Μερικές διευκρινίσεις για τα ομολογιακά Μαθήματα των Θρησκευτικών στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης

16 07 2009

Πηγή:  http://pi-schools.gr/content/index.php?lesson_id=2&ep=38

Όλγα Γριζοπούλου

Στο διάλογο γύρω από το ελληνικό Μάθημα των Θρησκευτικών (ΜΘ) συχνά διατυπώνεται το επιχείρημα πως η ομολογιακή θρησκευτική εκπαίδευση είναι «κανόνας» στις ευρωπαϊκές χώρες. Ωστόσο εδώ χρειάζεται λίγη προσοχή, καθώς – όπως φαίνεται – συχνά εννοούμε διαφορετικά αυτή την «ομολογιακότητα» σε σχέση με τα κριτήρια χρήσης του όρου από τους ευρωπαίους συναδέλφους μας. Πιο συγκεκριμένα:

i)       Στη χαρτογράφηση των ευρωπαϊκών ΜΘ διαπιστώνουμε πως πράγματι οι 22 από τις 29 ευρωπαϊκές χώρες αναπτύσσουν ομολογιακό ΜΘ ενώ μόνον 7 μη ομολογιακό (ΠΙΝΑΚΑΣ 1). Ωστόσο χρειάζεται να προσέξουμε (ΠΙΝΑΚΑΣ 2) ότι στις περισσότερες απ’ αυτές η δυνατότητα οργάνωσης ομολογιακού ΜΘ προσφέρεται όχι αποκλειστικά σε μία θρησκεία/ομολογία, αλλά σε όλες τις επίσημα αναγνωρισμένες θρησκευτικές κοινότητες. Έτσι στη Γερμανία λ.χ., καθώς το δικαίωμα αυτό εκχωρείται σε 5 θρησκευτικές κοινότητες, διαπιστώνουμε ότι στο γερμανικό σχολείο μπορούν να οργανώνονται 5 ΜΘ διαφορετικών θρησκειών/ομολογιών. Συνολικά λοιπόν οι 14 από τις 22 «ομολογιακές» χώρες προσφέρουν περισσότερα του ενός ομολογιακά ΜΘ. Κι αυτήν ακριβώς τη διάσταση της «ομολογιακότητας» χρειάζεται να επισημάνουμε, καθώς μ’ αυτήν το κράτος προσφέροντας τη δυνατότητα στις διάφορες θρησκευτικές κοινότητες να οργανώνουν το δικό τους (ομολογιακό) ΜΘ εκφράζει τη διασφάλιση της κρατικής ουδετερότητας και τον σεβασμό της ατομικής θρησκευτικής ελευθερίας του κάθε πολίτη. Από την άλλη μεριά, οι 8 χώρες που προσφέρουν μόνον 1 ομολογιακό ΜΘ (ανάμεσά τους και η Ελλάδα) είναι οι χώρες με ισχυρή παρουσία της «κρατικής, επίσημης θρησκείας» και ήδη σε κάποιες απ’ αυτές (π.χ. ακόμη και στη Β. Ιρλανδία όπου υπάρχουν σκληρές θρησκευτικές αντιπαραθέσεις και μεγάλη ένταση μεταξύ των θρησκευτικών και κοσμικών επιδράσεων στην εκπαίδευση) έχει αρχίσει να αναπτύσσεται εκτεταμένος θρησκειοπαιδαγωγικός διάλογος για μια πιο διευρυμένη θρησκευτική εκπαίδευση[1].

ii)     Είναι γεγονός ότι την ευθύνη των ομολογιακών ευρωπαϊκών ΜΘ (σχετικά με τα Αναλυτικά Προγράμματα, το διδακτικό υλικό, τους δασκάλους κ.ά.) την έχουν οι θρησκευτικές κοινότητες – σε συνεργασία συνήθως με το κράτος (ΠΙΝΑΚΑΣ 3). Ωστόσο αυτή η εμπλοκή των θρησκευτικών κοινοτήτων στην εκπαίδευση θεωρείται περισσότερο ως υπηρεσία στην κοινωνία και ως ένα πεδίο στενής συνεργασίας με την πολιτεία παρά ως μέσο καλλιέργειας πίστης, κατήχησης ή εθνικής ταυτότητας. Έτσι βλέπουμε λ.χ. στην Αυστρία, το ομολογιακό ΜΘ να θεωρείται μεν στα πλαίσια της συνευθύνης πολιτείας – θρησκευτικών κοινοτήτων για την οργάνωση της σχολικής θρησκευτικής εκπαίδευσης αλλά η «ομολογιακότητα» να μην αναφέρεται σε κάποιο αναμενόμενο αποτέλεσμα[2] (ενστάλαξη ή ενδυνάμωση πίστης). Γι’ αυτό και η Αυστρία δίνει τη δυνατότητα οργάνωσης έως και 13 ΘΜ! Ομολογιακό ΜΘ με την αποκλειστική ευθύνη της πολιτείας έχουν μόνον η Ελλάδα, η Κύπρος και η Βουλγαρία.

iii)  Ως προς τα περιεχόμενα του ΜΘ πράγματι τα ομολογιακά κινούνται στα όρια μιας και μοναδικής θρησκευτικής παράδοσης – συχνά μάλιστα αυτής που από το κράτος ορίζεται ως «επικρατούσα» (π.χ. στην Ιρλανδία ο Καθολικισμός). Ωστόσο κι εδώ χρειάζεται προσοχή, καθώς στα πρόσφατα στοιχεία που δίνουν οι ίδιες οι χώρες[3] διαπιστώνουμε πως και σε κατεξοχήν ομολογιακά ΜΘ (π.χ. Ιταλία, Ισπανία) παρατηρείται πραγματικό άνοιγμα στη γνωριμία και διδασκαλία των παγκόσμιων θρησκειών και στον διάλογο. 

iv)   Τα «καυτά» ζητήματα (διαποτισμού, παραβίασης θρησκευτικής συνείδησης[4] κ.ά.) που αναπόφευκτα προκύπτουν στα όρια της ομολογιακής θρησκευτικής εκπαίδευσης φαίνεται να αντιμετωπίζονται με την προαιρετικότητα.  Έτσι σε κανένα από τα 22 ομολογιακά ΜΘ δεν μπορούμε να αναγνωρίσουμε απόλυτη υποχρεωτικότητα (ΠΙΝΑΚΑΣ 4). Σε όλα διαπιστώνεται προαιρετικότητα κάποιου τύπου (είτε με τη δυνατότητα απαλλαγής ή εξαίρεσης είτε με την επιλογή εναλλακτικού μαθήματος). Ειδικότερα ως προς τα εναλλακτικά μαθήματα (ΠΙΝΑΚΑΣ 5) είναι ενδιαφέρον να επισημάνουμε ότι οι χώρες που προσφέρουν εναλλακτικό μάθημα είναι αυτές που παρέχουν τη δυνατότητα οργάνωσης ΜΘ σε πολλές θρησκευτικές κοινότητες, άρα οι χώρες όπου είναι βαθύτατα εμπεδωμένη η διαφύλαξη του δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας! Εναλλακτικό μάθημα επίσης υπάρχει σε χώρες με ισχυρή την παρουσία της Καθολικής Εκκλησίας (Ισπανία, Πορτογαλία, Πολωνία).

v)     Καθώς η ευρωπαϊκή θρησκευτική εκπαίδευση προβάλλει ως ένα αρκετά πολυεπίπεδο ζήτημα, κάθε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι ελεύθερη και υπεύθυνη να επιλέξει τον χαρακτήρα και τις κατευθύνσεις της σχολικής θρησκευτικής εκπαίδευσης που αναπτύσσει. Και είναι φυσικό ότι αυτή η επιλογή σχετίζεται στενότατα με τη συνάφειά της (context): πολιτικοί λόγοι, το θρησκευτικό τοπίο της χώρας, ο ρόλος και οι αξίες της θρησκείας στη συγκεκριμένη κοινωνία, η δομή και η ιστορία του εκπαιδευτικού συστήματος, η εκπαιδευτική πολιτική[5]. Έτσι στις χώρες του τέως υπαρκτού σοσιαλισμού (π.χ. Βουλγαρία, Εσθονία) φαίνεται «φυσικό» το ομολογιακό ΜΘ να επιχειρεί να συνεισφέρει στη διαμόρφωση ταυτότητας – και μάλιστα εθνικής. Ταυτόχρονα ωστόσο είναι απόλυτα φυσικό, αυτός ο όρος ταύτισης εθνικής-θρησκευτικής ταυτότητας να υπερβαίνεται σε δημοκρατικά κράτη τα οποία – έχοντας από χρόνια ελεύθερα αναπτύξει σχολική θρησκευτική εκπαίδευση – ό,τι επιχειρούν σήμερα είναι η διεύρυνση και ο εμπλουτισμός της (π.χ. Γερμανία, Ισπανία).

vi)   Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, καθώς φαίνεται πλέον εμπεδωμένη η αντίληψη ότι η θρησκεία πρέπει να διδάσκεται με τα κριτήρια της δημόσια εκπαίδευσης, είναι εμφανής η τάση υπέρβασης της αποκλειστικότητας της μιας ομολογίας ακόμη και στα πλαίσια των ομολογιακών ΜΘ.  Στη μάλιστα παραδοσιακά «ομολογιακή» Γερμανία – ιδιαίτερα από τη δεκαετία του 90 – εκφράζεται η ανάγκη δημιουργίας κοινών μαθημάτων (“Religionsuterricht für alle”) όπου οι μαθητές να συναντούνται και να γνωρίζουν τους θρησκευτικά και πολιτιστικά «άλλους»[6], επιχειρούνται διδακτικές προσεγγίσεις σε ομολογιακά μικτές τάξεις και διαπιστώνεται η ανάγκη διεύρυνσης και πολλαπλασιασμού τέτοιων προσεγγίσεων.

ΠΙΝΑΚΑΣ 1

Τα ΜΘ στα σχολεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης

 Ομολογιακά ΜΘ  Μη ομολογιακά ΜΘ
 

  1. Αυστρία
  2. Βέλγιο
  3. Β. Ιρλανδία
  4. Βουλγαρία
  5. Γερμανία
  6. Ελλάδα
  7. Ιρλανδία
  8. Ισπανία
  9. Ιταλία
  10. Κύπρος
  11. Λετονία
  12. Λιθουανία
  13. Λουξεμβούργο
  14. Μάλτα
  15. Ολλανδία 
  16. Ουγγαρία
  17. Πολωνία
  18. Πορτογαλία
  19. Ρουμανία
  20. Σλοβακία
  21. Τσεχία
  22. Φινλανδία
 

  1. Αγγλία
  2. Δανία
  3. Εσθονία
  4. Ουαλία
  5. Σκωτία
  6. Σλοβενία
  7. Σουηδία

 

ΠΙΝΑΚΑΣ 2

Ο αριθμός των ομολογιακών ΜΘ στα σχολεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης

 Ένα

ομολογιακό ΜΘ 

στο σχολείο

 Περισσότερα του ενός ομολογιακά ΜΘ (διαφόρων θρησκευτικών κοινοτήτων)

στο σχολείο

 

 

  1. Β. Ιρλανδία
  2. Βουλγαρία
  3. Ελλάδα
  4. Ιρλανδία
  5. Ιταλία
  6. Κύπρος
  7. Λουξεμβούργο
  8. Μάλτα

 

 

  1. Αυστρία (13)
  2. Βέλγιο (6)
  3. Γερμανία (5)
  4. Ισπανία (4)
  5. Λετονία (5)
  6. Λιθουανία (2)
  7. Ολλανδία
  8. Ουγγαρία (3)
  9. Πολωνία
  10. Πορτογαλία
  11. Ρουμανία(4)
  12. Σλοβακία (13)
  13. Τσεχία
  14. Φινλανδία

 

 ΠΙΝΑΚΑΣ 3

Η ευθύνη των ομολογιακών ΜΘ στις χώρες της Ευρώπης 

 Ευθύνη

της πολιτείας

 Ευθύνη  των διαφόρων θρησκευτικών κοινοτήτων  Ευθύνη   πολιτείας – θρησκευτικών κοινοτήτων

(σε συνεργασία)

 

 

  1. Βουλγαρία
  2. Ελλάδα
  3. Κύπρος

 

 

  1. Βέλγιο
  2. Β. Ιρλανδία
  3. Ιρλανδία
  4. Ιταλία
  5. Λουξεμβούργο
  6. Μάλτα
  7. Ουγγαρία
  8. Πολωνία
  9. Πορτογαλία
  10. Σλοβακία
  11. Τσεχία

 

 

  1. Αυστρία
  2. Γερμανία
  3. Ισπανία
  4. Λετονία
  5. Λιθουανία
  6. Ρουμανία
  7. Φινλανδία

 

ΠΙΝΑΚΑΣ 4

Η υποχρεωτικότητα των ομολογιακών ΜΘ της Ευρώπης

   Υποχρεωτικό

(με δυνατότητα απαλλαγής)

 

 Προαιρετικό / υποχρεωτικό*  Προαιρετικό

 

 

  1. Αυστρία
  2.  Β. Ιρλανδία
  3. Γερμανία
  4.  Ελλάδα
  5. Κύπρος
  6. Ιρλανδία
  7. Ρουμανία
  8. Φινλανδία

 

 

  1. Βέλγιο
  2. Βουλγαρία
  3. Ισπανία
  4. Λετονία
  5. Λιθουανία
  6. Λουξεμβούργο
  7. Ολλανδία 
  8. Πορτογαλία
  9. Σλοβακία

 

 

  1. Ιταλία
  2. Μάλτα
  3. Ουγγαρία
  4. Πολωνία
  5. Τσεχία

 

* Ο μαθητής αφού επιλέξει υποχρεούται να παρακολουθήσει το επιλεγμένο ΜΘ

ΠΙΝΑΚΑΣ 5

Τα εναλλακτικά μαθήματα στα ευρωπαϊκά ΜΘ

    Χωρίς εναλλακτικό μάθημα   Με εναλλακτικό μάθημα

 

 1.  Β. Ιρλανδία2.  Βουλγαρία3.  Ελλάδα

4.  Ιρλανδία

5.  Ιταλία

6.  Κύπρος

7.  Μάλτα

8.  Ολλανδία

9.  Ουγγαρία

10. Ρουμανία

11.  Τσεχία

 

 1.  Αυστρία 2.  Βέλγιο 3.  Γερμανία

4.  Ισπανία

5.  Λετονία

6.  Λιθουανία

7.  Λουξεμβούργο

8.  Πολωνία

9.  Πορτογαλία

10. Σλοβακία

11. Φινλανδία

 


[1] Βλ. L. Ph. Barnes, “Religion, education and conflict in Northern Ireland”, Journal of Beliefs & Values, 26,2 (2005), σ. 123-138.

