό που ο Κύριος θα φέρει τη σωτηρία στο λαό του.” [1]

Ευθύς μόλις ανέγνωσε το χωρίο, ο Ιησούς το συνέδεσε απερίφραστα με τον εαυτό του: “Σήμερα“, τους είπε, “βρίσκει την εκπλήρωσή της η προφητεία που μόλις ακούσατε“.

Καθαυτή η επιλογή του κειμένου είχε πολύ σημαντικά συμφραζόμενα. Μιλώντας για την ανατολή μιας εποχής απελευθέρωσης, παρέπεμπε σε έναν πολύτιμο και ριζοσπαστικό ιουδαϊκό θεσμό, το Ιωβηλαίο έτος. Κατ’ εντολή του Θεού, κάθε πενήντα χρὀνια η υποθηκευμένη για χρέη περιουσία επιστρεφόταν στους ιδιοκτήτες της και ελευθερώνονταν οι δούλοι (Λευιτ. 25: 8-34). Επρόκειτο, δηλαδή, για μια ασφαλιστική δικλείδα κατά της συσσώρευσης πλούτου, κατά της τοκογλυφικής οικονομίας, κατά της απανθρωπιάς, κατά της κοινωνικής αδικίας. Έτσι, ο Χριστός δηλώνει ότι αυτό που εγκαινιάζει είναι μια στάση ζωής προεχόντως αλληλεγγύης. Η σύνταξη με το μέρος των οδυνομένων γίνεται σημάδι ότι η Βασιλεία, ο νέος κόσμος του Θεού ξεμύτισε.

Στο σημείο αυτό, ωστόσο, υπάρχει άλλο ένα ζήτημα, εξαιρετικής σπουδαιότητας. Το κείμενο που παραθέτει ο Λουκάς, δεν είναι στην πραγματικότητα ατόφιο απόσπασμα του Ησαΐα, αλλά μια σύνθεση! Ολόκληρο είναι ειλημμένο από το το 61ο κεφάλαιο του προφητικού βιβλίου (στ. 1-2), πλην της φράσης “να φέρω λευτεριά στους τσακισμένους“. Αυτήν ο Λουκάς την πρόσθεσε στο απόσπασμα, προφανώς εμπνεόμενος από άλλο σημείο του Ησαΐα (τρία κεφάλαια παραπάνω), όπου διευκρινίζεται ποια είναι η αυθεντική νηστεία, η οποία και ευχαριστεί τον Θεό [2]. Η αυθεντική νηστεία, λέει εκεί ο Ησαΐας, δεν έγκειται στην τήρηση εξωτερικών λατρευτικών τύπων: “Μ’ αυτό τον τρόπο που προσεύχεστε, δεν πρόκειται να εισακουστεί η προσευχή σας. Η νηστεία, όπως εγώ τη θέλω [λέει ο Θεός δια γραφίδος Ησαΐα], δεν είναι να κακουχείστε για μια μέρα, και το κεφάλι κάτω να το σκύβετε, καθώς το βούρλο, με ρούχα πένθιμα να κάθεστε στη στάχτη“. Αντιθέτως, η αυθεντική νηστεία έγκειται σε δράση απελευθερωτική: “Να σπάτε των αδικημένων τα δεσμά, να λύνετε τα φορτία που τους βαραίνουν, τους καταπιεσμένους ν’ απελευθερώνετε και να συντρίβετε κάθε ζυγό” (58: 5-6). Με τη σύνθεση, λοιπόν, που πραγματοποίησε ο Λουκάς, υπογραμμίζεται ακόμη εντονότερα το απελευθερωτικό πρόταγμα.

Ο ιωβηλαίος θεσμός αφορούσε την πράξη. Όχι κάποιον ανιστορικό εσωτερισμό. Και η σάρκωση δεν αποτελεί χημεία (δηλαδή απλώς την ανάκραση δυο υλικών – της θείας και της ανθρώπινης ουσίας), αλλά το αντάμωμα του ζείδωρου Θεού με την ανθρώπινη πληρότητα, άρα και με την ευθύνη, και με την πράξη, και με τις σχέσεις. Η διακήρυξη του Χριστού (διακήρυξη που αντανακλάται σε πλήθος σημεία του ευαγγελίου του, όπως η συγκλονιστική αντίθεσή του προς τον Μαμωνά και τη μετατροπή του ναού σε χρηματιστήριο) προσκαλεί τους Χριστιανούς σε πράξη που αλλάζει τον κόσμο, που απελευθερώνει, που έρχεται σε ρήξη με τις δυνάμεις οι οποίες λεηλατούν την ανθρώπινη ζωή και αξιοπρέπεια. Από τη δεκαετία του 1970, η διακήρυξη αυτή έγινε αφετηριακό σημείο της θεολογίας της απελευθέρωσης [3], η οποία όρισε ως ευαγγελικό καθήκον και ως αποστολή της Εκκλησίας την καταπολέμηση των κοινωνικών δομών που παράγουν αδικία και εξαθλίωση. Ωστόσο, η οπτική αυτή έχει τα ριζώματα της στην ίδια την εκκλησιαστική παράδοση – άσχετα αν οι ίδιοι οι εκκλησιαστικοί άνθρωποι συχνά την θέτουν σε καταστολή ή αγανακτούν μόνον όταν θιγεί η ατομική τους ευμάρεια, κι όχι επειδή η πλουτοκρατία είναι ακραιφνής ειδωλολατρία και σε καλούς και σε κακούς καιρούς! Ήδη τον 14ον αιώνα ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς επικαλέστηκε ακριβώς το περί νηστείας και συντριβής των ζυγών χωρίο του Ησαΐα, για να συνηγορήσει υπέρ της πράξης εκείνης, η οποία ταυτόχρονα αποτελεί κορυφαία πνευματική στάση. Και κατέληγε:

Οι άρπαγες και οι άδικοι δεν θα αναστηθούν για να έρθουν πρόσωπο με πρόσωπο με τον Χριστό και να κριθούν, αλλά ευθύς για να καταδικαστούν [...], διότι και στην εδώ ζωή ποτέ δεν είχαν έρθει πραγματικά πρόσωπο με πρόσωπο με τον Χριστό [...]. Οι τεράστιες περιουσίες είναι στην πραγματικότητα κοινές, αφού προέρχονται από τα κοινά ταμεία της φύσης που έφτιαξε ο Θεός [...]. Κανείς δεν θα μπορέσει να αποφύγει την ποινή, αν δεν δεχτεί στη ζωή του τους φτωχούς”[4]

Μήπως η χριστιανική συμμετοχή σε ένα παγκόσμιο κίνημα διαγραφής των καταχρηστικών και τοκογλυφικών χρεών δεν είναι τίποτα παραπάνω από απαίτηση του ίδιου του μυστηρίου της πίστης; Αποστολή των Χριστιανών (αν αυτοί αντέχουν το βάρος της ταυτότητάς τους) είναι να μαρτυρήσουν με λόγο και πράξη στον δημόσιο χώρο αυτό που ο σαρκωμένος Θεός τους το πρωτοανήγγειλε σε μια συναγωγή. Ο ίδιος τους ζήτησε ακροτελευτίως να γίνουν μάρτυρές του “ως τα πέρατα της γης” (Πράξ. 1:8).

Σημειώσεις

1 Λουκ. 4: 18-19. Οι μεταφράσεις είναι από τις εκδόσεις Η Καινή Διαθήκη. Το πρωτότυπο κείμενο με μετάφραση στη δημοτική, και Η Παλαιά Διαθήκη. Μετάφραση από τα πρωτότυπα κείμενα, εκδ. Ελληνικής Βιβλικής Εταιρίας, Αθήνα 1989 και 1997 αντίστοιχα.

2 Βλ. Jacques Matthey, “Luke 4: 16-30. The Spirit’s mission manifesto: Jesus’ hereneutics and Luke’s editorial”, στο: Internalional Review of Miasion 352 (2000), σσ. 3-11.

3 Λ.χ. Gustavo Gutierrez, The God of Life, εκδ. Orbis Books, Maryknoll, New York 1991, σσ. 6-9.

4 Γρηγόριος Παλαμάς, PG 151, 161C-165B. Βλ. Θανάσης Ν. Παπαθανασίου, Κοινωνική δικαιοσύνη και Ορθόδοξη θεολογία, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 32006, σσ. 42-46.