[2] Βλ. F. Schweitzer, CoGREE Conference 2005: “Education that takes account of religion:  How can this contribute to democratic citizenship?”.

[3] Βλ. E. Kuyk, R. Jensen, D. Lankshear, E. Löh Manna, P. Schreiner (Eds), Religious Education in Europe. Situation and current trends in schools, IKO, Oslo 2007.

[4] Βλ. Toledo Guiding Principles on teaching about religions and beliefs in public schools, OSCE / ODIHR 2007, σ. 16, σημείο 5.

[5] Βλ. R. Jackson, “European Institutions and the Contribution of Studies of Religious Diversity to Education for Democratic Citizenship”, στο: R. Jackson, S. Miedema, W. Weisse, J-P. Willaime (Eds.), Religion and Education in Europe. Developments, Contexts and Debates, Waxmann, Münster 2007, σ. 28-30.

[6] Βλ. Th. Knauth, Religious Education in Germany: Contribution to Dialogue or Source of Conflict?”, στο: R. Jackson, S. Miedema, W. Weisse, J-P. Willaime (Eds.),  ό.π.,  σ. 243-265.





Τι είναι ζωή;

15 07 2009

Πηγή: Το Βήμα,  Κυριακή 7 Ιανουαρίου 2007

ROBERT HAZEN 

Καμία ανθρώπινη ανακάλυψη δεν θα έχει τόσο σημαντικές συνέπειες όσο το να ανακαλύψουμε αυτό που στον τομέα μας είναι γνωστό ως μια «δεύτερη γένεση» – μια πηγή ζωής διαφορετική από αυτήν που υπάρχει στη Γη. Διαθέτοντας προς το παρόν μόνο ένα δείγμα έμβιου κόσμου – τον δικό μας – το ενδεχόμενο η Γη να είναι μοναδική και εμείς να είμαστε απόλυτα μόνοι στο Σύμπαν παραμένει πιθανό. Αν όμως ανακαλύψουμε μια δεύτερη γένεση στον κοντινό μας κοσμικό χώρο, τότε θα ξέρουμε ότι η ζωή είναι μια οικουμενική επιταγή. Η μη αποδεδειγμένη πεποίθηση ότι το Σύμπαν είναι γεμάτο ζωή οδηγεί πολλούς από εμάς στον εκκολαπτόμενο τομέα της αστροβιολογίας – την οποία κάποιος ευφυολόγος έχει περιγράψει ως τη «μόνη επιστήμη χωρίς αντικείμενο».

Οι βιολόγοι που ασχολούνται με τη Γη είναι εξαιρετικά ικανοί στο να ανακαλύπτουν τη ζωή. Ενα μεμονωμένο κύτταρο, ένα ψήγμα DNA, ακόμη και ένα παράξενο σύμπλεγμα μορίων βασισμένων στον άνθρακα μπορεί να αποδείξει ξεκάθαρα την ύπαρξη ζωντανών οργανισμών. Αυτά όμως είναι δείγματα της γήινης ζωής. Πώς μπορούμε να ξέρουμε ότι η ζωή σε άλλα μέρη δεν είναι διαφορετική, βασισμένη σε μιαν εντελώς ξένη προς εμάς, εξωγήινη ανατομία και βιοχημεία; Αντίθετα με τον δικαστή Πίτερ Στιούαρτ, ο οποίος στην απόφασή του περί προσβολής των ηθών στο Ανώτατο Δικαστήριο το 1964 είχε καυχηθεί, αναφερόμενος στο πορνογραφικό υλικό, «ξέρω να το αναγνωρίζω μόλις το δω», νομίζω ότι είναι πολύ πιθανόν να μην αναγνωρίσουμε την εξωγήινη ζωή όταν τη δούμε. Τι είναι λοιπόν ακριβώς η ζωή και πώς μπορούμε να την ανιχνεύσουμε;

Οι ειδικοί δίνουν ιδιαίτερη σημασία στους ορισμούς, γι’ αυτό και συνέρχονται σε συνέδρια προκειμένου να συζητήσουν επ’ αυτού του θέματος. Μια πρόσφατη τέτοια συνάντηση με τον τίτλο «Τι είναι ζωή;» προσείλκυσε εκατοντάδες επιστήμονες, φιλοσόφους και θεολόγους. Η διάσταση των απόψεων ήταν τεράστια, αλλά οι πιο έντονες διαμάχες σημειώθηκαν μέσα στους ίδιους τους κόλπους των επιστημόνων. Ενας βετεράνος ειδικός στα μόρια των λιπιδίων υποστήριξε ότι η ζωή ξεκίνησε με την πρώτη ημιδιαπερατή λιπιδική μεμβράνη. Μια εξίσου αξιοσέβαστη αυθεντία στα ζητήματα του μεταβολισμού αντιπαρέθεσε την άποψη ότι η ζωή άρχισε με τον πρώτο αυτοσυντηρούμενο μεταβολικό κύκλο. Το αντίθετο, ισχυρίστηκαν αρκετοί μοριακοί βιολόγοι, η πρώτη έμβια οντότητα θα πρέπει να ήταν ένα γενετικό σύστημα παρόμοιο με το RNA το οποίο μετέφερε και αναπαρήγε βιολογικές πληροφορίες. Ενας μεταλλειολόγος έφθασε να προτείνει την απόλυτα μειοψηφική άποψη ότι η ζωή δεν ξεκίνησε ως οργανική οντότητα αλλά ως αυταναπαραγόμενο ορυκτό.

Αυτή η χωρίς λύση διαμάχη θυμίζει την κλασική ιστορία των τυφλών και του ελέφαντα. Οταν τους ζήτησαν να περιγράψουν το ζώο, η άποψη του καθενός ήταν διαφορετική, ανάλογα με το ποιο χαρακτηριστικό μπόρεσε να αγγίξει – τη λεπτή, σαν σχοινί ουρά, τα δυνατά, σαν κορμούς δέντρων πόδια, τη στριφογυριστή, φιδίσια προβοσκίδα και ούτω καθ’ εξής. Ολες οι εκδοχές ήταν λάθος, όλες τους όμως διέθεταν ένα στοιχείο της – πιο σύνθετης – ελεφάντειας αλήθειας. Ισως οι διαφορετικές απόψεις γύρω από το τι αποτελεί τη ζωή είναι και αυτές απλώς τμήματα της πιο σύνθετης αλήθειας της ταυτότητας και της προέλευσης της ζωής.

Η επιστήμη δεν είναι ο μόνος τομέας ο οποίος ταλανίζεται από το ερώτημα «τι είναι ζωή;». Οι ειδικοί της βιοηθικής και οι θεολόγοι το συζητούν σε σχέση με την έναρξη της ανθρώπινης ζωής: πότε αρχίζει η ζωή; τη στιγμή της σύλληψης, όταν ο εγκέφαλος του εμβρύου έχει τις πρώτες αντιδράσεις ή όταν η καρδιά του αρχίζει να χτυπά; Στο άλλο άκρο της ανθρώπινης διαδρομής, γιατροί και δικηγόροι απαιτούν έναν ορισμό της ζωής προκειμένου να αντιμετωπίσουν δεοντολογικά τους εγκεφαλικά νεκρούς ασθενείς.

Οι επιστημονικές προσπάθειες ορισμού της ζωής δεν είναι τόσο ηθικά πολύπλοκες και συναισθηματικά φορτισμένες, αλλά η έλλειψη επιστημονικής συμφωνίας αποτελεί ένα εμφανές πρόβλημα. Είναι δύσκολο να είναι κανείς βέβαιος ότι έχει ανακαλύψει τη ζωή σε άλλους κόσμους – ή ότι έχει συναγάγει τη διαδικασία της προέλευσής της στη Γη – όταν δεν μπορεί να ορίσει τι είναι. Παρά τις εργασίες γενεών και εκατοντάδων χιλιάδων βιολόγων, παρά τις αναρίθμητες μελέτες επί ζωντανών οργανισμών σε κάθε κλίμακα, ένας γενικός ορισμός ο οποίος διακρίνει κάθε νοητό ζωντανό αντικείμενο από τις μυριάδες μη ζωντανά εξακολουθεί να μας διαφεύγει.

Οι επιστήμονες που μελετούν τη ζωή επιθυμούν έναν σαφή ορισμό και υιοθετούν δύο συμπληρωματικές προσεγγίσεις στις προσπάθειές τους να ξεχωρίσουν το έμβιο από το μη έμβιο. Πολλοί ακολουθούν τη λεγομένη «από επάνω προς τα κάτω» προσέγγιση. Ερευνούν εξονυχιστικά κάθε πλευρά των ζωντανών οργανισμών και των απολιθωμάτων για να εντοπίσουν χαρακτηριστικά των πλέον πρωτόγονων οντοτήτων που υπήρξαν ή εξακολουθούν να είναι ζωντανές. Η στρατηγική αυτή είναι ωστόσο περιορισμένη, επειδή όλες οι γνωστές μορφές ζωής, είτε ζωντανές είτε απολιθωμένες, βασίζονται στα εξελιγμένα κύτταρα που περιέχουν DNA και πρωτεΐνες. Κάθε ορισμός της ζωής που βασίζεται στην από επάνω προς τα κάτω έρευνα είναι επομένως κοντόφθαλμος.

Αντιθέτως, μια μικρή στρατιά ερευνητών ακολουθεί τη λεγομένη «από κάτω προς τα επάνω» προσέγγιση. Πραγματοποιούν πειράματα για να μιμηθούν τη χημεία που επικρατούσε στα παλαιά περιβάλλοντα της Γης. Στόχος τους είναι κάποτε να μπορέσουν να δημιουργήσουν εξαρχής ένα ζωντανό χημικό σύστημα στο εργαστήριο – γεγονός το οποίο θα μπορούσε να διαφωτίσει τη μετάβαση από τη μη ζωή στη ζωή. Οι έρευνες αυτού του είδους οδηγούν σε μια διασκεδαστική σειρά απόψεων, επειδή κάθε επιστήμονας τείνει να ορίζει τη ζωή με τους όρους της ειδικότητας που έχει επιλέξει – κυτταρικές μεμβράνες, μεταβολικοί κύκλοι, RNA, ιοί, ακόμη και τεχνητή νοημοσύνη βασισμένη στο πυρίτιο, όλα έχουν τους ένθερμους υποστηρικτές τους.

Σε αυτό το συνονθύλευμα, οι φιλόσοφοι και οι θεολόγοι εισάγουν μια πιο αφηρημένη άποψη και μιλούν για μια σειρά φαινόμενα που θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι ζωντανά – τη ζωή των ρομπότ και των ηλεκτρονικών υπολογιστών, ακόμη και για ένα Internet που έχει συνείδηση της ατομικότητάς του. Ολες αυτές οι συζητήσεις μπορεί να ακούγονται σαν επιστημονική φαντασία, ο ορισμός της ζωής δεν είναι όμως μια άσκοπη ενασχόληση. Στο κάτω κάτω, αν η NASA πρόκειται να διερευνήσει την ύπαρξη ζωής σε άλλους κόσμους, ένας ξεκάθαρος ορισμός είναι απαραίτητος για τον σχεδιασμό των μελλοντικών αποστολών.

Οι επιστήμονες διαπρέπουν σε πολλά πράγματα, αλλά ο συμβιβασμός δεν περιλαμβάνεται πάντοτε σε αυτά. Παρ’ όλα αυτά ο Τζέραλντ Τζόις του Ερευνητικού Ινστιτούτου Σκριπ, ο οποίος συντόνισε ένα πάνελ της NASA με θέμα την εξωβιολογία, προσπάθησε να επιτύχει μια συμβιβαστική λύση προτείνοντας ως «ορισμό εργασίας» της ζωής για το πλαίσιο των διαστημικών εξερευνήσεων έναν από αυτούς που περιλαμβάνονται στον κατάλογο του Λαχάβ: «ζωή είναι ένα αυτοσυντηρούμενο χημικό σύστημα ικανό να υποστεί τη δαρβινική εξέλιξη».

Αυτή η συνοπτική φράση συνδυάζει τρία διαφορετικά χαρακτηριστικά: Πρώτον, κάθε μορφή ζωής πρέπει να αποτελεί ένα χημικό σύστημα. Επομένως τα προγράμματα των ηλεκτρονικών υπολογιστών, τα ρομπότ ή άλλες ηλεκτρονικές οντότητες δεν είναι ζωντανά. Η ζωή επίσης αναπτύσσεται και συντηρείται συγκεντρώνοντας ενέργεια και άτομα από το περιβάλλον της – το ουσιαστικό στοιχείο του μεταβολισμού. Τέλος, οι ζωντανές οντότητες πρέπει να επιδεικνύουν ποικιλία. Η φυσική επιλογή των πιο ισχυρών ατόμων αναπόφευκτα οδηγεί στην εξέλιξη και στην εμφάνιση πιο σύνθετων οντοτήτων. Ο ορισμός της NASA είναι ίσως ο πιο γενικός, χρήσιμος και συνοπτικός στον οποίο μπορούμε να καταλήξουμε – τουλάχιστον έως ότου ανακαλύψουμε περισσότερα σχετικά με το τι υπάρχει πραγματικά εκεί έξω.

Με όπλο έναν τέτοιο ορισμό μπορούμε να φανταστούμε ότι η πρώτη ζωή στον πλανήτη μας ίσως ήταν απείρως διαφορετική από οτιδήποτε γνωρίζουμε σήμερα. Πολλοί ειδικοί υποπτεύονται ότι η πρώτη έμβια οντότητα δεν ήταν ένα μεμονωμένο κύτταρο όπως το γνωρίζουμε, γιατί ακόμη και το απλούστερο κύτταρο διαθέτει εκπληκτική πολυπλοκότητα. Αυτή η πρώτη μορφή ζωής μάλλον δεν χρησιμοποιούσε το DNA – δεδομένης της πολυπλοκότητας του γενετικού κώδικα – ούτε βασιζόταν απαραίτητα στις πρωτεΐνες, το βασικό εργαλείο της κυτταρικής ζωής.