Πηγή: Aντίφωνο, πρωτοδημοσιεύθηκε στη “Χριστιανική”, 22 Δεκεμβρίου 2011

Η νέα Παιδεία είναι e-Παιδεία;

Συμπεράσματα από την Online Educa 2011, τη μεγαλύτερη διοργάνωση για την εκπαιδευτική τεχνολογία
Η νέα Παιδεία είναι e-Παιδεία;
Τα Νέα Μέσα δίνουν πιο άμεσα στους νέους τη δυνατότητα να ανατρέψουν τον κόσμο – αλλά ποιος και πώς θα τους πει να χτίσουν καλύτερο;
 
ΒΕΡΟΛΙΝΟ. Στις 26 Οκτωβρίου 2011, ένας επώνυμος του κόσμου τούτου δήλωσε στην εφημερίδα «The Australian» ότι «τα πανεπιστήμια είναι επαπειλούμενο είδος. Ο παραδοσιακός τους ρόλος ως δημιουργών, εποπτών και διανομέων γνώσης απειλείται άμεσα από το Διαδίκτυο. Τα πανεπιστήμια θα πρέπει να προσαρμοστούν, ειδάλλως θα τα αφανίσει η τηλεμάθηση (e-learning)».  Ο ίδιος άνθρωπος όμως είχε δηλώσει το 2007 ότι «στη 13χρονη κόρη μου δεν επιτρέπω να περνά πάνω από 45 λεπτά μπροστά στον υπολογιστή τις καθημερινές και ως μία ώρα τα Σαββατοκύριακα». Κι ο άνθρωπος αυτός είναι ο κατ’ εξοχήν «υπαίτιος» της εξάπλωσης των υπολογιστών, που οδήγησε στην τωρινή διαδικτύωση των πάντων: ο Μπιλ Γκέιτς, ιδρυτής της Microsoft. Τι τον έκανε να καταλήξει σε αυτό το δραματικό συμπέρασμα, μέσα σε τέσσερα χρόνια;

Προκειμένου να ανιχνεύσουμε τις απαντήσεις βρεθήκαμε στο Βερολίνο, μεταξύ 29 Νοεμβρίου και 2 Δεκεμβρίου, στο διεθνές συνέδριο και έκθεση Online Educa 2011 (βλ. www.online-educa.com). Είναι η μεγαλύτερη διεθνώς ετήσια διοργάνωση για την εκπαιδευτική τεχνολογία, που καλύπτει τόσο τους τομείς της Παιδείας όσο και εκείνους της κατάρτισης στους δημόσιους φορείς και στον επιχειρηματικό κόσμο. Ενδεικτικά του μεγέθους της στοιχεία είναι ότι, εφέτος, 2.000 σύνεδροι από 100 χώρες του πλανήτη παρακολούθησαν τους 360 ομιλητές της!

Η αραβική πρόταση

Θεωρητικά, με τον όρο e-learning εννοούμε «όλες τις ηλεκτρονικά υποστηριζόμενες μορφές διδασκαλίας και μάθησης». Στην πράξη όμως ζούμε ήδη στην εποχή όπου η τεχνολογική αυτή υποστήριξη της εκπαιδευτικής διαδικασίας έχει ως γεωμετρικό τόπο της την «ασύρματη διαδικτύωση». Αυτή η μετατόπιση της εστίασης γινόταν αμέσως αισθητή από τον επισκέπτη των δεκάδων περιπτέρων της εφετινής έκθεσης. Οπως άμεσα αισθητή ήταν και η «γεωπολιτική» διαφοροποίηση των εκθετών: Αν και οι προερχόμενοι από τις βόρειες χώρες κυριαρχούσαν σε πλήθος, τα μεγαλύτερα και πιο περίοπτα περίπτερα είχαν πιάσει εφέτος οι κρατικοί φορείς χωρών της αραβικής χερσονήσου. Το προφανές μήνυμά τους ήταν «εμείς ξοδεύουμε για το e-learning της νεολαίας μας ως και το 25% του προϋπολογισμού μας, άρα δεν χρειαζόμαστε Αραβική Ανοιξη». 

Ρίχνοντας μια βιαστική ματιά στο 158 σελίδων πρόγραμμα του συνεδρίου, έβλεπες επίσης ότι η αραβική έφοδος είχε διαβρώσει και τη λίστα των κύριων ομιλητών του: Αντί του προαναγγελθέντος καθηγητή του Πανεπιστημίου της Νότιας Καλιφόρνιας Douglas Thomas, τη θέση του πρώτου ομιλητή και συντονιστή είχε καταλάβει ο παλαιστινιακής καταγωγής γερουσιαστής της Ιορδανίας και ιδιοκτήτης 14 εκδοτικών, λογιστικών και συμβουλευτικών επιχειρήσεων Talal Abu-Ghazaleh. Οσοι όμως περίμεναν ότι ο κ. Abu-Ghazaleh θα εξέπεμπε το ίδιο μήνυμα με τους λοιπούς άραβες εκθέτες, βρέθηκαν προ εκπλήξεως: Στην εισαγωγική ομιλία του έφερε αντιμέτωπο το συνέδριο με τρεις προκλήσεις. Η πρώτη ήταν ότι «δεν είναι πια η μεταρρύθμιση της Παιδείας το ζητούμενο, αλλά μια εντελώς νέα Παιδεία, μια Παιδεία που θα ανταποκρίνεται στην ψηφιακή γλώσσα επικοινωνίας των παιδιών του νέου αιώνα». Η δεύτερη πρόκλησή του ήταν ότι «η Αραβική Αναγέννηση – και όχι Ανοιξη, όπως την περιορίζουν οι Δυτικοί», καταπώς είπε, «θα φέρει τέτοια αλλαγή στον μουσουλμανικό κόσμο ώστε πιθανόν η νέα Παιδεία θα γεννηθεί εκεί!». Και η τρίτη του πρόκληση επί γερμανικού εδάφους ήταν ότι «η οικονομική κρίση είναι μόνο του Δυτικού Κόσμου – ο Τρίτος Κόσμος γνωρίζει ανάπτυξη και δεν τον αγγίζει το πρόβλημα».

Ψηφιακή μνήμη και νοημοσύνη

Στα οράματα και στις προφητείες του Abu-Ghazaleh απάντησε εν μέρει η επόμενη εισηγήτρια, η ολλανδή αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και επίτροπος Ψηφιακής Ατζέντας, Neelie Kroes. Του αντέτεινε ότι η κρίση είναι όντως παγκόσμια και θα κάνουν μέγα λάθος οι αραβικές χώρες αν την αψηφήσουν. Επίσης, ενδιαφέρον προξένησε η επιχειρηματολογία της για τα αίτια της κρίσης: «Υπαίτιοι δεν είναι οι λαοί, αλλά οι πολιτικοί και…», διόρθωσε, «ακόμη περισσότερο οι τραπεζίτες!» Στη συνέχεια παρουσίασε τον μαραθώνιο που αρχίζει η ΕΕ προκειμένου να καταστήσει όλα τα σχολεία των χωρών της Ευρώπης πλήρως ψηφιακά ως το 2020, υπό το σύνθημα «Κάθε Ευρωπαίος Ψηφιακός!». Αναγνώρισε όμως ότι οι εν όψει δυσκολίες είναι τόσες ώστε πιθανόν η τελική χρονιά εφαρμογής να είναι το… 2030. Υπενθυμίζουμε εδώ ότι η Ν. Κορέα έχει προαναγγείλει επίτευξη αυτού του στόχου ως το 2015!

Από τους υπόλοιπους τρεις κύριους ομιλητές, ιδιαίτερη εντύπωση προκάλεσε η θεώρηση του δημοσιογράφου του περιοδικού «Science» και ερευνητή στο Πανεπιστήμιο Harvard John Bohannon, ότι το Διαδίκτυο δεν είναι μόνο το παγκόσμιο θησαυροφυλάκιο πληροφοριών και δεδομένων αλλά και αποθετήριο της διαδικτυωμένης συλλογικής μας μνήμης. Μάλιστα, έφερε στο προσκήνιο το λεγόμενο «Flynn effect», που διατείνεται ότι βάσει της μέτρησης του δείκτη νοημοσύνης (IQ) η συνολική νοημοσύνη των ανθρώπων τα τελευταία χρόνια διαρκώς αυξάνεται. Ο Bohannon απέδωσε αυτή την εξέλιξη στην υποβοήθηση της μνήμης που μας παρέχει η πρόσβαση στις μηχανές αναζήτησης. Δηλαδή ότι, αντίθετα απ’ όσα λέγονται για το ότι «η Google κάνει τη μνήμη των νέων να τεμπελιάζει», στην πράξη ξεφορτωνόμαστε τα κουραστικά και ανούσια καθήκοντα της μνήμης μας και μπορούμε να επικεντρωθούμε στα ουσιώδη – όπως ακριβώς οι σύζυγοι άφηναν παλιά στις κυρίες τους το καθήκον να θυμούνται τις κοινωνικές υποχρεώσεις της οικογένειας ή τα ψώνια… 

Στόχοι της μάθησης

Κατά το τετραήμερο των προσυνεδριών, συνεδριών και σεμιναρίων της Online Educa 2011, o επισκέπτης έβλεπε ότι η προδιαγραφείσα αναλογία επιχειρηματικού/εκπαιδευτικού e-learning ήταν περίπου 40:60. Σύντομα όμως διεπίστωνε ότι η κυρίαρχη αναζήτηση όλων ήταν «Τι κάνουμε με την εκπαίδευση; Τι είδους σχολεία και πανεπιστήμια θα έχουμε αύριο;». Προκειμένου λοιπόν να εμβαθύνουμε σε αυτά, θα αναφερθούμε πρώτα εν τάχει και συνοπτικά στα συμπεράσματα που βγάλαμε από τις συνεδρίες του «e-learning για επιχειρήσεις»:

* Κύριο σημείο εστίασης της επιχειρηματικής μάθησης γίνεται πλέον η «διαχείριση αλλαγών».