Ως γεωλόγου εκπαιδευμένου στη συμπεριφορά των πετρωμάτων, η αγαπημένη μου υπόθεση είναι ότι η πρώτη οντότητα που θα ταίριαζε στον δοκιμαστικό ορισμό της NASA ίσως ήταν ένα κυτταρικό στρώμα επικάλυψης στην επιφάνεια πετρωμάτων. Μια τέτοια «επίπεδη ζωή» θα πρέπει να αναπτυσσόταν σε πάχος μόλις ελάχιστων νανομέτρων, εκμεταλλευόμενη πλούσιες σε ενέργεια ορυκτές επιφάνειες ενώ απλωνόταν σαν λειχήνα από το ένα πέτρωμα στο άλλο. Αν μια τέτοια μορφή ζωής εξακολουθεί να υπάρχει στη Γη σήμερα, αλλά δεν έχει DNA ή πρωτεΐνες, πώς θα την αναγνωρίσουμε;

Παρ’ όλες τις καλές προθέσεις, οι προσπάθειες ορισμού της ζωής ίσως είναι καταδικασμένες στην αποτυχία για τον απλό λόγο ότι η μετάβαση από τον μη έμβιο στον έμβιο κόσμο ήταν εγγενώς σταδιακή. Ο γάλλος ανθρωπολόγος Κλοντ Λεβί-Στρος, ο οποίος διερεύνησε τις μυθολογίες πολλών πολιτισμών, είχε διαπιστώσει μια βαθιά τάση των ανθρώπων να συμπτύσσουν τις σύνθετες καταστάσεις σε υπεραπλουστευμένες διχοτομήσεις: φίλος και εχθρός, παράδεισος και κόλαση, καλό και κακό. Η ιστορία της επιστήμης αποκαλύπτει ότι οι επιστήμονες δεν ξεφεύγουν από αυτή τη λογική. Τον 18ο αιώνα οι Ποσειδώνιοι, οι οποίοι υποστήριζαν την υδάτινη προέλευση των πετρωμάτων, αντιπαρατέθηκαν με τους Πλουτώνιους, η οποία θεωρούσαν γενεσιουργό αιτία τους τη φωτιά. Και οι δύο, όπως αποκαλύφθηκε, είχαν σε γενικές γραμμές δίκιο. Μια εξίσου εριστική και τελικά παραπλανητική διχοτόμηση είχε σημειωθεί τον 18ο αιώνα ανάμεσα σε εκείνους που υποστήριζαν ότι η γεωλογική ιστορία της Γης ήταν σύντομη και καταστροφική και σε εκείνους που έλεγαν ότι οι γεωλογικές διαδικασίες είναι σταδιακές και συνεχιζόμενες. Πιο πρόσφατα, οι άλλοτε δογματικές διχοτομήσεις ανάμεσα σε φυτά και ζώα ή μονοκύτταρους και πολυκύτταρους οργανισμούς έχουν αρχίσει να θολώνουν. 

Οποιαδήποτε προσπάθεια διατύπωσης μιας απόλυτης διάκρισης ανάμεσα σε ζωή και μη ζωή αποτελεί μιαν εξίσου εσφαλμένη διχοτόμηση. Το πρώτο κύτταρο δεν εμφανίστηκε έτσι ξαφνικά, πλήρως σχηματισμένο. Είναι πιθανότερο η ζωή να προέκυψε μέσω μιας αλληλουχίας γεγονότων – διαφορετικές διαδικασίες οργανικής σύνθεσης ακολουθούμενες από μοριακή επιλογή, συγκέντρωση, εγκλωβισμό και οργάνωση σε διάφορες μοριακές δομές. Η εμφάνιση αυτοπολλαπλασιαζόμενων μορίων αυξανόμενης πολυπλοκότητας και μεταλλαξιμότητας οδήγησε στη μοριακή εξέλιξη μέσω της διαδικασίας της φυσικής επιλογής, με κινητήρια δύναμη τον ανταγωνισμό για τις περιορισμένες πρώτες ύλες.

Το τεράστιο χάσμα που φαίνεται να υπάρχει σήμερα ανάμεσα στη μη ζωή και στη ζωή αποκρύπτει το γεγονός ότι η χημική εξέλιξη της ζωής συντελέστηκε σε αυτή τη βήμα προς βήμα αλληλουχία διαδοχικά περισσότερο σύνθετων σταδίων. Οταν εμφανίστηκαν τα κύτταρα, γρήγορα κατέφαγαν κυριολεκτικά όλα τα ίχνη των προγενέστερων σταδίων της χημικής εξέλιξης. Η «πρωτοζωή», μια πλούσια πηγή τροφής, εξαφανίστηκε από την αδηφάγο κυτταρική ζωή. Η πρόκληση για μας, λοιπόν, αντί να ορίσουμε τη ζωή με απόλυτους όρους, είναι να βρούμε μια προοδευτική ιεραρχία στα βήματα που οδήγησαν από μια προβιοτική Γη πλούσια σε οργανικά μόρια στην κυτταρική ζωή. Η φύση και η αλληλουχία αυτών των βημάτων μπορεί να ποικίλλουν στα διαφορετικά περιβάλλοντα και ίσως να μη μάθουμε ποτέ την ακριβή αλληλουχία – ή τις αλληλουχίες – που συντελέστηκε στη Γη. Πολλοί ωστόσο από εμάς υποπτεύονται ότι το χημικό μονοπάτι έχει μια παρόμοια, ανεπίσχετη κατεύθυνση σε οποιονδήποτε κατοικήσιμο πλανήτη ή δορυφόρο.

Το σενάριο των διαδοχικών βημάτων πρέπει να καθοδηγεί τις προσπάθειες για τον ορισμό της ζωής. Ο εντοπισμός του ακριβούς σημείου στο οποίο ένα τέτοιο σύστημα σταδιακά αυξανόμενης πολυπλοκότητας γίνεται «ζωντανό» είναι εγγενώς αυθαίρετος. Το «τι είναι ζωή;» γίνεται λοιπόν εννοιολογικό ερώτημα. Η φύση διαθέτει μια πλούσια ποικιλία σύνθετων χημικών συστημάτων και οι επιστήμονες μαθαίνουν όλο και περισσότερο να κατασκευάζουν τέτοια συστήματα στο εργαστήριο. Ωστόσο, όσο παράξενη και πρωτόγνωρη κι αν είναι η συμπεριφορά τους, κανένα δεν έρχεται με τη σαφή ετικέτα «ζωή» ή «μη ζωή».

Πώς θα φθάσουμε πιο κοντά σε έναν ορισμό της ζωής; Τελικά το κλειδί για να ορίσουμε τα διαδοχικά στάδια από τη μη ζωή στη ζωή βρίσκεται στις πειραματικές μελέτες σχετικών χημικών συστημάτων σε ευλογοφανή γεωχημικά περιβάλλοντα, σε συνδυασμό με εστιασμένη εξερεύνηση των πλησιέστερων πλανητικών γειτόνων μας. Η έννοια της εμφάνισης της ζωής απλοποιεί το πειραματικό εγχείρημα συμπυκνώνοντας μιαν απέραντα σύνθετη ιστορική διαδικασία σε μια πιο συνοπτική διαδοχή μετρήσιμων βημάτων: την εμφάνιση του μεταβολισμού, των γενετικών πολυμερών ή των αυτοαναπαραγόμενων μοριακών συστημάτων. Η καθεμία από αυτές προσφέρει ένα εστιασμένο σημείο για πειράματα στο εργαστήριο και κατασκευές θεωρητικών προτύπων.

Ο ίδιος ασαφής ορισμός ισχύει επίσης και για την αναζήτηση της ζωής σε άλλα σημεία του Σύμπαντος. Είναι πιθανόν, για παράδειγμα, ο Αρης, η Ευρώπη – ο δορυφόρος του Δία – και άλλα σώματα του ηλιακού μας συστήματος να προχώρησαν μόνο σε ένα τμήμα του μονοπατιού προς την κυτταρική ζωή. Αν αυτό συνέβη, αποτελεί ένα σημαντικό στοιχείο για τους αστροβιολόγους της NASA. Αν κάθε βήμα στην προέλευση της ζωής πρόσφερε διακριτές και μετρήσιμες μοριακές, ισοτοπικές και δομικές «υπογραφές», και αν τέτοιοι δείκτες μπορούν να προσδιοριστούν, τότε αυτά τα χημικά χαρακτηριστικά μπορούν να αποτελέσουν στόχους παρατήρησης για τις διαστημικές αποστολές. Είναι πιθανόν, για παράδειγμα, οι πρωτόγονες προβιοτικές, μοριακές, ισοτοπικές και δομικές μορφές να τρώγονται αναπόφευκτα από πιο εξελιγμένα κύτταρα και να επιβιώνουν ως «απολιθώματα» μόνο αν η κυτταρική ζωή δεν αναπτύχθηκε ποτέ σε αυτά τα περιβάλλοντα. Ετσι, τα προβιοτικά χαρακτηριστικά θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως εξωγήινοι «αβιοδείκτες» – δηλαδή ως μια σαφής ένδειξη ότι η μοριακή εξέλιξη δεν προόδευσε πέρα από ένα συγκεκριμένο προ-κυτταρικό στάδιο. Καθώς οι επιστήμονες θα αναζητούν τη ζωή αλλού στο Σύμπαν, ίσως μπορέσουν να χαρακτηρίσουν τα εξωγήινα περιβάλλοντα ανάλογα με τον βαθμό προόδου τους σε αυτό το μονοπάτι.

Ο νεφοσκεπής Τιτάν, δορυφόρος του Κρόνου, ίσως αποτελεί μια δελεαστική τέτοια περίπτωση. Η ατμόσφαιρά του είναι πλούσια σε μεθάνιο και μιάμιση φορά πιο πυκνή από της Γης. Οργανικά μόρια, τα οποία δίνουν στην ατμόσφαιρά του ένα θολό πορτοκαλί χρώμα, πέφτουν σαν βροχή στην επιφάνειά του σχηματίζοντας συσσωρεύσεις οργανικής γλοιώδους λάσπης. Λίμνες μεθανίου και αιθανίου βρίσκονται δίπλα δίπλα με εκτάσεις παγωμένου νερού σκληρού σαν πέτρωμα, αλλά οι συνθήκες είναι υπερβολικά ψυχρές για την ύπαρξη νερού σε υγρή μορφή ή για κάποια σημαντική χημική πρόοδο προς τη ζωή.

Παρ’ όλα αυτά η πρόσκρουση, από καιρού εις καιρόν, κάποιου μεγάλου κομήτη ή αστεροειδούς ίσως έλιωσε σημεία του πάγου. Για περιόδους εκατοντάδων ή και χιλιάδων ετών οι καλυμμένες με πάγους λίμνες ίσως υποστήριξαν τα πρώτα βήματα στο μονοπάτι προς τη ζωή, προτού παγώσουν ξανά. Μια τέτοια πρωτόγονη βιοχημεία έχει χαθεί από την επιφάνεια της Γης, ίσως όμως επιζεί στη βαθιά κατάψυξη του Τιτάνος.

Το ερώτημα «τι είναι ζωή;» προσφέρει ένα επιστημονικό σημείο αναφοράς. Μπορούμε να πούμε ότι κάθε άκαμπτος διαχωρισμός του φυσικού κόσμου σε έμβια και μη έμβια αποτελεί μια πλαστή διχοτόμηση. Κατανοούμε τώρα ότι η ζωή εμφανίστηκε ως μια σταδιακή, διαδοχική διαδικασία βημάτων από τη γεωχημική απλότητα στη βιολογική πολυπλοκότητα. Είμαστε έτοιμοι να αναπαραγάγουμε αυτές τις μεταβατικές καταστάσεις στο εργαστήριο και, με λίγη τύχη, ίσως τις ανακαλύψουμε παγωμένες σε άλλους κόσμους. Ετσι, ίσως σε μερικές δεκαετίες μπορέσουμε τουλάχιστον να ξέρουμε τι είναι αυτό που αναζητάμε.

Η φιλόσοφος Κάρολ Κλίλαντ του Πανεπιστημίου του Κολοράντο στο Μπόλντερ και ο πλανητικός επιστήμονας Κρίστοφερ Τσάιμπα του Πανεπιστημίου Πρίνστον παρομοιάζουν τις πρόσφατες προσπάθειες ορισμού της ζωής με τις άκαρπες απόπειρες του 18ου αιώνα για τον ορισμό του νερού πριν από την ανακάλυψη των μορίων και την ατομική θεωρία. Κανένας ορισμός με βάση τα μη μοναδικά χαρακτηριστικά του δεν μπορούσε να ορίσει την ουσία του νερού ­ του μορίου που αποτελείται από δύο άτομα υδρογόνου και ένα οξυγόνου. Παρομοίως, υποστηρίζουν, οι επιστήμονες του 21ου αιώνα δεν είναι σε θέση να ορίσουν τη ζωή. Καλύτερα λοιπόν να κρατήσουμε το μυαλό μας ανοιχτό και απλώς να περιγράψουμε τα χαρακτηριστικά όσων ανακαλύπτουμε. Αν η ζωή προέκυψε μέσα από μιαν αλληλουχία βημάτων, τότε ίσως το καθένα τους εκπροσωπεί ένα ταξινομικά ξεχωριστό, θεμελιωδώς σημαντικό στάδιο στην εμφάνιση της ζωής. Στην περίπτωση αυτή, κάθε βήμα αξίζει τον δικό του χαρακτηρισμό.

Ο κ. Ρόμπερτ Χέιζεν είναι καθηγητής των Επιστημών της Γης στο Πανεπιστήμιο Τζορτζ Μέισον του Φέρφαξ της Βιρτζίνια, επιστημονικός συνεργάτης στο Γεωφυσικό Εργαστήριο του Ιδρύματος Κάρνεγκι στην Ουάσιγκτον και συγγραφέας του βιβλίου «Genesis: The scientific quest for life’s origins» (Γένεσις: Η επιστημονική αναζήτηση της προέλευσης της ζωής).





Κοσμολογική φάση μετάβασης:Ένα νέο μοντέλο προτείνει ότι η Σκοτεινή Ενέργεια ‘πάγωσε’ το Σύμπαν

15 07 2009
Πηγή: Science Daily, 10 Μαΐου 2009Φανταστείτε μια εποχή που πάγωσε ολόκληρο το σύμπαν – σύμφωνα με ένα νέο μοντέλο για την σκοτεινή ενέργεια, που ουσιαστικά είναι αυτό που συνέβη περίπου πριν 11,5 δισεκατομμύρια χρόνια πριν, όταν το σύμπαν είχε το ένα τέταρτο του σημερινού του μεγέθους.Μια κοσμολογική φάση μετάβασης, παρόμοια με την φάση της πήξης, είναι ένα από τα διακριτικά στοιχεία μιας τελευταίας προσπάθειας για να εξηγηθεί τι είναι η σκοτεινή ενέργεια. Η μυστηριώδης, αόρατη αρνητική δύναμη (δηλαδή μια αντιβαρυτική δύναμη), που ορισμένοι κοσμολόγοι λένε ότι αποτελεί πάνω από το 70% του συνόλου της ενέργειας και της ύλης στο σύμπαν και που αναγκάζει το σύμπαν να διαστέλλεται με ένα ολοένα και ταχύτερο ρυθμό.Ένα άλλο χαρακτηριστικό που διακρίνει τη νέα θεωρία, όπως λένε οι συγγραφείς της, είναι ότι κάνει ελέγξιμη πρόβλεψη όσον αφορά το ρυθμό διαστολής του σύμπαντος. Επιπλέον, οι μικρο-εκρήξεις που δημιουργούνται στους μεγαλύτερους επιταχυντές σωματιδίων θα πρέπει να διεγείρει το πεδίο της σκοτεινής ενέργειας και αυτές οι διεγέρσεις θα μπορούσαν να εμφανιστούν ως εξωτικά, που ποτέ δεν έχουμε δει ως τώρα, υποατομικό σωματίδια.

Το θεωρητικό αυτό μοντέλο δημοσιεύθηκε στο Physical Review D από τους Sourish Dutta και Robert Scherrer του Πανεπιστημίου Vanderbilt, σε συνεργασία με τους Stephen Hsu και David Reeb στο Πανεπιστήμιο του Όρεγκον.

«Πολλές από τις υπάρχουσες εξηγήσεις για την σκοτεινή ενέργεια είναι δύσκολο να τις ελέγξουμε», λέει ο Scherrer, «Σχεδιάσαμε όμως ένα μοντέλο που μπορεί αυτή να αλληλεπιδράσει με την κανονική ύλη και έτσι έχει παρατηρήσιμες συνέπειες.»

Το μοντέλο συνδέει την σκοτεινή ενέργεια με την ενέργεια του κενού. Όπως και αρκετές από τις υπάρχουσες θεωρίες, κι αυτή προτείνει ότι ο ίδιος ο χώρος είναι η πηγή της απωστικής ενέργειας που αναγκάζει το σύμπαν να διαστέλλεται. Για πολλά χρόνια, οι επιστήμονες θεωρούσαν ότι η ενέργεια του κενού χώρου κατά μέσο όρο είναι μηδέν. Όμως, η ανακάλυψη της κβαντομηχανικής άλλαξε αυτή την άποψη. Σύμφωνα με την κβαντική θεωρία, ο κενός χώρος είναι γεμάτος με ζεύγη «εικονικών» σωματιδίων που αυθόρμητα γεννιούνται και σβήνουν πολύ γρήγορα προτού να ανιχνευθούν.

Αυτή η υπο-ατομική δραστηριότητα είναι μια λογική πηγή για την σκοτεινή ενέργεια, διότι τα δύο (σκοτεινή ενέργεια και κενός χώρος) κατανέμονται ομοιόμορφα σε όλο το διάστημα. Αυτή η κατανομή είναι σύμφωνη με στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η μέση πυκνότητα της σκοτεινής ενέργειας παραμένει σταθερή, καθώς το σύμπαν επεκτείνεται. Η χαρακτηριστική αυτή ιδιότητα έρχεται σε άμεση αντίθεση με την συνήθη ύλη και την ενέργεια, η οποία καθίσταται όλο και πιο αραιή, με την διαστολή του σύμπαντος.

Η νέα θεωρία είναι από αυτές που αποδίδουν την σκοτεινή ενέργεια σε ένα εντελώς νέο πεδίο που ονομάζεται πεμπτουσία. Η πεμπτουσία είναι συγκρίσιμη με άλλα βασικά πεδία, όπως η βαρύτητα και ο ηλεκτρομαγνητισμός, αλλά έχει μερικές μοναδικές ιδιότητες. Εν πρώτοις, έχει την ίδια ισχύ σε όλο το σύμπαν. Ένα άλλο σημαντικό χαρακτηριστικό είναι ότι ενεργεί σαν ένα μέσον αντιβαρύτητας, αναγκάζοντας τα αντικείμενα να απομακρύνονται το ένα από το άλλο, αντί να να έλκει, όπως η βαρύτητα.

Στην απλούστερη μορφή της, η ισχύς του πεδίου της πεμπτουσίας παραμένει σταθερή με την πάροδο του χρόνου. Στην περίπτωση αυτή παίζει το ρόλο της κοσμολογικής σταθεράς, ένας όρος που προστέθηκε από τον Άλμπερτ Αϊνστάιν, στη θεωρία της γενικής σχετικότητας, ώστε το σύμπαν να παραμείνει στατικό και να μην συστέλλεται κάτω από την δύναμη της βαρύτητας. Όταν αποδείχθηκε ότι το σύμπαν επεκτείνεται ο Αϊνστάιν εγκατέλειψε αυτή την ιδέα, καθώς το διαστελλόμενο σύμπαν είναι μια λύση στις εξισώσεις της γενικής σχετικότητας. Έπειτα, στα τέλη του ’90, μελέτες των σουπερνόβα (οι θεαματικές αστρικές εκρήξεις που είναι τόσο ισχυρές ώστε να μπορούν πολύ σύντομα να είναι ορατές σε όλο τον γαλαξία που αποτελείται από εκατομμύρια αστέρια) ανέφεραν ότι το σύμπαν όχι μόνο διαστέλλεται, αλλά και ότι ο ρυθμός της διαστολής επιταχύνεται αντί να επιβραδύνεται όπως οι επιστήμονες ανέμεναν.

Το γεγονός αυτό έριξε τους κοσμολόγους σε μια ατέρμονη συζήτηση επειδή αυτοί θεωρούσαν ότι η βαρύτητα ήταν η μόνη δύναμη μεγάλων αποστάσεων, που δρα μεταξύ των αστρονομικών αντικειμένων. Έτσι, δεν είχαν ιδέα τι θα μπορούσε ενδεχομένως να αναγκάζει τα πάντα να απομακρύνονται. Ο απλούστερος τρόπος να εξηγήσουν αυτό το περίεργο φαινόμενο, ήταν να φέρουν πίσω την κοσμολογική σταθερά Αϊνστάιν με τις αντιβαρυτικές της ιδιότητες. Δυστυχώς, η εξήγηση αυτή πάσχει από ορισμένα σοβαρά μειονεκτήματα, έτσι οι φυσικοί ψάχνουν με πείσμα για άλλους παράγοντες αντιβαρύτητας.

Οι εν λόγω παράγοντες αντιβαρύτητας (που ονομάζονται από τους φυσικούς ‘μοντέλα σκοτεινής ενέργειας’) συνήθως επικαλούνται την πεμπτουσία ή ακόμη πιο εξωτικά πεδία. Επειδή δεν έχουν εντοπιστεί στη φύση κανένα από αυτά τα εξωτικά πεδία, γι αυτό οι  υποστηρικτές τους γενικότερα υποθέτουν ότι δεν αλληλεπιδρούν σημαντικά με την κοινή ύλη και την ακτινοβολία.

Η φάση μετάβασης του πεδίου της πεμπτουσίας και η σκοτεινή ακτινοβολία

Μία από τις λογικές συνέπειες που επιτρέπει να αλληλεπιδρά η πεμπτουσία με την κοινή ύλη είναι η πιθανότητα αυτό το πεδίο να πέρασε από μια φάση μετάβασης – να πάγωσε – όταν το σύμπαν είχε θερμοκρασία που να αντιστοιχεί σε μια ηλικία 2,2 δισεκατομμύρια χρόνια μετά το Big Bang. Ως αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης, η ενεργειακή πυκνότητα του πεδίου της πεμπτουσίας θα παρέμεινε σε ένα σχετικά υψηλό επίπεδο έως ότου η ενέργεια της φάσης μετάβασης μειώθηκε απότομα σε ένα σημαντικά χαμηλότερο επίπεδο, που από τότε έχει παραμείνει εκεί.

Η μετάβαση αυτή με τη μείωση της ενέργειας του πεδίου θα έχει ελευθερώσει ένα κλάσμα της σκοτεινής ενέργειας που υπήρχε μέσα στο πεδίο, με τη μορφή της σκοτεινής ακτινοβολίας Σύμφωνα με το νέο θεωρητικό μοντέλο, η σκοτεινή ακτινοβολία είναι πολύ διαφορετική από το φως, τα ραδιοκύματα, τα μικροκύματα και τα άλλα είδη των απλών ακτινοβολίας: Αυτή είναι απολύτως μη ανιχνεύσιμη με κάθε γνωστό μέσο στον άνθρωπο.

Ωστόσο, η φύση μας προσφέρει μία μέθοδο ανίχνευσης της σκοτεινής ακτινοβολίας. Σύμφωνα με τη θεωρία της γενικής σχετικότητας, η βαρύτητα προκύπτει από την κατανομή της ενέργειας και της ορμής. Έτσι, οι μεταβολές της καθαρής ενέργειας και η ορμή που προκλήθηκε από την ξαφνική εισαγωγή της σκοτεινή ακτινοβολία θα πρέπει να έχουν επηρεάσει το βαρυτικό πεδίο του σύμπαντος με τρόπο που να έχει επιβραδυνθεί η διαστολή με ένα χαρακτηριστικό (διακριτό) τρόπο.

Για τα επόμενα 10 χρόνια, οι μεγάλες αστρονομικές έρευνες που θα χαρτογραφήσουν την διαστολή του σύμπαντος μετρώντας τη φωτεινότητα των πιο απομακρυσμένων υπερκαινοφανών, θα πρέπει να είναι σε θέση να ανιχνεύσουν αυτή την επιβράδυνση του ρυθμού διαστολής που προβλέπει το μοντέλο. Ταυτόχρονα, ο Μεγάλος Επιταχυντής Αδρονίων – που πλησιάζει η έναρξη λειτουργία του – έχει πολύ μεγάλη ενέργεια, που θεωρητικά είναι αρκετή ώστε να διεγείρει το πεδίο της πεμπτουσίας και οι διεγέρσεις του θα μπορούσαν να εμφανίζονται με τη μορφή νέων εξωτικών σωματιδίων, λένε οι οι ερευνητές.


Πολλοί κοσμολόγοι πιστεύουν ότι η σκοτεινή ενέργεια είναι η ενέργεια του κενού, που εκφράζεται από την κοσμολογική σταθερά Λ. Όμως στο σημείο αυτό πρέπει να αναφέρουμε το λεγόμενο πρόβλημα της κοσμολογικής σταθεράς Λ (cosmological constant problem).Σύμφωνα με την αρχή της αβεβαιότητας, όλα τα κβαντικά πεδία, ακόμα και όταν βρίσκονται στη βασική μη διεγερμένη  κατάσταση, έχουν μη μηδενική ενέργεια. Απλοί υπολογισμοί της κβαντικής θεωρίας πεδίου οδηγούν σε τιμές για την πυκνότητα της ενέργειας του κενού (δηλαδή για την κοσμολογική σταθερά Λ), να είναι 120 τάξεις μεγέθους (10120) μεγαλύτερη από την πυκνότητα της συνηθισμένης ύλης (όπως παρατηρείται σήμερα στο σύμπαν).Όμως πρώτον, μια τόσο μεγάλη πυκνότητα ενέργειας του κενού χώρου θα προκαλούσε πολύ νωρίς στην ιστορία του Κόσμου μια εκθετικά επιταχυνόμενη κοσμική διαστολή, που θα διέλυε όλους τους ηλεκτροστατικούς και πυρηνικούς δεσμούς, οι οποίοι συγκρατούν τους πυρήνες, τα άτομα και τα μόρια.Και δεύτερον μετρήσεις στο χώρο της κοσμολογίας δίνουν ένα αρνητικό αποτέλεσμα, δείχνοντας έτσι έναν ανώτερο όριο της κοσμολογικής σταθεράς Λ, που είναι

edens8

 

 

 Ωστόσο, η τελευταία τιμή υπονοεί ότι στην συνολική κλίμακα του σύμπαντος, τα φαινόμενα των διακυμάνσεων του κενού ακυρώνονται. Κι αυτή η αξιολόγηση έρχεται και σε μία εποχή, που οι θεωρητικοί υπολογισμοί υποδεικνύουν συνεισφορές της διακύμανσης του κενού από τα κουάρκ με μια τάξη 10-6 m-2.

Και το ερώτημα παραμένει: Τι είναι η σκοτεινή ενέργεια;

 Πηγή: http://physics4u.gr/news/2009/scnews3775.html





Δοκίμια ψυχολογίας της θρησκείας

11 07 2009

Μάριος Μπέγζος
Αθήνα 2004


 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Όπου πέφτει ένα τείχος, εκεί χτίζεται μια γέφυρα. Εάν ψυχολογία και θρησκεία θεωρούνται ότι είναι «στεγανά διαμερίσματα» και μεταξύ τους υψώνονται «σινικά τείχη», χάρη στην μεσολάβηση της ψυχολογίας της θρησκείας κατεδαφίζονται τείχη. Από τα ερείπια τους προκύπτει το δομικό υλικό για την ανέγερση της γέφυρας που συνδέει τις δυο όχθες ενός ποταμού χωρίς σύγχυση και δίχως ταύτιση. Όποιος κρατήσει στα χέρια του αυτό το βιβλίο νιώθοντας ότι βαδίζει πάνω σε μια γέφυρα, αυτός θα αισθανθεί σαν τον συγγραφέα του, ο οποίος προσπάθησε να σχεδιάσει μια γέφυρα ανάμεσα στην ψυχολογία και την θρησκεία, που τις θεωρεί σαν δυο όχθες του ποταμού της ζωής.

Επτά δοκίμια που εμφανίσθηκαν μετά την κυκλοφορία του βιβλίου μας Ψυχολογία της θρησκείας (Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1996) συγκροτούν αυτό εδώ το βιβλίο.

Τα δοκίμια εμφανίσθηκαν σε διάφορες ευκαιρίες, συζητήθηκαν με συναδέλφους ποικίλων ειδικοτήτων και αναθεωρήθηκαν μετά από μια τέτοια μακρόχρονη διαλογική και κριτική διεργασία ώστε να λάβουν μια κάποια οριστική – όχι τελική, μήτε τελειωτική! -μορφή ως κεφάλαια αυτού του ανθολογίου. Το βιβλίο οφείλει την ύπαρξη του σε δύο εκλεκτούς κι αγαπητούς φίλους ψυχιάτρους της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης.