* Η επίτευξη καινοτομίας γίνεται πιο σημαντική από τη βελτίωση των τρόπων με τους οποίους παράγουμε τα ίδια προϊόντα/υπηρεσίες, πράγμα που έχει επιπτώσεις στην επιλογή της εκπαιδευτικής τεχνολογίας και των εκπαιδευτικών μεθόδων.

* Το χτίσιμο «περιβαλλόντων μάθησης» που παρέχουν κατάρτιση στον χώρο και στον χρόνο που χρειάζεται κρίνεται σημαντικότερο από τη διοργάνωση κανονικών σεμιναρίων μακριά από τον χώρο εργασίας.

* Τα «κανονικά» εκπαιδευτικά σεμινάρια περιορίζονται πλέον στους νεοεισερχόμενους στις επιχειρήσεις. Για τη μετέπειτα βελτίωση της απόδοσής τους και τη βελτίωση της προσαρμοστικότητάς τους σε αλλαγές, προκρίνεται η «άτυπη μάθηση» (με ανακύκλωση και επανεκτίμηση των ήδη διδαχθέντων).

* Η χρήση εξωτερικών εκπαιδευτών χάνει έδαφος, που το κερδίζει η ενσωμάτωση των εκπαιδευτών στις επιχειρήσεις.

* Οι οργανισμοί εστιάζουν πλέον στη μέτρηση της απόδοσης που προκύπτει από τη μάθηση – όχι στην αξιολόγηση της ίδιας της μάθησης.

Εκπαίδευση – βιντεοπαιχνίδι

Μια τάση που διαφάνηκε ως προϊούσα και στο επιχειρηματικό και στο εκπαιδευτικό e-learning είναι η λεγόμενη «gamification της εκπαίδευσης». Δηλαδή, η αξιοποίηση τεχνικών σχεδιασμού βιντεοπαιχνιδιών, προκειμένου να γίνει η εκπαίδευση πιο ενδιαφέρουσα και συναρπαστική για τον εκπαιδευόμενο. Η τάση αυτή ήταν αναμενόμενη, καθώς οι νέες γενιές γαλουχούνται πλέον με αυτού του τύπου την οπτικοακουστική διάδραση, αλλά και έχει διαπιστωθεί ότι το σύστημα «συνάρπασης και ανταμοιβής» των βιντεοπαιχνιδιών εξαλείφει την όποια έλλειψη προσοχής των νέων. Ωστόσο όσα μάς έδειξαν στα περίπτερα της έκθεσης και όσα μάς είπαν στις συνεδρίες ήταν απογοητευτικά: Ηταν προφανές ότι οι όποιες προσπάθειες είχαν γίνει από ανθρώπους της «προηγούμενης γενιάς», χωρίς κανείς να βάλει στον κύκλο λήψης αποφάσεων τη νέα γενιά, χωρίς να τη ρωτήσει τι της αρέσει και τι όχι. Το τραγικότερο παράδειγμα ήταν αυτό του Κοινοτικού Εργου ProActive που παρουσίασε ο καθηγητής του Πανεπιστημίου της Βαρκελώνης Mario Barajas: Ενα πακέτο λογισμικού για σχεδίαση εκ μέρους των δασκάλων και καθηγητών ΜΕ εκπαιδευτικών παιχνιδιών. Το αποτέλεσμα ξοδέματος χρόνων και χρημάτων ήταν ένας… κλαυσίγελως με κινούμενα μεν αλλά δυσδιάστατα γραφικά της δεκαετίας του ‘80. Στον καταιγισμό της κριτικής που δέχθηκε όχι μόνο δεν έβρισκε απαντήσεις αλλά και παραδέχθηκε ότι το 55% των δασκάλων που είχαν λάβει πιλοτικά μέρος εγκατέλειψε την προσπάθεια!

Μια διαφορετικού τύπου εναντίωση εκδηλώθηκε κατά την παρουσίαση ενός προγράμματος τρισδιάστατης προσομοίωσης που εκπόνησε η Αστυνομία του γερμανικού κρατιδίου Βάδης-Βυρτεμβέργης: Χρησιμοποίησαν μια γνωστή μηχανή γραφικών για βιντεοπαιχνίδια προκειμένου να «στήσουν» αληθοφανή γερμανική πόλη και προάστια, σε έκταση 150 τετρ. χιλιομέτρων. Με πλήρη έλεγχο οχημάτων, πεζών και κλιματικών συνθηκών, καθώς και με θέαση τόσο από εδάφους όσο και από αέρος, μπορούσαν να προσομοιώνουν περιστατικά και κρίσιμες καταστάσεις, ώστε οι νέοι αστυνομικοί να προπονούνται στην αντιμετώπισή τους. Η μόνη ατυχής στιγμή του αστυνόμου-παρουσιαστή ήταν όταν ενημέρωσε ότι αναζητούσαν εταίρους για Κοινοτικό Πρόγραμμα ώστε να βρουν τη χρηματοδότηση για να επεκτείνουν το μοντέλο σε έκταση. Και τότε… εύλογο προέκυψε το ερώτημα: Γιατί δεν χρησιμοποιούν το δωρεάν παρεχόμενο Google Earth και τα τρισδιάστατα μοντέλα κτιρίων που χτίζει κανείς εκεί;

Ας αλλάξουμε πρώτα περιεχόμενο…

Αν το gamification βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα, εκείνο που σίγουρα είναι ριζωμένο ως φόβητρο του e-learning, τόσο στις επιχειρήσεις όσο και στους εκπαιδευτικούς φορείς, είναι η αμφισβήτηση της «εξουσίας του δασκάλου» και το νεφελώδες του ρόλου του στο μέλλον.

Εξαιρετικός εκφραστής αυτού του σκεπτικισμού αποδείχθηκε ο βέλγος δάσκαλος και ερευνητής του ελβετικού Πολυτεχνείου της Λωζάννης Pierre Dillenbourg: Αρχισε την ομιλία του προβάλλοντας μια φωτογραφία από τάξη με υπολογιστή σε κάθε θρανίο. «Ξέρετε τι είναι αυτό;» ρώτησε. «Ο εφιάλτης κάθε δασκάλου» απάντησε ο ίδιος. «Εχει δοκιμάσει κανείς από αυτούς που μας τα δίνουν να κάνουν μάθημα σε τέτοια απρόσωπη τάξη;». Στη συνέχεια παρουσίασε τη δική του προσέγγιση στο θέμα, όταν του ζητήθηκε να συμβάλει στη βελτίωση της εκπαίδευσης νέων που εργάζονταν τα πρωινά. Διεπίστωσε ότι είχαν εξοπλίσει τις τάξεις τους με θρανία-οθόνες αφής και αμφίδρομους πίνακες, αλλά τα παιδιά αδιαφορούσαν για το μάθημα. Πήρε λοιπόν προβολείς και τους κρέμασε πάνω από κάθε θρανίο, έβαλε τα παιδιά να φτιάξουν ομοιώματα κτιρίων από χαρτόνι, τύπωσε στην οροφή τους από ένα barcode και… μετέβαλε κάθε θρανίο σε αμφίδρομο πίνακα, όπου όμως τα παιδιά δεν χειρίζονταν ποντίκι, πλήκτρα ή ό,τι άλλο ηλεκτρονικό μέσο κατάδειξης, αλλά κινούσαν τους χάρτινους όγκους με τα χέρια τους. «Τι πιο φυσιολογικό», δήλωσε, «από το να συνεχίσουμε να πιάνουμε τα πράγματα με τα χέρια μας, ακόμη και στην ψηφιακή εποχή;». Το αποτέλεσμα ήταν μια σαφής βελτίωση της παρακολούθησης. Ηταν όμως η τελική λύση; «Οχι» απάντησε, «γιατί δέκα λεπτά μετά την έναρξη του μαθήματος τα παιδιά άρχισαν να συζητούν τα δύο πιο σημαντικά θέματα της ζωής: έρωτα και ποδόσφαιρο! Είναι το ίδιο το περιεχόμενο των όσων τούς διδάσκουμε που πρέπει να αλλάξει πρώτο, και ύστερα το τεχνολογικό μέσο».

Είναι μάθηση τα κοινωνικά δίκτυα;

Η συζήτηση του τι πρέπει να αλλάξει κυριάρχησε στο σύνολο σχεδόν των συνεδριών και μεταφέρθηκε και στην επιχειρηματομαχία (debate) που έκλεισε το συνέδριο. Εκεί, τέθηκε το ερώτημα αν η αυξανόμενη ενασχόληση των νέων με τα κοινωνικά δίκτυα βλάπτει το μυαλό τους και υποσκάπτει την παραδοσιακή εκπαίδευση. Υπέρμαχος της «καταδίκης» εμφανίστηκε ο βρετανός ψυχολόγος Aric Sigman, που τόνισε ότι «ο διαχωρισμός του e-learning από το Facebook ή τα βιντεοπαιχνίδια υπάρχει μόνο για τους μεγάλους. Για τους νέους, είναι όλα πτυχές της ίδιας ψηφιακής ψυχαγω-επικοινωνίας» και «ξοδεύουν ήδη το 55% της ζωής τους μπροστά σε οθόνες, αποκτώντας φίλους στην άλλη άκρη του κόσμου και χάνοντας όσους μένουν στη γειτονιά τους». Οτι «λόγω της νέας αυτής κουλτούρας, τα παιδιά μας δεν διαβάζουν σχεδόν τίποτε πια, εκτός από κόμικς» και ότι «μπορεί αυτός ο εικονικός κόσμος να εκγυμνάζει τον νου τους στη γρήγορη σκέψη, αλλά τον αδρανοποιεί στην εμβάθυνση, στην ανάλυση της λεπτομέρειας και στην ηθική επεξεργασία των σκέψεων».