Ο Θανάσης Καράβατος, καθηγητής ψυχιατρικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και διευθυντής της Α’ Πανεπιστημιακής Κλινικής, γνωστός από διασχολικές πρωτοβουλίες, είχε την καλοσύνη να προτείνει στον υπογράφοντα την εμφάνιση ενός βιβλίου που θα συμπεριλαμβανόταν σε εκδοτική σειρά υπό την διεύθυνση του. Για το πνεύμα συνεργασίας, την ανθρώπινη ζεστασιά της φιλικότητας του και την ανοικτότητα του μυαλού και της καρδιάς του Θανάση Καράβατου, νιώθουμε ευγνωμοσύνη κι εκφράζουμε ειλικρινείς ευχαριστίες.

Ο πρόσφατα χαμένος (+2003) Μάριος Μαρκίδης, καθηγητής ψυχιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών και λογοτέχνης, υπήρξε φίλος της τελευταίας δεκαετίας, εμψυχωτής του βιβλίου μας Ψυχολογία της θρησκείας, που είχε την καλοσύνη να προλογίσει με γενναιοφροσύνη κι ανιδιοτέλεια, υποστηρικτής των εξωπανεπιστημιακών διασχολικών πρωτοβουλιών μας και ένθερμος συνεργός κάθε άδολου εξωθεσμικού εγχειρήματος διεπιστημονικής συνεργασίας. Τον καιρό της συγγραφής αυτού του ανθολογίου είχε προβλεφθεί η αφιέρωσή του «προς τιμήν» του, αλλά ο θάνατος που μεσολάβησε στις αρχές του καλοκαιριού μεταποίησε την αφιέρωση «εις μνήμην» Μάριου Μαρκίδη. Βέβαια η μνήμη είναι η υπέρτατη τιμή για κάθε άνθρωπο, ωστόσο όμως ποθούμε να τιμούμε τον φίλο μας παρόντα παρά να τον θυμόμαστε απόντα, αν και τα όρια παρουσίας-απουσίας στους πνευματικούς ανθρώπους είναι ρευστά.

Μάριος Π. Μπέγζος
Κηφισιά, 8 Σεπτεμβρίου 2004


Ι. ΘΑΝΑΤΟΣ

«Αν δεν υπήρχε θάνατος, δεν θα υπήρχε θρησκεία»,1 αποφαινόταν ο κατά κοινή ομολογία πιο ρηξικέλευθος κριτικός φιλόσοφος της Γερμανίας του 19ου αιώνα Λούντβιχ Φόιερμπαχ (1804-1872). Ανάμεσα στην θρησκεία και στον θάνατο υπάρχει εσώτατη και αμεσότατη σχέση, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που είναι δυνατόν να κάνουμε λόγο για τις θρησκείες της ανθρωπότητας μιλώντας απλώς περί θανάτου.

Η φύση είναι φθίση. Με μια τέτοια διατύπωση δικαιούμεθα να αποκρυσταλλώσουμε την θεμελιακή όσο και αφετηριακή εμπειρία του ανθρώπου πως καθετί φυσικό είναι φθαρτό: ό,τι γεννιέται πεθαίνει, αυτό που ακμάζει είναι που παρακμάζει, ό,τι αρχίζει τελειώνει κ.ο.κ. Η φύση, τόσο στην εσωτερική εκδοχή της λεγόμενης «ανθρώπινης κατάστασης» (conditio humana) όσο και στην εξωτερική παράσταση του φυσικού περιβάλλοντος (έμβιου και άβιου, ενόργανου ή ανόργανου), χαρακτηρίζεται από την φθορά. Η μετάβαση από την ανωριμότητα στην ωριμότητα ή από τον ανήλικο στον ενήλικο άνθρωπο σημαίνει συνάμα την εξέλιξη από την ακμή στην παρακμή και από τα νιάτα στα γηρατειά με ακροτελεύτιο σημείο τον θάνατο.

Αν η σκιά της ζωής λέγεται θάνατος, τότε το ερώτημα για το νόημα της ζωής μπαίνει στην σκιά της εμπειρίας του θανάτου. Η «μελέτη θανάτου» ως σκοπός είναι ο κοινός παρονομαστής της φιλοσοφίας και της μυστικής θεολογίας που κάνει λόγο για την διαρκή «μνήμην θανάτου». Εφόσον η φύση ταυτίζεται με την ζωή, τότε ο θάνατος εξομοιώνεται με την φθίση.

Η εξίσωση φύσης-φθίσης ανάγεται στην συνάρτηση ζωής-θανάτου. Ο άνθρωπος είναι το έμβιο ον που γνωρίζει ότι θα πεθάνει. Η μόνη απολύτως βέβαιη και οπωσδήποτε αδιάψευστη γνώση του ανθρώπου είναι ο θάνατος του, που είναι τόσο «κατοχυρωμένος» όσο τουλάχιστον κι η ίδια η ζωή του.

Η εξίσωση «φύση-φθίση» και η ανισότητα «ζωή-θάνατος» δίδουν στον άνθρωπο την δυνατότητα να προβεί σε μιαν αλληλομετατροπή. Η εξίσωση φύσης-φθίσης μπορεί να υπαχθεί στην ανισότητα ζωής-θανάτου. Όπως η ζωή υπερβαίνει τον θάνατο, έτσι λοιπόν ενδέχεται η φύση να υπερβαίνει την φθίση. Το καίριο μεταφυσικό και υπαρξιακό ζήτημα για τον άνθρωπο είναι η υπέρβαση της φύσης, το ξεπέρασμα της φθίσης, η αντιμετώπιση της πρόκλησης του θανάτου. Μιλώντας για υπέρβαση επιβάλλεται να υπενθυμίσουμε ότι δεν πρόκειται για κάποιαν άρνηση ούτε για μιαν υπεκφυγή. Ως υπέρβαση εννοείται η κατά μέτωπον αντιμετώπιση της φθίσης της φύσης, που σημαίνει ότι διακρατείται η φύση και απεμπολείται η φθίση ή, με άλλα λόγια, τηρείται η ζωή και ξεπερνιέται ο θάνατος.

Η υπέρβαση της φύσης συντελείται κατά δύο εντελώς διαφορετικούς τρόπους, τους δύο μοναδικά ενδεχόμενους τρόπους που βρίσκονται στην διάθεση του ανθρώπου. Ο ένας τρόπος είναι εντός της φύσεως και ο άλλος τρόπος είναι εκτός της φύσεως. Θα λέγαμε πως πρόκειται για τον φυσικό και τον υπερφυσικό τρόπο ή καλύτερα για τον ενδο-φυσικό (εντός της φύσεως) και τον εξωφυσικό (εκτός της φύσεως) τρόπο υπέρβασης της φθίσης που ελλοχεύει στην ζωή του ανθρώπου και υποσιασιάζεται με τον θάνατο αδιάψευστα. Μπορούμε να παραλλάξουμε τους όρους μιλώντας για ενδοκοσμικό και υπερβατικό ή για εμπειρικό και υπερεμπειρικό τρόπο, σε πλήρη αντιστοιχία με τον φυσικό και τον υπερφυσικό τρόπο.

1. Πολυθεϊσμός

Ο ενδοφυσικός τρόπος υπέρβασης της φθίσης της φύσης συνίσταται στην αρχαιότερη και την οικουμενικότερη πρωτοβουλία του ανθρώπινου πολιτισμού, που πιστεύει ότι η ίδια η φύση υπερβαίνει την φθίση η οποία την απειλεί. Η λύση του δράματος της φύσης εντοπίζεται εντός της φύσεως, μέσα στην ίδια την πεμπτουσία του φθαρτού στοιχείου της πραγματικότητας. Η φύση πεθαίνει και γεννιέται για να αναγενννηθεί. Δεν υπάρχει γέννηση και θάνατος, αλλά υφίσταται μόνον γέννηση και αναγέννηση.

Πρότυπο της ενδοφυσικότητας και της ενδοκοσμικότητας είναι η μήτρα που δίνει ζωή με την γέννηση και αενάως προβαίνει σε γεννήσεις μετά από κάθε τελευτή και έπειτα από όσους κι όποιους θανάτους επισυμβούν. Σαν την μάνα που χάρη στην μήτρα της γεννά και ξαναγεννά, δηλαδή αναγεννά και ανανεώνει, κάθε ον, η ίδια η φύση ως τεράστια μάνα, κατιτί σαν «Μεγάλη Μητέρα» (Magna Mater) αναγεννά ό,τι γεννά. Έτσι, αποτρέπει τον θάνατο, αναδρομικά βέβαια κι εκ των υστέρων, ποτέ όμως προκαταβολικά ούτε εκ των προτέρων. Η ετυμολόγηση της μήτρας (matrix) με την μητέρα (mater) και την πρώτη ύλη (materia) λειτουργεί ως ικανή (αν και όχι εντελώς επαρκής) ένδειξη της ενδοφυσικότητας.

Περιττό καν να λεχθεί ότι σε μια τέτοια περίπτωση υπερτερεί το θήλυ στοιχείο, προβάλλεται το γυναικείο δεδομένο, προκρίνεται το μητριαρχικό πρότυπο και συνδηλώνεται με την οργιαστική, γεώδη, γεωργική, αγροτική παράμετρο. Αν επίγεια εξεικόνιση της ενδοφυσικότητας είναι η γη και η γυνή, τότε επουράνιο αντίστοιχο της είναι η σελήνη, αυτό το φαινομενικά ατελές ουράνιο σώμα, το ετερόφωτο στοιχείο, που διαρκώς εναλλάσσεται, «αδειάζει» και «γεμίζει» μέσα σε έναν κύκλο τόσων ημερών όσων διαρκεί ο γυναικείος κύκλο της εμμήνου ρύσεως. Το φθαρτό και ρευστό είναι φυσικό στοιχείο που υπερβαίνει τον θάνατο χάρη στον κύκλο της γέννησης και της αναγέννησης, σαν την σελήνη με το «άδειασμα» και το «γέμισμα» σε τακτά χρονικά διαστήματα που ποικίλλουν.

Το θρησκειολογικό αντίστοιχο της ενδοφυσικότητας είναι ο λεγόμενος πολυθεϊσμός,2 δηλαδή η αρχαιότερη και η οικουμενικότερη έκφραση της θρησκευτικότητας του ανθρώπου που κατακαλύπτει την υφήλιο επί χιλιάδες έτη ανθρώπινης ιστορίας. Η αρχαιοελληνική θρησκευτικότητα, τα λεγόμενα πρωτογονικά θρησκεύματα, οι ινδικές θρησκείες (ινδουισμός, βουδισμός, τζαϊνισμός) και οι σινικές λατρείες (τάο, ζεν, σίντο) αποτελούν εκφράσεις του πολυθεϊσμού. Κεντρική ιδέα της πολυθεϊκότητας δεν είναι η δήθεν ύπαρξη πολλών θεοτήτων σε αντίθεση με τον Έναν και Μοναδικό Θεό του μονοθεϊσμού, αλλά πρόκειται για κατιτί άλλο, πολύ πιο σημαντικό από την αριθμητική-ποσοτική διαφορά μονοθεϊσμού – πολυθεϊσμού.

Δεν είναι δήθεν ότι ο πολυθεϊσμός κηρύσσει την πίστη σε πολλούς θεούς και ο μονοθεϊσμός σε έναν Θεό, ούτε βέβαια πρόκειται για την πληθυντική (πολυθεϊσμός) και την ενική (μονοθεϊσμός) μορφή θρησκευτικότητας. Ο πολυθεϊσμός με την μητριαρχική, γυναικεία, γεωργική, γεώδη, οργιαστική, φυσιοκρατική-φυσιολατρική και σεληνιακή ενδοφυσικότητά του προτείνει την εξίσωση του θείου με την φύση και υποτάσσει το θεϊκό στοιχείο στο φυσικό.

Το φυσικό υπέρκειται παντός άλλου στοιχείου ως το πλέον περιεκτικό πάντων των όντων, τόσο των επιγείων-ανθρωπίνων όσο και των επουρανίων-θεϊκών στοιχείων. Όπως η μία και μοναδική ανθρωπότητα αποτελείται από πάμπολλους και πολυποίκιλους ανθρώπους, εντελώς διαφορετικούς κατά φύλο (άρρεν και θήλυ), φυλή, άτομο κ.λπ., έτσι ακριβώς και η μία και μοναδική θεότητα σύγκειται από πάμπολλες και πολυποίκιλες θεότητες, με πολλαπλότητα φύλου (θεοί και θεές), ιδιαιτερότητες ιδιοτήτων (θεότητες ανάλογα με τα στοιχεία της φύσης και τις τέχνες ή τις δεξιότητες του ανθρώπου), που σε μερικές περιπτώσεις αριθμούνται όπως π.χ. το αρχαιοελληνικό πάνθεον ανάγεται στο δωδεκάθεο του Ολύμπου κ.λπ. Σημασία δεν έχει η αρίθμηση των θεοτήτων αλλά η πολλαπλότητα και η ποικιλία του θείου, το οποίο υπόκειται στην φύση και υπέρκειται του ανθρώπου.

Το θείο κατανοείται ενδοκοσμικά, φυσικά, φυσιοκρατικά και φυσιολατρικά, νατουραλιστικά, εμπειρικά. Το κυρίαρχο σχήμα είναι ο κύκλος ως σύμβολο της τελειότητας των αενάων ανακυκλήσεων, των αδιάκοπων επαναλήψεων του ομοίου και των ατερμόνων επανεμφανίσεων του ιδίου. Το ιδεατό γεωμετρικό σώμα του πολυθεϊσμου είναι η σφαίρα που ενυποστασιάζει την κυκλικότητα της φύσης και την αλληλομετατροπή των γεννήσεων και των αναγεννήσεων έτσι ώστε ο θάνατος να λησμονείται ή και να θεωρείται ότι υπερβαίνεται μέσα στη αλυσίδα της γέννησης και της αναγέννησης.3

Περιττεύει βέβαια να τονισθεί ότι ο πολυθεϊσμός είναι απρόσωπος. Το υπέρτατο ον είναι μια ουσία, δηλαδή η φύση, η πρώτη ύλη, κατιτί σαν την ξυλεία, την αρχαιοελληνική «ύλην», από την οποία παράγονται τα επιμέρους ξύλα και κατασκευάζονται όλα τα ξύλινα αντικείμενα. Η προτεραιότητα της απρόσωπης, άμορφης (αΐδιας) και άχρονης (αιώνιας) ουσίας λέγεται ουσιοκρατία (essentialismus) και διατυπώνει φιλοσοφικά αυτό ακριβώς που θρησκειολογικά εμβιώνεται με τον πολυθεϊσμό, δηλαδή την ενδοφυσικότητά, την φυσιοκρατία και φυσιολατρία, τον «νατουραλισμό» της κοσμολογίας. Κάθε επιμέρους ον (προσωπικό, ατομικό, υπαρκτό: existentia) εκλαμβάνεται ως κατώτερο, υποδεέστερο, παράγωγο και προϊόν της απρόσωπης, άχρονης, άμορφης και υπέρτατης ουσίας (essentia) που ταυτίζεται με την φύση (natura), η οποία γεννά (nascio) και αναγεννά όλες τις υπάρξεις, θείες κι ανθρώπινες εξίσου και παρόμοια.