Κύριος – και σφοδρός – αντίπαλός του εμφανίστηκε ο σκωτσέζος σύμβουλος επικοινωνίας Donald Clark, o οποίος παρέθεσε πλήθος μελετών που έλεγαν το αντίθετο, όπως το Byron Review του 2008, που εκπονήθηκε κατά παραγγελία της βρετανικής κυβέρνησης και δεν έβρισκε επιπτώσεις στην υγεία των νέων, ή αντίστοιχη έρευνα της κυβέρνησης των ΗΠΑ, που αποφάνθηκε ότι η χρήση αυτής της τεχνολογίας βελτίωνε τους βαθμούς των φοιτητών. Κατέληξε δραματικά ότι «αν συνεχίσουμε να διδάσκουμε τα παιδιά μας όπως εμείς διδαχθήκαμε, τους κλέβουμε το αύριο!».  

Το κοινό υπέβαλλε ερωτήματα που υπενθύμισαν και πάλι ότι το πρόβλημα ίσως δεν έχει να κάνει με την «αντιμετώπιση της τεχνολογίας» αλλά με το ποιόν και την ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης και των εκπαιδευτικών, όπως και με τους λόγους της διευρυνόμενης «μοναξιάς μέσα στο πλήθος» των νέων μας. Πάντως, τελικά ψήφισε συντριπτικά κατά της υπόθεσης που τέθηκε ως ερώτημα, με μόλις έναν (!) να ψηφίζει υπέρ.

Το e-learning είναι πια ασύρματο και πανταχού παρόν, αλλά το θεωρητικό υπόβαθρο των μεθόδων του και το περιεχόμενό του παραμένουν αμφιλεγόμενα.

«Ο ΕΓΓΟΝΟΣ ΜΟΥ ΞΕΡΕΙ ΗΔΗ ΟΣΑ ΔΕΝ ΘΑ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΞΕΡΕΙ…»

Λίγο προτού κλείσουν οι πύλες της Online Educa 2011, ξεμονάχιασα τον άνθρωπο που έθεσε το θέμα της «νέας Παιδείας», τον Talal Abu-Ghazaleh. Τον ρώτησα αν διεπίστωσε από την όλη έκθεση-συνέδριο ότι συμμερίζονταν την άποψή του και οι μετέχοντες δημιουργοί e-learning. Μου απάντησε: «Οχι, όχι ακόμη. Αλλά θα το συνειδητοποιήσουν σύντομα». «Είπατε», του αντέτεινα, «ότι δεν θα πρέπει να εκπλαγούμε αν μια τέτοια νέα Παιδεία προκύψει από την Αραβική Αναγέννηση, στην Αίγυπτο. Είστε βέβαιος ότι η Μουσουλμανική Αδελφότητα – που κέρδισε εκεί τις πρόσφατες εκλογές – θα συμφωνούσε σε μια τέτοια αλλαγή Παιδείας;». «Γιατί όχι;» είπε. «Ισως δεν γνωρίζετε ότι οι πρώτες συνδέσεις με το Διαδίκτυο στην Αίγυπτο έγιναν από τζαμιά». «Δεν με ξαφνιάζει» απάντησα, «καθ’ ότι το Διαδίκτυο είναι το καλύτερο μεγάφωνο για προπαγάνδα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα ήθελαν και την αλλαγή της Παιδείας». «Είτε τη θέλουν είτε όχι», μου ανταπάντησε αποφασιστικά, «αυτή θα συμβεί. Μέσω του Διαδικτύου ο εγγονός μου ήδη ξέρει όσα δεν θα ήθελα να ξέρει. Οποιος το αγνοήσει αυτό – και στον χώρο της Παιδείας – θα μετανιώσει σύντομα πικρά!».

Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΕΛΛΗΝΑΣ

Στο μοναδικό ελληνικό περίπτερο της έκθεσης, συνάντησα τους διευθύνοντες την εταιρεία e-front (βλ. www.efrontlearning.net). «Παιδιά της Πάτρας», που ξεκίνησαν από τις εκεί σπουδές μηχανικού Πληροφορικής και τώρα έχουν ένα εξαιρετικό πακέτο ανοιχτού κώδικα για διαχείριση της τηλεμάθησης (LMS). Είδα ότι είχαν στο πελατολόγιό τους ονόματα τρανταχτά και διεθνή, όπως της Fujitsu. Τους ρώτησα πώς και γιατί και μου απάντησαν ότι παρέχουν μία ενιαία λύση με ιδιαίτερα φιλική διεπαφή, πράγμα που λείπει από τον ανταγωνισμό. Οι πρώτοι διεθνείς πελάτες τούς βρήκαν από το Διαδίκτυο. Τώρα έχουν χτίσει ένα δίκτυο με περισσότερους από 40 μεταπωλητές ανά την υφήλιο. Στην Ελλάδα δεν μπορούσαν να διεισδύσουν χωρίς «μπάρμπα στην Κορώνη». Ετσι, ετοιμάζονται ήδη να μεταφέρουν το κέντρο πωλήσεων στις ΗΠΑ, κρατώντας την Ερευνα και την Ανάπτυξη στην Αθήνα.

Τους ρώτησα αν η Online Educa τούς έφερε νέους πελάτες και ποια ήταν γενικά η αντιμετώπιση μιας ελληνικής εταιρείας από το κοινό. Μου απάντησαν: «Πελάτες κάναμε πολλούς, αλλά μας πίκρανε λίγο το ότι κάποιοι – μολονότι είχαμε φθάσει σχεδόν στις υπογραφές – έκαναν πίσω μόλις είδαν έδρα στην Ελλάδα. Δεν πειράζει όμως που μας βλέπουν έτσι: Ούτε εμείς θέλουμε τέτοιους πελάτες!».

Πηγή: http://www.tovima.gr/science/article/?aid=435409&h1=true

Το σχολείο ισοπεδώνει τα παιδιά;

«Από τα σχολικά χρόνια έχω συγκρατήσει μόνο τα κενά στη μόρφωσή μου» είχε πει ο γνωστός ζωγράφος Οσκαρ Κοκόσκα (1886-1980). Και το θυμήθηκε η μεγάλη γερμανική εφημερίδα «Die Zeit» σε εκτεταμένο αφιέρωμα στις 11 Αυγούστου με το ξεκίνημα της νέας σχολικής χρονιάς. Θέμα και προβληματισμός του αφιερώματος ήταν «αυτό που δεν πρέπει να μάθω». Υπάρχει δηλαδή μια έντονη αμφισβήτηση, από λίγους εκπαιδευτικούς ακόμη, για το αν είναι άμεση ανάγκη τα παιδιά από το Δημοτικό ως το Λύκειο να αρχίσουν να μαθαίνουν λιγότερα. Την ίδια στιγμή οι κινήσεις όσων καθορίζουν την ύλη και τα εκπαιδευτικά προγράμματα εδώ και σε άλλες χώρες της Ευρώπης φαίνεται να ακολουθούν αντίρροπη κατεύθυνση. Αυτή τη χρονιά, για παράδειγμα, δύσκολα κεφάλαια των Μαθηματικών θα διδαχθούν και στην Ελλάδα μια τάξη πιο κάτω, χωρίς να έχει φανεί από κάπου ότι οι μαθητές είναι στην πλειονότητά τους πιο έτοιμοι να αντιμετωπίσουν θετικά κάτι τέτοιο. Μία εβδομάδα αργότερα στην ίδια γερμανική εφημερίδα δημοσιεύθηκε το γράμμα ενός μικρού κοριτσιού, που πηγαίνει στην Τρίτη Γυμνασίου, με τίτλο: «Το κεφάλι μου είναι τίγκα» και στην πρώτη κιόλας πρόταση λέει: «Εχω ένα πρόβλημα, δεν έχω πια ζωή. Με τη λέξη ζωή εννοώ χόμπι, ελεύθερο χρόνο, διασκέδαση…». Στη συνέχεια αναφέρει ότι επιστρέφει στις τέσσερις το απόγευμα στο σπίτι και δεν πηγαίνει για ύπνο πριν από τις έντεκα. Οπως διηγείται στη συνέχεια, τηλεφώνησε στον Σχολικό Σύμβουλο για να του πει τα παράπονά της αλλά εκείνος γρήγορα τη διέκοψε και της εξήγησε ότι «το Γυμνάσιο είναι κατάλληλο μόνο για μαθητές με αυτάρκεια και συγκρότηση»! Χάος δηλαδή χωρίζει τον αρμόδιο για τα προγράμματα από ένα παιδί, το οποίο, όπως γράφει, θεωρεί όνειρο άπιαστο να γυρίσει καθημερινή στις τρεις το μεσημέρι στο σπίτι του και να καθήσει να βλέπει μόνο έξω από το παράθυρό του.