2. Μονοθεϊσμός

Ο άλλος κι εντελώς αλλιώτικος τρόπος υπέρβασης της φθίσης της φύσης είναι ο εξωφυσικός ή υπερφυσικός, υπερβατικός, υπερεμπειρικός, που μπορεί να αποκληθεί προσωπικός, υπαρξιακός ή προσωποκεντρκός, περσοναλιστικός, προσωποκρατικός. Κεντρική ιδέα της εξωφυσικότητας είναι ότι η λύση του δράματος της φθίσης της φύσης εντοπίζεται κάπου εκτός της φύσεως, έξω από αυτήν, πριν από αυτήν, άνω, επάνω, υπεράνω του φυσικού, σε ένα υποστασιασμένο επέκεινα, σε κάποιο προσωπικό υπερπέραν, σε Ένα και Μοναδικό Ον, στον όντως Όντα, που λέγεται Θεός, πιστεύεται δημιουργός, προνοητής και κριτής του φυσικού σύμπαντος και του ανθρώπινου όντος.

Θρησκειολογική έκφανση της εξωφυσικότητας είναι ο μονοθεϊσμός (Ιουδαϊσμός, Χριστιανισμός, Ισλάμ) που εμφανίζεται στην Μέση Ανατολή, στον τεράστιο γεωφυσικό χώρο ο οποίος οριοθετείται δυτικά από την Μεσόγειο και ανατολικά από την Μεσοποταμία, ανάμεσα σε Νείλο και σε Ιορδάνη, κι εμφανίζεται ως αυτοκριτική οριοθέτηση απέναντι στον περιβάλλοντα πολυθεϊσμό. Ας σημειωθεί ότι ιστορικά-χρονολογικά και χωρικά-γεωγραφικά ο μονοθεϊσμός επακολουθεί τον πολυθεϊσμό, ανακύπτει μέσα στους κόλπους του, αλλά τάχιστα αναδεικνύεται σε απηνή πολέμιο της πολυθεϊστικής θρησκευτικότητας. Η βασική διαφορά πολυθεϊσμού-μονοθεϊσμού δεν είναι ποσοτική-αριθμητική, σαν δήθεν πίστη σε μία ή πολλές θεότητες, αλλά πρόκειται για ουσιαστική-ποιοτική διαφορά.

Ο πολυθεϊσμός εδράζεται στην φύση, ενώ ο μονοθεϊσμός υπερβαίνει την φύση. Η πολυθεϊστική θρησκευτικότητα καταφάσκει την φύση και την αποδέχεται, ενώ η μονοθεϊστική θρησκευτικότητα αρνείται την φύση, την αποφάσκει και την υπερβαίνει, στην καλύτερη περίπτωση, όταν βεβαίως -στην χειρότερη περίπτωση- δεν την καταπολεμά ούτε την καταργεί! Ο πολυθεϊσμός είναι ενδοφυσικός, φυσιοκρατικός και φυσιολατρικός, κοσμολογικός και νατουραλιστικός, ουσιοκρατικός και απρόσωπος, ενώ ο μονοθεϊσμός παραμένει εξωφυσικός, υπερφυσικός, υπερβατικός, προσωπικός, προσωποκρατικός, περσοναλιστικός και υπαρξιακός.

Αφετηριακή πίστη του μονοθεϊσμού είναι η ύπαρξη ενός όντος, προσωπικού, που είναι ο Ένας και Μοναδικός Θεός, υπέρτατος δημιουργός, ύψιστος προνοητής και ύπατος κριτής του σύμπαντος, τόσο του άψυχου, άβιου, ανόργανου, άλογου κόσμου (φύση) όσο και του έμψυχου, έμβιου, ενόργανου, έλλογου όντος (άνθρωπος). Η αρχή του σύμπαντος είναι προσωπική, υποστατική, υπαρξιακή. Όχι πλέον η απρόσωπη, άμορφη (αΐδια), άχρονη (αιώνια) ουσία της φύσης, αλλά ένα ον, μια ύπαρξη, ένα πρόσωπο, που αποκαλείται Θεός («εγώ ειμί ο ων») υπέρκειται παντός απρόσωπου και πολυπρόσωπου όντος, επιγείου ή επουρανίου.

Το θείο εκλαμβάνεται ως ον προσωπικό, το όντως ον ή καλύτερα ο όντως Ων, που δίνει την ουσία σε κάθε ον ως δύναμη ουσιοποιός και ουσιαρχική. Δεν είναι πλέον η απρόσωπη, άχρονη και άμορφη ουσία το ύπατο θεμέλιο του σύμπαντος, αλλά ένα πρόσωπο, μια ύπαρξη, το όντως ον: «ου γαρ εκ της ουσίας ο ων, αλλ’ εκ του όντος η ουσία» (Γρηγόριος Παλαμάς). Η προτεραιότητα του προσώπου, του όντος και της ύπαρξης αποκαλείται στην φιλοσοφική ορολογία προσωποκρατία (personalismus), προσωποκεντρισμός (περσοναλισμός), και αποτελεί την μεταφυσική προϋπόθεση του μονοθεϊσμού.

Αξίζει τον κόπο να μελετήσουμε τον μονοθεϊσμό αντιστικτικά ως προς τον πολυθεϊσμό. Το ομόλογο μέγεθος του μονοθεϊσμού στα δύο φύλα είναι το αρσενικό, ανδρικό, ανδροκρατικό, φαλλικό και πατριαρχικό στοιχείο. Ο Θεός είναι Ένας και Μοναδικός με μορφή ανδρική και πατρική (Θεός Πατήρ), η τριαδικότητα αναπτύσσεται αρρενωπά (Πατήρ-Υιός), οι κυρίαρχες φυσιογνωμίες του ιερατείου είναι ανδρικές (ιερέας, προφήτης, πατριάρχης, νομοθέτης) και ονοματοδοτούνται αρσενικά (πατήρ, αββάς, γέροντας).

Ο κυρίαρχος συμβολισμός είναι ο ουρανός κι όχι πλέον η γη του πολυθεϊσμού με το γήινο, γεώδες, γυναικείο, θηλυκό, μητρικό και μητριαρχικό στοιχείο. Αντί για την μήτρα του πολυθεϊσμού συνδηλώνεται ο φαλλός του μονοθεϊσμού: η ευθεία γραμμή με την σαφήνεια και την ακαμψία, τον κανόνα που τέμνει κι ανατέμνει, ορίζει και χωρίζει.

Το ουράνιο σύμβολο του μονοθεϊσμού δεν είναι η σελήνη του πολυθεϊσμού, αλλά ο ήλιος με την απαρέγκλιτη σταθερότητα κι ακαμψία του, όσο βεβαίως και την εκτυφλωτική λάμψη του που θερμαίνει και πυρώνει, λάμπει και τυφλώνει, δίνει φως σε όλους και παίρνει το φως όσων τολμούν να τον κοιτάζουν κατάματα, κατά πρόσωπο, φωτίζει και πυρπολεί, ως φως και φωτιά, πυρ και πυρά. Αντί για τον κύκλο επικρατεί η γραμμή, που με φαλλικό συμβολικό τρόπο χαράσσει όρια, διχοτομεί και διαιρεί, ορίζει και χωρίζει, καθορίζει και περιορίζει συνάμα. Το γεωμετρικό σώμα του μονοθεϊσμού δεν είναι πλέον η σφαίρα, αλλά το ημισφαίριο (τρούλος) και το παραλληλεπίπεδο (κύβος) που γεωμετρεί το σύμπαν με την ευθεία γραμμή, η οποία ελάχιστα συνάδει με την φύση που μαρτυρεί κυκλικότητα και κυματισμό μάλλον παρά γραμμικότητα και παραλληλότητα.

Ο πολυθεϊσμός υπερβαίνει τον θάνατο με την πεποίθηση της αθανασίας της ψυχής, ενώ ο μονοθεϊσμός αντιμετωπίζει τον θάνατο με την πίστη στην ανάσταση των νεκρών. Η εμπειρία της αναγέννησης κατανοείται εντελώς διαφορετικά στις δυο ποικιλίες της ανθρώπινης θρησκευτικότητας.

Ο πολυθεϊσμός κατανοεί την αναγέννηση ενδοφυσικά, φυσιοκρατικά, φυσιολατρικά, νατουραλιστικά και ουσιοκρατικά ως αθανασία της ψυχής σαν ανακύκλωση της γέννησης με πρότυπο την γυναικεία μήτρα της Μεγάλης Μητέρας-Μήτρας θεάς φύσης. Ο μονοθεϊσμός αντιλαμβάνεται την αναγέννηση υπαρξιακά, προσωπικά, προσωποκεντρικά, ως ανάσταση του νεκρού ανθρώπου με πρότυπο την εκ νεκρών ανάσταση του Θεανθρώπου στον Χριστιανισμό ή την έλευση του Μεσσία στον Ιουδαϊσμό ή την παραδείσια δικαίωση των πιστών του Προφήτη Μωάμεθ στο Ισλάμ. Σε κάθε περίπτωση ο θάνατος υπερβαίνεται χωρίς να καταργείται είτε με την πεποίθηση στο παρελθόν μιας μήτρας στην φύση, στην μητέρα, στην γη, στην σελήνη, που αδειάζει και γεμίζει, χάνεται και ξαναβρίσκεται, όπως στον πολυθεϊσμό, είτε με την πίστη στο μέλλον μιας ευθείας γραμμής που αρχίζει με την εκ του μηδενός δημιουργία (creatio ex nihilo), επικεντρώνεται στην Παρουσία ενός Μεσσία-Θεανθρώπου (Χριστού, Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός) με την Ενσάρκωση-Ενανθρώπιση του Θεού (Πρώτη Παρουσία) και αποκορυφώνεται με την Δευτέρα Παρουσία, την Τελική Κρίση και την έλευση της Βασιλείας του Θεού.

Μπορούμε να επισκοπήσουμε την θρησκειο-φιλοσοφική εποποιία του πολιτισμού της ανθρωπότητας από την σκοπιά της συγκλονιστικής εμπειρίας του θανάτου. Η θρησκεία είναι μια απάντηση στην απορία του θανάτου. Η φιλοσοφία αποτελεί «μελέτη θανάτου», διότι αρθρώνει λόγο για το νόημα της ζωής υπό την σκιά του θανάτου. Οι δυο κυρίαρχες μορφές θρησκείας, που είναι ο πολυθεϊσμός και ο μονοθεϊσμός, εμφανίζονται ως οι δυο ενδεχόμενες απαντήσεις της ανθρωπότητας στο πρόβλημα του θανάτου, θρησκεύουμε, επειδή θνήσκουμε: κάνουμε λόγο περί θρησκείας για να αντιμετωπίσουμε τον θάνατο.

Οι δυο εφικτές υπερβάσεις του θανάτου μέσω της ενδοφυσικότητας του πολυθεϊσμού και της εξωφυσικότητας του μονοθεϊσμού παραμένουν μοναδικές και ανυπέρβλητες μέχρι σήμερα, όπως επίσης μένουν εκκρεμείς και ανεπιβεβαίωτες. Καμιά δεν μπορεί να διεκδικήσει για τον εαυτό της την αποκλειστικότητα της μίας, ορθής, «ορθόδοξης» και οριστικής λύσης του δράματος της ανθρώπινης ζωής στην οποία έλαχε ο σκληρός κλήρος να τελευτά την βιοτή της και να βιώνει την τελευτή της. Ίσως μια κάποια ενδεχόμενη απόκριση σε αυτήν την ακροτελεύτια όσο και αφετηριακή απορία μας να είναι το γεγονός ότι δεν υπάρχει τελική λύση, τελειωτική επίλυση, τελεσίδικη απάντηση, αφού εμείς οι ίδιοι που ερωτάμε είμαστε μέρος του προβλήματος στην επίλυση του οποίου έχουμε επιδοθεί.

Ο θάνατος μοιάζει με το όνειρο: είναι συμβάντα ετεροχρονισμένα. Σε άλλο χρόνο βιώνουμε το όνειρο στον ύπνο μας και σε άλλο χρόνο το ερμηνεύουμε αφυπνισμένοι. Ποτέ δεν συγχρονίζονται η βίωση και η ερμηνεία του ονείρου: η πρώτη ανήκει στο σκοτάδι της νύκτας κι η άλλη αρμόζει στο φως της ημέρας. Η μια προϋποθέτει την υπτία στάση του κοιμωμένου, ενώ η άλλη συμβαίνει συνήθως σε κάθε άλλη στάση (ορθία, καθιστή, επικλίνη). Κάτι ανάλογο συμβαίνει με τον θάνατο. Η μελέτη του θανάτου στην ζωή μας και η εμπειρία του στην τελευτή μας είναι απολύτως ετεροχρονισμένα συμβάντα.

Σώμα και πτώμα διαφέρουν: το πρώτο έχει τον θάνατο μπροστά του, ενώπιον του, ενώ το δεύτερο έχει τον θάνατο όπισθέν του. Ο θάνατος είναι συμβάν εκ των προτέρων για το πτώμα και εκ των υστέρων για το σώμα. Άλλωστε θα μπορούσε να ορισθεί το πτώμα ως σώμα θανάτου. Αυτό που μετατρέπει ένα σώμα σε πτώμα (σορό) είναι ο θάνατος, ο οποίος σωριάζει κυριολεκτικά τον άνθρωπο κάνοντας το σώμα του μια σορό και την ψυχοσωματική του ενότητα έναν σωρό από οστά.

Δεν στερείται σημασίας το ότι η ελληνική αρχαιότητα παρομοίαζε τον θάνατο με τον ύπνο: ο θάνατος εκλαμβάνεται ως «μέγας ύπνος» και ο ύπνος θεωρείται ως «μικρός θάνατος». Ο ετεροχρονισμός ονείρου και θανάτου είναι μια ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτη παραλληλία που έτυχε επαρκούς επισήμανσης από την αρχαιοελληνική σκέψη. Ας προστεθεί στον ετεροχρονισμό και κάτι άλλο ακόμα: η μη αντιστρεψιμότητα του θανάτου. Ό,τι ζει θα πεθάνει, αλλά ό,τι πεθαίνει δεν ζει ποτέ πάλι εκ νέου, κι οπωσδήποτε όχι με τον ίδιο τρόπο που έζησε την μέχρι θανάτου ζωή του. Η μετεμψύχωση και η μετενσάρκωση δηλώνουν την μη αντιστρεψιμότητα του θανάτου, αφού, παρά την επανάληψη της βιοτής και την συνέχεια της ζωής, δεν παρατηρείται ομοιότητα των ζωτικών καταστάσεων, αλλά ανομοιότητα των έμβιων μορφών (μετατροπή του ανθρώπου σε ζώο και αντίστροφα).

Όποιος βιώνει τον θάνατο δεν ζει πλέον για να τον μελετήσει, να στοχασθεί, να φιλοσοφήσει και να θεολογήσει περί θανάτου. Όποιος ζει την ζωή έχει κάθε άνεση χρόνου να μελετήσει τον θάνατο φιλοσοφικά ή και θεολογικά, αλλά απέχει παρασάγγας από την βίωση του κι επομένως από την άμεση, εμπειρική, βιωματική, προσωπική και υπαρξιακή πιστοποίηση της καλύτερης επιλογής ανάμεσα σε πολυθεϊσμό και μονοθεϊσμό, φυσιοκρατία και προσωποκρατία, αθανασία ψυχών και ανάσταση νεκρών.

Μέχρι το τέλος της ζωής μας εκεί όπου κρύβεται η μοναδική έγκυρη απάντηση στο αίνιγμα του θανάτου απομένει μόνο η πίστη, δηλαδή η εμπιστοσύνη, η πίστωση και η επένδυση σε μια από τις δυο θρησκειοφιλοσοφικές αποκρίσεις στο ερώτημα του θανάτου που ενσαρκώνει την φθίση της φύσης. Μέχρι τότε βεβαίως δεν τίθεται κανένα δίλημμα του τύπου τι προτιμάμε: να ζήσουμε την ζωή ή να μελετήσουμε τον θάνατο; Ισχύει η πασίγνωστη θέση «primum vivere deinde philosophare», δηλαδή προηγείται η ζωή και έπεται η φιλοσοφία.


II. ΠΟΝΟΣ

Άνθρωπος είναι αυτό που γνωρίζει ότι θα πεθάνει. Κάπως έτσι θα μπορούσαμε να ορίσουμε αυτό το ον, το οποίο διαχωρίζεται από τα άλλα ανώτερα θηλαστικά και το υπόλοιπο ζωικό Βασίλειο χάρη σε αυτήν την τραγική ιδιότητα του.

Η μόνη βέβαιη και αντικειμενικά έγκυρη γνώση του ανθρώπου είναι η επίγνωση του θανάτου. Άλλωστε η «μελέτη θανάτου» για την κλασική φιλοσοφία και η «μνήμη θανάτου» για την ασκητική παράδοση διαδραματίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο, κι αυτό συμβαίνει όχι τυχαία. Πολλά είναι αβέβαια, ένα όμως μένει βέβαιο: ο θάνατος, το τέλος της ζωής, η παρακμή του ανθρώπου με το γήρας, η φθίση του με την ασθένεια, η φθορά της φύσης, το ότι δηλαδή το σώμα γίνεται πτώμα. Κι όλα τα πτώματα υπήρξαν σώματα. Η πιο καθολική εμπειρία του ανθρώπου είναι η εμπειρία του πόνου, το βίωμα του πάθους, η αίσθηση του κακού μέσα στον κόσμο.

Η ανατολική παράδοση, από την Ευρώπη μέχρι την Ασία τουλάχιστον (κι ακόμα παραπέρα βέβαια, σε όλους τους παραδοσιακούς πολιτισμούς), εξισώνει την ύπαρξη με τον πόνο, το πάθος και την αγωνία: doleo ergo sum («πάσχω άρα υπάρχω»). Με μια τέτοια μεταφυσική εξίσωση ανατρέφονται χιλιάδες χρόνια τρισεκατομμύρια συνανθρώπων μας, από την Ινδική μέχρι τη Βαλκανική Χερσόνησο, στα τεσσεράμισι πέμπτα της υφηλίου μας. Αν επισκοπήσουμε μόνο την ανατολικοευρωπαϊκή παράδοση, θα επισημάνουμε ατελεύτητη σειρά τέτοιων πηγαίων μαρτυριών. Στην κλασική αρχαιότητα διδάσκεται η σχέση παθήματος και μαθήματος: «τον πάθει μάθος». Επαναλαμβάνεται στον εκχριστιανισμένο Ελληνισμό των Μέσων Χρόνων: «ου μόνον μαθών, αλλά και παθών τα θεία». Και αναδιατυπώνεται στη νεοελληνική λαϊκή παράδοση με τρόπο παροιμιακό: «τα παθήματα μαθήματα».

Η ανθρώπινη ύπαρξη αποκαλύπτεται σας δύο πιο χαρακτηριστικές έδρες του πρίσματος που ονομάζονται: «ηδονή» και «οδύνη». Η ανατολική χριστιανική ασκητική ανθρωπολογεί με αυτό ακριβώς το ζεύγμα της ηδονής και της οδύνης, που δεν αποτελεί συμπτωματικό αναγραμματισμό ενός ανορθόγραφου ακούσματος (ηδο-/οδυ-), αλλά συνιστά ένα διδακτικό λογοπαίγνιο της σοφιολογικής παράδοσης. Σε αυτήν ακριβώς την γραμμή η νεότερη ρωσική ορθόδοξη σκέψη λογοτεχνεί με την πένα του Ντοστογιέφσκι και φιλοσοφεί με τη γραφίδα του Μπερντιάεφ.

Κι αυτό συμβαίνει σε ρητή διαστολή προς τη δυτικοευρωπαϊκή παράδοση, η οποία δογματίζει με το στόμα του πατριάρχη της νεωτερικής φιλοσοφίας, του Ντεκάρτ: cogito ergo sum («σκέπτομαι άρα υπάρχω»). Προτού γίνει μήλο της έριδος αυτή η φράση από το μεταγενέστερο υπαρξισμό ενός Κίρκεγκορ κι ενός Σαρτρ, που θα ανατείνουν εμφαντικά κι αντικαρτεσιανά το sum ergo cogito («υπάρχω άρα σκέπτομαι»), βοούσε η ανατολικοευρωπαϊκή παράδοση μαζί με τόσες άλλες μεσανατολικές κι απωανατολικές παραδόσεις την κραυγαλέα αλήθεια της ζωής που συνοψίζετο στο doleo ergo sum («πάσχω άρα υπάρχω»).

Το πρόβλημα της αλήθειας τίθεται στον ορίζοντα της ασθένειας του ανθρώπου και μάλιστα της ανίατης νόσου, ιδίως του θανατηφόρου νοσήματος. Εάν αποδεχθούμε εκείνον τον ορισμό που διατείνεται ότι «αλήθεια» είναι η μη λήθη, δηλαδή η άρνηση της λησμονιάς (α- στερητικό και -λήθη), τότε πια η αλήθεια της ζωής αποκαλύπτεται ενώπιον του θανάτου. Το νόημα του βίου μας ανατέλλει μέσα στον ορίζοντα του τέλους της ζωής μας που σημαίνεται με την τελευτή του ανθρώπου. Με τα λόγια ενός μεγάλου σύγχρονου ποιητή μας, του Νίκου Καρούζου, που γεύτηκε τον θάνατο από την επάρατο νόσο, λέμε: «ουσία της υπάρξεως είναι το μέλι του θανάτου. Ζωή αληθινή είναι ν’ αρτιώνουμε την αξία του θανάτου μέρα με τη μέρα και δευτερόλεπτο με δευτερόλεπτο».5 Αλήθεια είναι να μην λησμονούμε πως είμαστε θνητά όντα, που πάει να πει πως ο άνθρωπος είναι προϊόν με ημερομηνία λήξεως.

Γνωρίζουμε ότι έχουμε ημερομηνία λήξεως στη βιοτή μας, αλλά αγνοούμε την ίδια την ημερομηνία του τέλους μας. Το «τι» μέλλει να συμβεί στο Βίο μας είναι πασίγνωστο: πρόκειται για το θάνατο. Δεν γνωρίζουμε όμως όλα τα άλλα: το «πότε» θα πεθάνουμε, το «πώς» και το «πού» θα επέλθει το τέλος μας. Λες κι όλα τούτα έχουν καμιά σημασία μπρος στο θλιβερό όσο κι αδιάψευστο μέγα γεγονός του θανάτου μας.

Κανείς δεν γνωρίζει όλα τούτα, εκτός μόνον από έναν άνθρωπο πάνω σε αυτόν τον μάταιο κόσμο: τον καρκινοπαθή… Το μόνο έμβιο ον πάνω στον πλανήτη που γνωρίζει τα πάντα γύρω από τον θάνατο του είναι ο καρκινοπαθής. Αυτό είναι το μέγιστο προνόμιο του, τραγικό βέβαια, αλλά μεταφυσικό επίσης, υπαρξιακό οπωσδήποτε, μεγαλειώδες ίσως, δυσβάστακτο σίγουρα: η αλήθεια της ζωής που είναι ο θάνατος αποκαλύπτεται μόνον σε εκείνον ο οποίος ατενίζει το τέλος του κατάματα γνωρίζοντας όχι μόνο ότι θα πεθάνει, αλλά επίσης το πού, πώς και πότε.

Ο καρκινοπαθής είναι ο μέγας προνομιούχος της μεταφυσικής, διότι είναι ο κάτοχος της αλήθειας της ζωής. Πόσοι άραγε θα ήθελαν και ποιοι θα μπορούσαν να αντέξουν τέτοιο τίτλο τιμής με τόση τραγικότητα;


III. ΒΙΑ

Η βία και ο έρωτας είναι οι δύο πιο θεμελιώδεις παράμετροι της ανθρώπινης ζωής. Λέγοντας βία εννοούμε την παραβίαση της θέλησης του υποκειμένου εκ μέρους κάποιου άλλου έξω από αυτό. Μια ύπαρξη βιάζεται όταν παραβιάζεται η θέληση της.

Στον σεβασμό ή στην παραβίαση της θέλησης έγκειται η διαφορά ανάμεσα στον εραστή και στον βιαστή. Πρόκειται για δυο ρόλους που τελούνται από το ίδιο πρόσωπο, αλλά ονοματοδοτούνται και αξιολογούνται διαφορετικά ανάλογα με την θέληση του υποκειμένου. Ο βιαστής δρα όπως ακριβώς ο εραστής, αλλά παραβιάζει την θέληση του εταίρου του. Ο εραστής γίνεται αποδεκτός, επειδή εναρμονίζεται με την θέληση του άλλου. Ενώ ο έρωτας ενώνει, η 6ία χωρίζει. Γι’ αυτό ο εραστής είναι ποθητός, επιθυμητός και ευκταίος, ενώ ο βιαστής παραμένει απευκταίος, αποτροπιαστικός κι ανεπιθύμητος. Θα μπορούσαμε να ισχυρισθούμε ότι η Βία είναι η αρνητική όψη του έρωτα, ο οποίος αντιπροσωπεύει την θετική πλευρά της ζωής.

1. Βία και θυσία

Η 6ία υπάρχει απαραίτητα κι αναπόφευκτα μέσα στην φύση και στην κοινωνία, γι’ αυτό ακριβώς σημειώνει έντονη και πληθωρική παρουσία μέσα στην θρησκεία χωρίς καμιάν απολύτως εξαίρεση, παρότι βεβαίως ποικίλλει στα διάφορα θρησκεύματα της ανθρωπότητας. Η θεμελιώδης πράξη κάθε θρησκείας είναι η θυσία. Πρόκειται για την πρωτοβουλία του πιστού λάτρη της θρησκείας να αφαιρέσει από την φύση ένα ον (ζώο ή φυτό, καρπό ή άνθρωπο), να το θανατώσει και να το προσφέρει στον βωμό της θεότητας.

Η θυσία είναι βία κατ’ εξοχήν. Δεν ερωτάται το συγκεκριμένο θύμα (φυτικό, ζωικό ή ανθρώπινο) εάν, πότε και πώς θέλει να θυσιασθεί, δηλαδή να θανατωθεί προς χάρη ενός άλλου υπέρτατου όντος σαν το θείο ή προς όφελος της κοινότητας των πιστών που προβαίνουν στην προσφορά. Προσφέρεται το θύμα χωρίς να γίνει σεβαστή η βούληση του για ζωή. Παραβιάζεται η θέληση του και βιάζεται το σώμα του, προκειμένου να τελεσθεί η θυσία επί της οποίας θεμελιώνεται η θρησκεία, όπως τεκμηριωμένα και ευσύνοπτα καταγράφεται αυτή η διασύνδεση στο Θρησκειολογικό Λεξικό.6

2. Βία και ιερό

Στον Γάλλο ερευνητή Ρενέ Ζιράρ (Rene Girard, γεν. 1923) οφείλουμε τις ρηξικέλευθες θρησκειολογικές θεωρήσεις με τις οποίες ανατέμνεται η εσώτατη σχέση ανάμεσα στην βία και στο ιερό. Το θεμελιώδες έργο του είναι Η βία και το ιερό’7 ακολουθείται από την μελέτη του Η αρχαία οδός των ασεβών8 και αποκορυφώνεται με την ελληνική μετάφραση του ανθολογίου δοκιμίων του Κεκρυμμένα από καταβολής.9 Κεντρικές θέσεις του Ρενέ Ζιράρ είναι ότι «η θυσία είναι μια βία χωρίς κίνδυνο αντεκδίκησης»10 και ότι «η βία και το ιερό είναι πράγματα αδιαχώριστα».11

Το επόμενο βήμα στην θρησκειολογική θεωρία του Ζιράρ είναι ο εντοπισμός δύο εξαιρέσεων, μίας στον Ιουδαϊσμό και μίας παραπέρα ακόμα στον Χριστιανισμό. Η θυσία του Αβραάμ είναι η πρώτη ανολοκλήρωτη και ματαιωμένη θυσία, όπου η απάνθρωπη ανθρωποθυσία του Ισαάκ απαλύνεται σε αιματηρή ζωοθυσία. Οι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης απαιτούν την αντικατάσταση της θυσίας από το έλεος («έλεος θέλω και ου θυσίαν»), προλειαίνοντας το έδαφος για την ακροτελεύτια πράξη με την οποία αναιρείται το θυσιαστικό γεγονός.