Στις συμπληγάδες πέτρες

Στη Γερμανία οι εργοδότες γκρινιάζουν επειδή μερικοί από τους υπαλλήλους τους δεν ξέρουν καν να συντάξουν σωστά και χωρίς ορθογραφικά λάθη ένα έγγραφο. Και οι καθηγητές στο πανεπιστήμιο είναι στην ίδια κατάσταση διότι θεωρούν ότι οι νέοι φοιτητές έρχονται με ανεπαρκείς γνώσεις στα Μαθηματικά. Ετσι οι άνθρωποι και εδώ και εκεί πιέζονται διπλά. Από ένα αναποτελεσματικό, όπως φαίνεται, εκπαιδευτικό σύστημα και από μια απαιτητική για τη μεγάλη μάζα επαγγελματική σταδιοδρομία μετά. Ο Gerhard Roth, ερευνητής στο Πανεπιστήμιο της Βρέμης για θέματα εγκεφάλου και συγγραφέας ενός βιβλίου σχετικού με το πώς μαθαίνουμε, αναφέρει: «Πέντε χρόνια μετά την αποφοίτηση από το Λύκειο, αν εξετάσεις τις γνώσεις που έχουν οι άνθρωποι, θα καταλάβεις ότι ο βαθμός απόδοσης του εκπαιδευτικού συστήματος είναι κοντά στο μηδέν. Τι σπατάλη ενέργειας και χρημάτων!».

 Εδώ ακριβώς ταιριάζει ένας ορισμός, τον οποίο δίνει όταν τον ρωτούν σχετικά ο καθηγητής της Ιστορίας της Εκπαίδευσης σε Πανεπιστήμιο του Βερολίνου H. E. Tenorth: «Μόρφωση είναι ό,τι απομένει όταν έχουμε ξεχάσει όλα όσα μάθαμε στο σχολείο». Ενας έλληνας εκπαιδευτικός μάλιστα μου διηγήθηκε τα σχετικά με την περίπτωση υποψηφίου στις Πανελλαδικές, που αφού πέρασε σε κάποια σχολή θετικών επιστημών πήγε, τον βρήκε, του ομολόγησε ότι από την άλλη ημέρα κιόλας των εξετάσεων είχε ξεχάσει όλα τα μαθηματικά και τον παρακάλεσε να αρχίσουν μαθήματα για να τα βάλει στη σωστή σειρά.

Σχολείο σαν γραμμή παραγωγής

Ο κ. Δημήτρης Γαβαλάς διδάσκει Μαθηματικά σε πρότυπο σχολείο, αλλά ασχολείται και με την έρευνα γύρω από τη συστημική εκπαίδευση, έχοντας ήδη δύο διδακτορικά στη Θεωρία Κατηγοριών και στη Διδακτική των Μαθηματικών και ένα καινούργιο βιβλίο: «Συστημική σκέψη και εκπαίδευση». Μιλώντας στο «Βήμα» κάνει έναν παραλληλισμό ανάμεσα στο τωρινό σχολείο και στην «ταινία παραγωγής», μια εφεύρεση από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα: «Το σημερινό εκπαιδευτικό σύστημα παραμένει ακόμη σύστημα της βιομηχανικής εποχής, βασισμένο δηλαδή στην εικόνα της γραμμής συναρμολόγησης. Στην πραγματικότητα το σχολείο μπορεί να είναι το πιο χτυπητό παράδειγμα στη σύγχρονη κοινωνία ενός θεσμού βασισμένου στη γραμμή συναρμολόγησης. Οπως κάθε γραμμή συναρμολόγησης, το σύστημα οργανώνεται σε διακριτά στάδια (τάξεις). Υποτίθεται ότι όλοι μετακινούνται από στάδιο σε στάδιο μαζί. Κάθε στάδιο έχει τους τοπικούς επιτηρητές – τους δασκάλους που είναι υπεύθυνοι για αυτό. Τάξεις των 20-40 μαθητών συναντιούνται για συγκεκριμένες περιόδους και υπάρχει και μια προγραμματισμένη ημέρα για τη διαδικασία των εξετάσεων. Ολο το σχολείο είναι σχεδιασμένο να τρέχει με ομοιόμορφη ταχύτητα, συμπληρωμένο με κουδούνια και αυστηρά ωρολόγια προγράμματα. Κάθε δάσκαλος ξέρει τι πρέπει να καλυφθεί ώστε να κρατήσει τη γραμμή σε κίνηση, αν και έχει μικρή επιρροή στην ταχύτητά της, η οποία καθορίζεται από συμβούλια και τυποποιημένα προγράμματα σπουδών».

Η δασκαλο-κεντρική προσέγγιση

Δεν είναι ευχάριστη η αντίληψη αυτή για τον τρόπο λειτουργίας ενός σχολείου, αλλά για πολλά από αυτά που γνωρίζουμε πώς λειτουργούν είναι ρεαλιστική. Ακόμη χειρότερη όμως είναι η συνέχεια αυτών των σκέψεων. «Το αποτέλεσμα είναι ένα μοντέλο για το σχολείο ανεξάρτητο από την καθημερινή ζωή, κυβερνημένο με εξουσιαστικό τρόπο, προσανατολισμένο στην παραγωγή τυποποιημένου προϊόντος, και η εργασιακή ενέργεια απαιτείται από τον συνεχώς αυξανόμενο χώρο εργασίας της βιομηχανικής εποχής στον οποίο πρέπει να διατηρήσει τον έλεγχο. Το βιομηχανικό μοντέλο των σχολείων δεν άλλαξε απλώς το πώς μάθαιναν οι μαθητές, άλλαξε επίσης και το τι διδασκόταν. Σήμερα το εκπαιδευτικό σύστημα της “γραμμής συναρμολόγησης” βρίσκεται υπό πίεση (στρες). Τα προϊόντα του δεν κρίνονται επαρκή από την κοινωνία. Η παραγωγικότητά του αμφισβητείται. Και αυτό ανταποκρίνεται με τον μόνο τρόπο που το σύστημα γνωρίζει πώς να ανταποκριθεί: κάνοντας αυτό που έκανε πάντοτε, αλλά πιο σκληρά. Τα εργασιακά βάρη αυξάνονται. Οι προτυποποιημένες εξετάσεις εντατικοποιούνται. Μεταξύ των νευροφυσιολόγων υπάρχει μια κοινή έκφραση:Ο εγκέφαλος κατεβάζει ταχύτητα τελώντας υπό πίεση”. Οταν φοβόμαστε καταφεύγουμε στις πιο συνηθισμένες μας συμπεριφορές – τα μεγαλύτερα ανθρώπινα συστήματα δεν διαφέρουν. Είτε το ενστερνίζονται είτε όχι, οι εκπαιδευτικοί αντιδρούν στο ασυνήθιστο άγχος και στην πίεση που βιώνουν με το να αυξάνουν την ταχύτητα της γραμμής συναρμολόγησης. Ενώ αυτό μπορεί να παράγει λίγο περισσότερο αποτέλεσμα, όλοι μας – μαθητές, δάσκαλοι και γονείς – πρέπει να ρωτήσουμε αν παράγει περισσότερη μάθηση. Ταυτόχρονα ορίζει λειτουργικά τα “έξυπνα” και τα “χαζά” παιδιά. Αυτοί που δεν μαθαίνουν με την ταχύτητα της γραμμής συναρμολόγησης είτε απορρίπτονται είτε αναγκάζονται να αγωνίζονται συνεχώς για να ακολουθήσουν τον ρυθμό. Χαρακτηρίζονται “αργοί” ή, όπως είναι σήμερα της μόδας, “μαθησιακά προβληματικοί”. Εγκατέστησε την ομοιομορφία του προϊόντος, υποθέτοντας αφελώς ότι όλοι οι μαθητές μαθαίνουν με τον ίδιο τρόπο. Εκανε τους εκπαιδευτές ελεγκτές και ανακριτές, αλλοιώνοντας έτσι την παραδοσιακή σχέση δασκάλου – μαθητή και εγκαθίδρυσε τη δασκαλο-κεντρική και όχι τη μαθητο-κεντρική μάθηση».

Ξεχάστε τα «πράγματα», δείτε τα συστήματα

Τα τελευταία 100 χρόνια μια επανάσταση συμβαίνει στην επιστημονική άποψη για τον κόσμο. Η συστημική σκέψη εμφανίζεται αρχικά λίγο μετά το 1900, αλλά οι θεσμοί μας είναι ακόμη οργανωμένοι με βάση τη μηχανική σκέψη που χρονολογείται από τον 17ο αιώνα. Πιθανώς να απαιτηθούν άλλα 50 ή 100 χρόνια προτού η συστημική επανάσταση ολοκληρωθεί στη ζωή μας, όπως έγινε με τη μηχανιστική σκέψη που προηγήθηκε.

Τι είναι όμως αυτή η επαναστατική άποψη που ξεκίνησε από τα ζώντα συστήματα; Οπως λέει ο κ. Γαβαλάς: «Ξεκινά με τη διαβεβαίωση ότι η θεμελιώδης φύση της πραγματικότητας είναι οι σχέσεις και όχι τα πράγματα. Η νευτώνεια κουλτούρα μάς λέει ότι ο κόσμος αποτελείται από πράγματα. Αλλά η επιστήμη των τελευταίων 100 ετών μάς λέει ότι περισσότερο από το 99% κάθε υπόστασης είναι άδειος χώρος. Ακόμη και το υπόλοιπο 1% δεν είναι απλώς “πολύ μικρά πράγματα”, όπως άτομα και ηλεκτρόνια, αλλά ένα είδος πιθανότητας ότι συγκεκριμένες ιδιότητες λαμβάνουν χώρα στο υποατομικό επίπεδο. Σε πιο ανθρώπινο επίπεδο, αυτό το “πράγμα” που αποκαλούμε σώμα δεν είναι τόσο υλικό όσο μας εμφανίζεται. Αυτή είναι η φύση των ζώντων συστημάτων. Το σώμα είναι περισσότερο ένας ποταμός, με νέα ουσία να ρέει και να οργανώνεται, όπως οι όχθες του ποταμού οργανώνουν το νερό που ρέει. Οι σπόροι δεν παράγουν δέντρα. Οργανώνουν τη διαδικασία που τα δημιουργεί».

Τα ζώντα συστήματα φτιάχνονται από μόνα τους, ενώ οι μηχανές φτιάχνονται από άλλους. Σε αντίθεση με τις μηχανές, τα ζώντα συστήματα συνεχώς μεγαλώνουν και εξελίσσονται, σχηματίζουν νέες σχέσεις και έχουν εσωτερικούς στόχους για να υπάρχουν και να αναδημιουργηθούν. Δεν είναι ούτε προβλέψιμα ούτε ελεγχόμενα, αν και έχουν μοντέλα συμπεριφοράς που τείνουν να επαναληφθούν και η μέλλουσα ανάπτυξή τους μπορεί να επηρεαστεί. Επιπλέον, τα ζώντα συστήματα δημιουργούν μηχανές. Οταν η θεωρία της σχετικότητας έγινε αποδεκτή σταδιακά, ειπώθηκε ότι «ο Αϊνστάιν ξαναφύτεψε το φυτό του Νεύτωνα σε μεγαλύτερη γλάστρα». Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για την εποχή των ζώντων συστημάτων έναντι της μηχανιστικής εποχής.

Πώς μπορεί να εξελιχθεί το σχολείο;

Τι θα συνέβαινε αν το σχολείο οργανωνόταν γύρω από την άποψη για τα ζώντα συστήματα παρά για τις μηχανές; Σύμφωνα με τους θιασώτες της συστημικής προσέγγισης, «πρώτα από όλα η μαθησιακή διαδικασία θα γινόταν ζωντανή. Υπάρχει ξεκάθαρα κάτι σημαντικά διαφορετικό όταν μελετάς τα συστήματα σαν να ήταν ζωντανά. Μια τέτοια εκπαιδευτική διαδικασία βασίζεται σε:

- μαθητο-κεντρική παρά δασκαλο-κεντρική μάθηση·

- ενθάρρυνση της ποικιλίας και όχι της ομοιογένειας, αγκαλιάζοντας την ευφυΐα πολλαπλών τύπων και τα διάφορα στυλ μάθησης·

- κατανόηση ενός κόσμου αλληλεξάρτησης και δυναμικής αλλαγής παρά στην απομνημόνευση γεγονότων και στον αγώνα εξεύρεσης ορθών απαντήσεων».

Τελικά, όταν αντιμετωπίζουμε ένα σχολείο ως ζωντανό σύστημα, ανακαλύπτουμε ότι πάντα εξελίσσεται.

ΤΑ ΙΔΙΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΜΕ ΑΛΛΟ ΜΑΤΙ

Γερμανοί και έλληνες εκπαιδευτικοί, από αυτούς που εκφράζουν την ανησυχία τους για το πώς (δεν) εξελίσσεται το σχολείο, φαίνεται ότι συμπίπτουν σε τρία σημεία:

- Ο κατακερματισμός της γνώσης δεν είναι πλέον αποδοτικός.

- Η μεγάλη αύξηση της πληροφορίας επιβάλλει διαφορετικούς τρόπους μάθησης.

- Αυξάνεται η πίεση για αποτελεσματικότητα της μάθησης. Ο μαθητής καλείται να εφαρμόσει τις γνώσεις στον κόσμο γύρω του.

Στο τέλος του αφιερώματος της γερμανικής εφημερίδας «Die Zeit» γίνεται μια ενδιαφέρουσα προσπάθεια επαναπροσδιορισμού των κλασικών μαθημάτων. Ας δούμε συνοπτικά τις απόψεις αυτές:

Μαθηματικά: Ενδεικτικά αναφέρουν ότι πρέπει ο μαθητής των 15-16 ετών να κατανοεί τη γραφική παράσταση της ταχύτητας ως προς τον χρόνο και να γνωρίζει ότι η κλίση της αντιστοιχεί στην επιτάχυνση. Ταυτόχρονα προτείνουν να καταργηθεί η τριγωνομετρία, να θεμελιωθεί η αίσθηση της διαφοράς από το 1 εκατομμύριο στο 1 δισεκατομμύριο, να υπάρχει εξοικείωση για λογαριασμούς με ποσοστά και ΦΠΑ και οι γιατροί να μπορούν να υπολογίσουν από ένα θετικό αποτέλεσμα σε εξέταση για καρκίνο του μαστού πόση είναι η πιθανότητα να εμφανιστεί όγκος.

Γεωγραφία: Το βλέπουν πλέον ως το μάθημα-εργαλείο για την εισαγωγή της πολυπολιτισμικότητας. Το μάθημα, απαλλαγμένο από ονομασίες νομών, χωριών και τοποθεσιών, θα συνενώνει Φυσική, Χημεία, Κοινωνιολογία, Οικονομία.

Γυμναστική: Οχι πια οι κλασικές ασκήσεις και λίγο σπορ. Αυτά θα γίνονται στους συλλόγους. Γυμναστική θα σημαίνει γνωριμία με το σώμα και γνώση γύρω από αυτό.

Ιστορία: Οχι πια τόσο πολλή εθνική ιστορία όσο παγκόσμια ιστορία. Οχι απομνημόνευση ημερομηνιών και μικρότερων γεγονότων. Ερευνα όμως γύρω από την τοπική ιστορία και πολύ προσεκτική παρουσίαση σε επίπεδο αυριανής παρουσίασης προϊόντος!

Φυσική: Γιατί το φεγγάρι άλλοτε εμφανίζεται σαν μισοφέγγαρο και άλλοτε σαν ένα λεπτό δρεπάνι; Ενας στους τέσσερις απαντά, λάθος, ότι οφείλεται απλώς στη σκιά της Γης που πέφτει επάνω στη Σελήνη. Πρέπει με τη βοήθεια των νόμων της Φυσικής να ξεκλειδώνουμε τα αινίγματα που βάζει καθημερινά ο κόσμος γύρω μας.

 Βιολογία: Οχι περισσότερα από τα βασικά, π.χ., για τη φωτοσύνθεση, για τα μπιζέλια του Μέντελ, για τη θεωρία του Δαρβίνου. Πιο σημαντικό θεωρούν να ξέρεις ποια η διαφορά ενός βλαστικού κυττάρου από τα άλλα κύτταρα ή γιατί ο δημιουργισμός είναι ένας τρόπος θεώρησης του κόσμου ενώ η θεωρία της εξέλιξης μια επιστημονικά τεκμηριωμένη θεωρία.

 Μουσική: Οπως γράφουν χαρακτηριστικά, αν στο μάθημα αυτό κυριαρχούν ο ήχος της κιμωλίας ή του μαρκαδόρου στον πίνακα, τότε όλα είναι χαμένα…

Πηγή: http://www.tovima.gr/science/article/?aid=421186&h1=true

Το πρόβλημα της ύπαρξης τον Θεού

Το πρόβλημα του Θεού απασχόλησε -προφανώς- και την αρχαία ελληνική σκέψη. Σ’ αυτή εξάλλου ανάγονται οι πρώτες απόπειρες να θεμελιωθεί λογικά η ύπαρξη του. Έτσι, από τη μία πλευρά, έχουμε τον Ξενοφάνη που υποστήριζε ότι η έννοια του Θεού είναι ανθρώπινο δημιούργημα, τον ουσιαστικά υλιστικό πανθεϊσμό των στωικών και την υλιστική φιλοσοφία των ατομικών.

Από την άλλη, ο Πλάτων δεχόταν την έννοια του Δημιουργού, ο οποίος όμως δεν δημιουργεί εκ του μηδενός: οι ιδέες προϋπάρχουν και αυτός – ως Αγαθός – κατασκευάζει τον κόσμο κατά το καλύτερο δυνατό πρότυπο.

Στην αντιφατική κοσμολογία του Αριστοτέλη θα βρούμε τα πρώτα «λογικά» επιχειρήματα για την ύπαρξη του Θεού: το κοσμολογικό ή της πρώτης αιτίας, του πρώτου κινούντος (ανάλογο του κοσμολογικού), καθώς και το τελεολογικό. (H φύσις είναι διπλή: ύλη και μορφή. H μορφή είναι σκοπός και τα άλλα υπάρχουν γι’ αυτό το σκοπό. Και ο φυσικός οφείλει να μιλά για δύο είδη αιτίων, αλλά κυρίως για το τελικό αίτιο. Επειδή αυτό είναι η αιτία της ύλης και όχι η ύλη αιτία του σκοπού).

Το «καθεστώς» του Θεού δεν είναι σαφές στην αριστοτελική οντολογία. Πράγματι, ο Αριστοτέλης ορίζει τη φύση ως αρχή κινήσεως και αλλαγής, δεν δέχεται κάποια αρχή του χρόνου, ορίζει την αιτία ως το ενδογενές στοιχείο το οποίο καθορίζει ένα πράγμα, η εντελέχεια έχει σαφή διαλεκτική όψη ως εσωτερική δυναμική της ύλης, και όλα αυτά δύσκολα θα συμβιβάζονταν με τη χριστιανική αντίληψη για το Θεό και με το δόγμα της δημιουργίας εκ του μηδενός.

Με την κρίση της αθηναϊκής δημοκρατίας και την παρακμή της φιλοσοφίας, κυριάρχησαν, ως γνωστόν, διάφορα μυστικιστικά ρεύματα, σωτηριακές θρησκείες, καθώς και ο νεοπλατωνισμός, που σημαδεύει τις προσπάθειες για συγχώνευση της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας με το χριστιανικό δόγμα. Τόσο οι πατέρες της Ανατολικής Εκκλησίας όσο και οι θεωρητικοί της Δυτικής επεχείρησαν να θεμελιώσουν λογικά την πίστη, στηριζόμενοι άλλοτε στον Πλάτωνα και άλλοτε στον Αριστοτέλη. Αλλά το δόγμα της δημιουργίας αντιφάσκει τόσο με την πλατωνική όσο και με την αριστοτελική οντολογία.

Κατά τον ιερό Αυγουστίνο (354-430), π.χ., “non in tempore, sed cum tempore finxit Deus mundum” (ουχί εν χρόνω αλλά μετά του χρόνου εποίησεν ο Θεός τον κόσμον). Και ο Θεός προικίζεται με μια σειρά από ανθρώπινα κατηγορήματα (πανάγαθος, παντοδύναμος, παντογνώστης, πανταχού παρών κ.λπ.), σε αντίθεση με τις μη ανθρωπομορφικές αντιλήψεις των αρχαίων και ειδικά του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη.

Με τις εισβολές των βαρβάρων στην πρώην ρωμαϊκή αυτοκρατορία (VI έως IX αιώνες) και την εξαφάνιση της ελληνικής και ρωμαϊκής σκέψης, η φιλοσοφία καλλιεργείται πλέον στα μοναστήρια της Αγγλίας και της Ιρλανδίας και, αργότερα, από την εποχή του Καρόλου του Μεγάλου (792-814), στην ηπειρωτική Ευρώπη. Κύριο έργο της μεσαιωνικής σχολαστικής φιλοσοφίας ήταν να θεμελιώσει με λογικά επιχειρήματα την πίστη. Έτσι η φιλοσοφία μετατρέπεται σε θεραπαινίδα της θεολογίας (ancilla theologiae).

O σχολαστικισμός είναι η κύρια μορφή φιλοσοφίας στη φεουδαρχική κοινωνία. Στην 1η περίοδο, από τον IX ως το XII αιώνα, δεσπόζει ο ακραίος πλατωνικός ρεαλισμός, στη δεύτερη περίοδο, κατά το XIII αιώνα, κυριαρχεί ο αριστοτελισμός με τον Θωμά, τον Ντινς Σκοτ κ.λπ., ενώ ο XIV και ο XV αιώνας είναι οι αιώνες της παρακμής του σχολαστικισμού. Στην τελευταία αυτή περίοδο εμφανίζεται ο νομιναλισμός, με πρόδρομο τον Ροσελίνο της Κομπιένης (περίπου 1050) και κύριους εκπροσώπους, μεταγενέστερα, τον Ντινς Σκοτς (1270-1308), τον Όκαμ (1285-1349) και άλλους.

Συνεχίζοντας και εμπλουτίζοντας την αριστοτελική επιχειρηματολογία, οι μεσαιωνικοί διατύπωσαν μια σειρά επιχειρημάτων για την ύπαρξη του θεού: Το κοσμολογικό ή της πρώτης αιτίας, το επιχείρημα του πρώτου κινούντος, το τελεολογικό (την ύπαρξη σχεδίου), αλλά και επιχειρήματα από την περιοχή των ανθρώπινων (δικαιοσύνη, ηθική, ωραιότητα, τελειότητα κ.λπ.). Επιδίωξη ήταν να στηριχθεί λογικά το δόγμα της ύπαρξης του Θεού και της θεϊκής δημιουργίας.

Ας σημειώσουμε ορισμένα από τα επιχειρήματα υπέρ της ύπαρξης του Θεού.

Κατά τον Ανσέλμο του Καντέρμπουρι (1033-1109), ακραίο ρεαλιστή, οι έννοιες του αγαθού, της δικαιοσύνης κ.λπ. έχουν πραγματική υπόσταση. Ως προς το Θεό, η ύπαρξη του συνάγεται από την ίδια την έννοια του Θεού. O λογικός φαύλος κύκλος είναι προφανής: θεωρούμε δεδομένο το ζητούμενο και, με αφετηρία αυτή την παραδοχή, συνάγουμε – με τους κανόνες της τυπικής λογικής – την ύπαρξη του.

Κατά τους ρεαλιστές, τα Universalia υπάρχουν πριν από τα πράγματα (Ιδέες, Θεός), υπάρχουν στα πράγματα (το εν στα πολλά) και ύστερ’ από τα πράγματα. Αλλά ήδη ο Αλβέρτος ο Μέγας (1193-1280) θεωρούσε την αριστοτελική φιλοσοφία συμβατή με τη χριστιανική θεολογία και ο Θωμάς ο Ακινάτης (1225-1274), αντίθετα με τον πρώιμο σχολαστικισμό, στράφηκε οριστικά προς τον Αριστοτέλη.

O Αριστοτέλης είχε ήδη γίνει γνωστός στη Δύση από μεταφράσεις και σχόλια των αράβων. O Θωμάς αξιοποίησε την αριστοτελική φιλοσοφία για να διαμορφώσει το δικό του σύστημα. Έτσι, ο αριστοτελισμός και η ιουδαϊκή παράδοση συνενώθηκαν στη θεολογική σύνθεση του θωμισμού. Κατά τον Θωμά, η φιλοσοφική σκέψη μπορεί να επιτρέψει στη νόηση την αποκάλυψη της αλήθειας. H φιλοσοφία είναι ανεξάρτητη από την αποκάλυψη. Εντούτοις, η αλήθεια είναι μία και, κατά συνέπεια, η φιλοσοφία υποτάσσεται στην εξουσία της πίστης: η αποκάλυψη ασκεί κανονιστική λειτουργία απέναντι στη φιλοσοφία.

Σε αντίθεση με τον πρώιμο σχολαστικισμό του Αυγουστίνου, του Ανσέλμου κ.λπ., που είχε νεο-πλατωνικό χαρακτήρα, ο Θωμάς αξιοποίησε το δυναμικό (από μια άποψη) χαρακτήρα της αριστοτελικής φιλοσοφίας, προκειμένου να επιτύχει μια αυστηρή θεμελίωση των θεολογικών δογμάτων. Αξιοποίησε, π.χ., την εξελικτική αντίληψη του Αριστοτέλη, τη σχέση δυνατότητας και πραγματικότητας, ύλης και μορφής, ουσίας και συμβεβηκότος. O Θωμάς, π.χ., διακρίνει την ουσία από την ύπαρξη, οι οποίες συμπίπτουν μόνο στο Θεό. Και η διάκριση αυτή είναι θεμελιώδης. Ουσία είναι αυτό που είναι ένα ον. H ύπαρξη είναι πάντα συγκεκριμένη. Είναι η ύπαρξη μιας επιμέρους ουσίας, που την καθορίζει. Εξαιρείται η ύπαρξη του Θεού.

Παρά τα στοιχεία μιας δυναμικής-εξελικτικής οντολογίας, και ο Θωμάς παρέμεινε δέσμιος της παράδοσης που πίστευε ότι μπορεί να αποδείξει με επιχειρήματα την ύπαρξη του Θεού. Έτσι δανείστηκε και ανέπτυξε περαιτέρω τα γνωστά επιχειρήματα του Αριστοτέλη.

Κατά το επιχείρημα, π.χ., του πρώτου κινούντος: H καθολική κίνηση χαρακτηρίζει τον κόσμο. Καθετί όμως κινείται από κάτι άλλο. Έτσι από κινούμενα κινούντα φθάνουμε στο ακίνητο πρώτο κινούν: στο Θεό. Άλλο επιχείρημα του Θωμά: Τα φυσικά αντικείμενα που συνιστούν το Σύμπαν δρουν για την επίτευξη κάποιου σκοπού (τέλους).

Αν κάτι ενεργεί για να επιτύχει κάποιο σκοπό, τότε κατευθύνεται προς το σκοπό αυτό και κάποιο έλλογο ον.

• Τα φυσικά αντικείμενα δεν είναι έλλογα όντα.

• Άρα: Υπάρχει κάποιο έλλογο ον το οποίο κατευθύνει τα φυσικά αντικείμενα για να επιτύχουν κάποιο σκοπό.

Αυτή η κατευθυντήρια δύναμη είναι ο Θεός.

Στον τυπικό αυτό συλλογισμό, η αριστοτελική κατηγορία της εντελέχειας υποβαθμίζεται σε καθαρά μεταφυσική κατηγορία.

Υπάρχει σειρά ολόκληρη επιχειρημάτων (ή αποδείξεων) για την ύπαρξη του Θεού. Τα επιχειρήματα αυτά έχουν διάφορες αφετηρίες. Άλλα είναι συμπληρωματικά και άλλα αντίθετα: κοσμολογικό, οντολογικό, τελεολογικό, του πρώτου κινούντος κ.λπ., και άλλα από την περιοχή της δικαιοσύνης, της ηθικής και της αισθητικής. Ας σημειώσουμε ορισμένα απ’ αυτά.

Κοσμολογικό επιχείρημα: Οτιδήποτε γνωρίζουμε προκύπτει από κάτι άλλο. Οφείλουμε συνεπώς να συμπεράνουμε ότι το Σύμπαν ως ολότητα προέκυψε από κάτι άλλο και αυτό είναι ο Δημιουργός, ο Θεός (αιτιακή εκδοχή).

Καθετί που υπάρχει, είτε υπάρχει εξαιτίας της ύπαρξης κάτι άλλου (συμπληρωματική ύπαρξη) είτε υπάρχει αφ’ εαυτού (αναγκαία ύπαρξη). Είναι αδύνατο να υπάρχουν μόνο συμπτωματικά όντα, επειδή αυτά δεν είναι αυτάρκη. Πρέπει συνεπώς να υπάρχει ένα αναγκαίο Ον, και αυτό ονομάζουμε Θεό.

Οντολογικό επιχείρημα:

Κατά τον Ανσέλμο, η ύπαρξη του Θεού συνάγεται από έναν απλό ορισμό:

1.0 Θεός, εξ ορισμού, είναι το τελειότερο ον (το πλήρες, τέλειο ον).

2. Ένα ον θα ήταν λιγότερο από τέλειο, αν δεν θα υπήρχε. Άρα ο Θεός υπάρχει.

Σύμφωνα με άλλη διατύπωση:

1. O Θεός είναι το ον το μεγαλύτερο που μπορεί να υπάρξει.

2. Αν ο Θεός δεν υπάρχει, θα μπορούσαμε να φανταστούμε ένα ον με όλες του τις ιδιότητες, το οποίο θα υπήρχε και το οποίο θα ήταν ένα ον μεγαλύτερο από το Θεό, πράγμα αδύνατο. Άρα ο Θεός πρέπει να υπάρχει.

H λογική ανακολουθία είναι προφανής: αποδίδουμε σε ένα φανταστικό ον μια ιδιότητα και, από τον ορισμό που εμείς δίνουμε, συνάγουμε την ύπαρξη του. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Θωμάς επέκρινε αυτό το επιχείρημα: δεν μπορούμε από μια έννοια να συναγάγουμε ένα ον.

Επιχείρημα της πρώτης (πρωταρχικής) αιτίας: Αποτελεί αναδιατύπωση του αριστοτελικού επιχειρήματος για το πρώτο κινούν: Κάθε κινούμενο κινείται από κάθε άλλο. Έτσι θα φθάναμε στο άπειρο. Αλλά μια αιτιακή αλυσίδα δεν μπορεί να είναι άπειρη. Άρα υπάρχει κάτι που προκαλεί την κίνηση αλλά που δεν κινείται από κάτι άλλο, και αυτό είναι η πρώτη αιτία, δηλαδή ο Θεός.

Επιχείρημα του πρώτον κινούντος (Αριστοτέλης, μεσαιωνικοί, Καρτέσιος): Τα πράγματα κινούνται. Γενικά αντλούν την κίνηση τους και την κίνηση άλλων πραγμάτων. Εντούτοις, είναι αδύνατο το καθετί να αντλεί μ’ αυτό τον τρόπο την κίνηση του, επειδή δεν θα υπήρχε διόλου κίνηση. Πρέπει συνεπώς να υπάρχει μια οντότητα που η κίνηση της να μην προκύπτει από την κίνηση άλλων όντων. Πρόκειται για το πρώτο κινούν, το Θεό.

Επιχείρημα που δεχόταν, όπως είδαμε, ο Θωμάς, αλλά και ο γενάρχης του αστικού ορθολογισμού, ο Καρτέσιος, κατά τον οποίο ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο και του έδωσε τόση κίνηση όση χρειαζόταν για το σκοπό για τον οποίο τον δημιούργησε. Και επειδή, κατά τον Καρτέσιο, ο Δημιουργός δεν επεμβαίνει στο φυσικό γίγνεσθαι, έχουμε εδώ μια πρώτη διατύπωση της φυσικής αρχής της αφθαρσίας της κίνησης, θεμελιωμένη στη θρησκευτική μεταφυσική.

Τελεολογικό Επιχείρημα: Δηλώνει την ύπαρξη σκοπού στο Σύμπαν. Εντελέχεια – Αριστοτέλης. Προκαθορισμένη αρμονία – Λάιμπνιτς. O κόσμος έγινε για να εξυπηρετήσει τους σκοπούς του ανθρώπου – Wolff. Σκοπιμότητα, έννοια a priori, η οποία έλκει την καταγωγή της στη θεωρησιακή ικανότητα της κρίσης – Καντ. H ύλη δημιουργήθηκε από το Θεό με μορφή άφθαρτων σωματίων, τα οποία ταιριάζουν στους σκοπούς για τους οποίους τα δημιούργησε – Νεύτων. (Προφανώς, τα επιχειρήματα του Καρτέσιου και του Νεύτωνα διαφέρουν από τα μεσαιωνικά. Θεμελιώνουν σε μεταφυσική βάση την κίνηση στην πρώτη περίπτωση, την ύπαρξη της ύλης στη δεύτερη).

Δεν έχει νόημα να συνεχίσουμε την καταγραφή και άλλων επιχειρημάτων από την περιοχή της ηθικής, του νοήματος της ζωής, από την ύπαρξη θαυμάτων, την προσωπική εμπειρία κ.λπ.

Ας σημειώσουμε μόνο ένα: Ορισμένοι άνθρωποι έχουν την εμπειρία του Θεού: άρα ο Θεός υπάρχει. Στα νεότερα χρόνια, ο Kierkegaard (1813-1855) θα απέρριπτε τις «λογικές» αποδείξεις για την ύπαρξη του Θεού: «Η πίστη δεν έχει ανάγκη αποδείξεως, την οποίαν πρέπει να θεωρεί εχθρό της».

Το τρωτό των επιχειρημάτων και αποδείξεων γινόταν όλο και περισσότερο φανερό από τα τέλη του Μεσαίωνα. Εντούτοις, «επιχειρήματα» και «αποδείξεις», διαφορετικού τύπου, στηριγμένα κυρίως στις φυσικές επιστήμες, αναπαράγονταν κατά το 17ο και το 18ο αιώνα και αναπαράγονται μέχρι τις μέρες μας. Αλλά θα ήθελα να κλείσω αυτή την ενότητα υπενθυμίζοντας την άποψη του Ξενοφάνη, ιδρυτή της Σχολής της Ελέας, για να φανεί η τρομερή οπισθοχώρηση της φιλοσοφικής σκέψης κάτω από το κράτος της θεολογίας.

Λοιπόν, κατά τον Ξενοφάνη:

Πάντα θεοί σ’ ανέθηκεν Όμηρος ο Ησίοδος τε όσσα παρ’ ανθρώπισιν ονείδεα και ψόγος εστίν κλέπτειν, μοιχεύειν, και αλλήλους απατεύειν. Αλλ’ οι βροτοί δοκέουσι γεννάσθαι Θεούς, των εφετέραν δι’ εσθήτα έχειν φωνήν τε δέμας τε. Αιθίοπες τε «θεούς σφετέρους» σιμούς μέλανας τε Θρήικες τε γλαυκούς και πυρούς «φάσι πέλεσθαι». Αλλ’ ει χείρας βόες «ίπποι τ’» ή λέοντες ή γράψαι χείρεσι και έργα τελεί ν όπερ άνδρες, ίπποι μεν θ’ίπποισι βόες δε τοις βουσίν ομοίας και «κε» Θεών ιδέας έγραφον και σώματ’ εποίουν τοιαύ’ θ ‘όσον περ καυτοί δέμας είχον «έκαστοι».

O πλέον διάσημος φιλόσοφος που απέδειξε, στα πλαίσια της γνωσιοθεωρίας του, την αδυναμία του Λόγου να αποδείξει την ύπαρξη του θεού ήταν, ως γνωστόν, ο Καντ. Αλλά και ο Καντ κατέληξε σε άλλου είδους «επιχείρημα» από την αντίθετη οδό.

Κείμενο του Ευτύχη Μπιτσάκη

Πηγή: http://sciencearchives.wordpress.com/2011/09/13/%cf%8c-%cf%8d-%cf%8d-2/

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.