Αυτό είναι ο Ιησούς Χρίστος ως Θεάνθρωπος με την σταυρική θυσία, όπου αυτοαναιρείται η θυσία, αφού το αθώο θύμα δέχεται εκούσια την αυτοθυσία του. Η θυσία πλέον αποβαίνει αναίμακτη στην Θεία Ευχαριστία, την ιδρυτική τελετουργία της Χριστιανικής Εκκλησίας, η οποία ματαιώνει το θυσιαστικό συμβάν μετατρέποντας το σε αναίμακτη αυτοθυσία και εκούσια εθελοδουλία. Έτσι, ο θύτης και το θύμα ταυτίζονται, και με αυτόν τον τρόπο μοιάζει να κλείνει ο φαύλος κύκλος της βίας, δηλαδή με την εκούσια, ελεύθερη, αυτόβουλη και συνειδητή ταύτιση του αθώου θύματος με τον ένοχο θύτη στην αναίμακτη αυτοθυσία του Θεανθρώπου επί του σταυρού.

3. Βία και μονοθεϊσμός

Η θεωρία του Ζιράρ έχει γίνει αντικείμενο σοβαρής κριτικής συζήτησης στην οποία δεν ευκαιρούμε να υπεισέλθουμε. Παραπέμπουμε στο λήμμα για τον Ζιράρ στο Θρησκειολογικό Λεξικό12 στο βιβλίο του Φώτη Τερζάκη Μελέτες για το Ιερό13 και στην μετάφραση του στο βιβλίο της Ρετζίνα Σβαρτς Βία και μονοθεϊσμός: η κατάρα τον Κάιν.14 Σε αυτήν την πραγματεία ανατέμνεται η εξειδικευμένη και έντονη σχέση ανάμεσα στην βία και στην θρησκεία με ιδιαίτερη έμφαση στις τρεις μονοθεϊστικές παραδόσεις (Ιουδαϊσμός, Χριστιανισμός, Μουσουλμανισμός). Η βασική θέση της είναι ότι ο μονοθεϊσμός είναι πολύ πιο βίαιος από τον πολυθεϊσμό (ελληνορωμαϊκή θρησκευτικότητα, ανατολικά θρησκεύματα).

Οι λόγοι είναι πολλοί: ο μονοθεϊσμός αποκλείει την ανεκτικότητα προς τις αλλόθρησκες παραδόσεις του περιγύρου του, εγείρει την αξίωση της αποκλειστικότητας και της ανωτερότητας της δικής του πίστης και μετέρχεται πολεμικά μέσα για να επιβάλει την πεποίθηση στην ύπαρξη και δράση εντός της ιστορίας και της κοινωνίας Ενός και Μοναδικού Θεού με αποκλειστικώς αρσενικά, ανδροκρατικά και πατριαρχικά χαρακτηριστικά (Θεός Πατέρας, Πατριάρχης κ.λπ.), υποτιμώντας το δεύτερο φύλο και οικοδομώντας μια θρησκευτικότητα αρρενωπή, πολεμική, πατριαρχική, ανάλγητη και βίαιη. Όπως σημειώνει η Ρετζίνα Σβαρτς, η «αρχή της μοναδικότητας (μια γη, ένας λαός, ένα έθνος) και μάλιστα στη μονοθεϊστική σκέψη (μια θεότητα) γίνεται απαίτηση για αποκλειστική συμμαχία, η οποία απειλεί με τη βία του αποκλεισμού. Όταν αυτή η αντίληψη μεταφράζεται σε κοσμικό σχηματισμό λαών -ένα έθνος υπό την προστασία του Θεού- γίνεται περισσότερο απειλή παρά πηγή σιγουριάς».15 Ο μονοθεϊσμός φαίνεται να εντείνει την βία στην θρησκεία, επειδή μετατρέπει την θυσία σε αυτοθυσία, μεταστοιχειώνει την ζωοθυσία σε ανθρωποθυσία και οξύνει την επιθετικότητα των πιστών εναντίον των απίστων με την νομιμοποίηση της αποκλειστικότητας και της μοναδικότητας του θείου.

Όπου λόγος, εκεί αντίλογος! Όπως η θεωρία του Ζιράρ συνάντησε την κριτική της ανασκευή, έτσι και η θεωρία της Σβαρτς έχει ενώπιον της αρκετές επιφυλάξεις και θεμιτές ενστάσεις να αντιμετωπίσει προκειμένου να μορφοποιηθεί μια ακόμα πιο ακριβοδίκαιη εικόνα της πραγματικότητας. Δεν θα υπεισέλθουμε εμείς εδώ σε κριτικές παρατηρήσεις, αφήνοντας ανοικτή την συζήτηση για μιαν άλλη μελλοντική ευκαιρία.

Μας είναι αρκετό να σημειώσουμε ότι το θέμα «6ία και θρησκεία» έρχεται στο προσκήνιο της επικαιρότητας από τα ίδια τα πρόσφατα αιματηρά συμβάντα στην υφήλιο που συνδέονται με την αντιπαλότητα των τριών μονοθεϊσμών, δηλαδή του Ισλάμ έναντι του Χριστιανισμού της Δύσης και του Ιουδαϊσμού του κράτους του Ισραήλ. Πρόκειται για αυτό που αλλιώτικα με προσφυέστερο τρόπο επονομάσθηκε ως η «έριδα των τέκνων του Αβραάμ» (Ισραήλ, Ισμαήλ, Ιησούς). Οι τρεις μονοθεϊσμοί αναγνωρίζουν τον πατέρα του Ισαάκ ως κοινό πατριάρχη τους, γενάρχη της μονοθεϊστικής πίστης και προπάτορά τους. Δεν μένει αμφιβολία ότι η βία και η θρησκεία διασυνδέονται στενότατα κι εσώτατα.

Ας σημειωθεί όμως ότι δεν ευθύνεται πρωταρχικά ή αποκλειστικά η θρησκεία για μια τέτοια οδυνηρή διασύνδεση με την βία. Η κοινωνία είναι ο φυσικός αυτουργός της βίας, ενώ η θρησκεία παραμένει ο ηθικός συναυτουργός της. Η κοινωνία απαιτεί τον αυτοπεριορισμό και την αυτοθυσία των ορμών και των εγωιστικών απαιτήσεων του ατόμου προς όφελος της ομάδας. Η ανεπαρκής ανταπόκριση του ανθρώπου στην κοινωνική απαίτηση για αυτοπαραίτησή του οδηγεί στην βίαιη επιβολή περιορισμών από το κοινωνικό σύνολο επάνω στο ανθρώπινο υποκείμενο διαμέσου δυο θεσμικών μηχανισμών, ενός επίγειου-οριζόντιου, που είναι το κράτος, και ενός επουράνιου-κατακόρυφου, που λέγεται θρησκεία.

Δεν φαίνεται, στα δικά μας μάτια τουλάχιστον, να έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία η διάκριση των θρησκειών σε μονοθεϊστικές και πολυθεϊστικές, με την έννοια ότι ο μονοθεϊσμός φαντάζει βιαιότερος του πολυθεϊσμού. Και οι δυο αυτές ομαδοποιήσεις των θρησκευμάτων εδράζονται στην θυσία και κατά λογική συνέπεια τόσο ο μονοθεϊσμός όσο κι ο πολυθεϊσμός ενέχονται στην βία εξίσου.

Άλλωστε δεν έχει νόημα για τα θύματα της ιστορίας να αναρωτιόμαστε ποιος δήμιος είναι βιαιότερος ή ποιος εκτελεστής μοιάζει ανώδυνος. Καμιά θρησκεία δεν είναι αναίμακτη, όπως καμιά επανάσταση δεν υπήρξε αναίμακτη, καμιά εξέγερση δεν ήταν «βελούδινη» και καμιά ανταρσία δεν έγινε ανώδυνα. Ας υπενθυμίσουμε την έκβαση της θυσίας του Αβραάμ και ας ευχηθούμε στο μέλλον οι μονοθεϊσμοί του Ισραήλ, της Εκκλησίας και του Ισλάμ να μιμηθούν τον γενάρχη της πίστης τους. Ο Αβραάμ δεν ολοκλήρωσε την ανθρωποθυσία του μοναχογιού του, αθέτησε την υπόσχεση του με την πρωτοβουλία του Θεού κι έτσι σώθηκε μια ψυχή, ο Ισαάκ, και γεννήθηκε μια ολότελα καινούργια πίστη, ο μονοθεϊσμός. Μακάρι να συμβεί το ίδιο σήμερα και να επαναλαμβάνεται εσαεί στο μέλλον: η θυσία να γίνει αυτοθυσία, η πίστη να παραιτηθεί από την βία, και ο αντίποδας της, δηλαδή ο έρωτας, να επικρατήσει ακολουθώντας την κληρονομιά του «θείου έρωτος» που αφθονεί στους μονοθεϊσμούς δίνοντας εύχυμους καρπούς μέσα στην ιστορία.

Δεν μπορεί και δεν πρέπει να λησμονηθούν η παράδοση του «θείου έρωτος»,16 όπως επίσης η συμβολή των μυστικών ρευμάτων.1? Σε ένα τέτοιο πλαίσιο φαίνεται να ανατέλλει αμυδρά ίσως, αλλά με τρόπο αποφασιστικό, μια κάποια διέξοδος σε επικαιρικά αδιέξοδα που έγκαιρα έτυχαν εύστοχης ανατομίας.18


IV. ΣΩΜΑ

Ο άνθρωπος μπορεί να εκληφθεί ως «κένταυρος», διφυής και δισυπόστατος, αφού αποτελείται από σώμα και ψυχή. Τα δυο μόρια της ανθρώπινης ύπαρξης είναι άνισα, ασύμμετρα κι αντίθετα: το σώμα είναι ορατό κι η ψυχή αόρατη, ενσώματη-ένυλη οντότητα από την μια πλευρά κι ασώματη-άυλη από την άλλη πάλι πλευρά. Πώς σχετίζονται ψυχή και σώμα; Αυτό είναι ένα κεφαλαιώδες ανθρωπολογικό ερώτημα19 το οποίο απαντάται στην νεώτερη δυτικοευρωπαϊκή παράδοση εντελώς αλλιώτικα από ό,τι στην σύγχρονη μετα-νεωτερική εποχή μας.

Στην αναγεννησιακή εποχή, με επίκεντρο το δυτικό ημισφαίριο της ευρωπαϊκής ηπείρου, ισχύει ο δυαλισμός ψυχής-σώματος, δηλαδή ο απόλυτος διαχωρισμός (δύο, δυϊκός, δυϊσμός = duo, dualis, dualismus: δυαλισμός), ενώ στην μεταναγεννησιακή εποχή (από τα μέσα του 20ού αιώνα) σε πλανητικό πια επίπεδο επικρατεί βαθμιαία και κλιμακωτά ο ολισμός ψυχής-σώματος («όλον», σύνολο, συνολικό, καθολικό, ολικό) με την έννοια ότι τώρα πια ενδιαφερόμαστε πιο πολύ για ό,τι ενώνει ψυχή και σώμα παρά για οτιδήποτε χωρίζει και σχίζει αυτά τα δυο μόρια του ανθρωπίνου όντος. Πρόκειται δηλαδή για δύο εντελώς διαφορετικές προσεγγίσεις στο ανθρωπολογικό ζήτημα της ψυχοσωματικής οντότητας που κωδικοποιείται ως «νεότερος δυαλισμός» και «σύγχρονος ολισμός».

1. Ο νεότερος δυαλισμός ψυχής και σώματος

Το αρχιμήδειο στήριγμα της νεότερης δυτικοευρωπαϊκής οντολογίας είναι ο δυαλισμός. Ο Καρτέσιος ή Ρενέ Ντεκάρτ (Rene Descartes, 1596-1650) είναι ο τελειότερος εκφραστής (όχι όμως ο εφευρέτης) της δυαλιστικής οντολογίας. Η πρωτοτυπία του Ντεκάρτ έγκειται στο ότι για πρώτη φορά αποκρυσταλλώθηκαν οι δύο οντότητες που νομιμοποιούν και μονιμοποιούν τον δυαλισμό: το σκεπτόμενο ον (res cogitans) και το εκτεινόμενο ον (res extensa). Η καρτεσιανή επινόηση res cogitans – res extensa είναι η καρδιά όλων των εκφάνσεων του δυαλισμού (ψυχής – σώματος, πνεύματος -ύλης, ανθρώπου – φύσης, θρησκείας – επιστήμης). Θα σημειώσουμε τρία μόνο οντολογικά θεμέλια του καρτεσιανού δυαλισμού.20

Α Η οντολογική προτεραιότητα τον σκεπτόμενου Εγώ (cogito ergo sum) είναι το πρώτο αξίωμα της φιλοσοφίας του Ντεκάρτ: «Σκέπτομαι άρα υπάρχω».21 Οι προϋποθέσεις του Ντεκάρτ ανάγονται στον μεσαιωνικό σχολαστικισμό και στον Αυγουστίνο.22 Εκείνο όμως που είναι αδιαμφισβήτητα καρτεσιανό είναι η πρωτοφανής σημασιολόγηση του Εγώ: ομφαλός της φιλοσοφίας καθίσταται πλέον το υποκειμενικό (αυτονοημένο και χειραφετημένο) Εγώ του εξατομικευμένου ανθρώπου ως σκεπτόμενου όντος. Τα ελάχιστα κυβικά εκατοστά του ανθρωπίνου εγκεφάλου, όπου κατά ρητή διατύπωση του Ντεκάρτ23 είναι η έδρα του κοινού νου, αποτελούν το αρχιμήδειο στήριγμα της νεότερης φιλοσοφίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Ντεκάρτ δεν αποφαίνεται cogitare ergo esse («σκέπτεσθαι άρα υπάρχειν/είναι»), αλλά cogito ergo sum («εγώ σκέπτομαι, άρα εγώ υπάρχω»).

Ο ίδιος αποκαλύπτει το οντολογικό κίνητρο του ανθρωπομονισμού του: «ό,τι είναι αληθινό είναι κάτι τι… ό,τι γνωρίζω σαφώς είναι αληθινό».24 Αφού λοιπόν το αληθές είναι υπαρκτό και νοητό, το πρόβλημα έγκειται στην σύμπτωση υπαρκτού και νοητού, που άλλωστε αντανακλά και την σχολαστική θωμιστική αντίληψη για την αλήθεια: Veritas est adaequatio rei et intellectus. Ακολουθώντας την σχολαστική παράδοση, ο Ντεκάρτ θέτει ως σκοπό του την ανακάλυψη του σημείου σύμπτωσης υπαρκτού και νοητού, κι αυτόν τον σκοπό υπηρετεί η μεθοδολογική του αμφιβολία.

Ο σκοπός του εκπληρώνεται με την ανακάλυψη του Εγώ:25 το σκεπτόμενο Εγώ είναι το σημείο σύμπτωσης νοήσεως και όντος, κατά συνέπεια είναι η αλήθεια (veritas) του σχολαστικού ορισμού. Στην αλήθεια 6έ6αια αρμόζει οντολογική προτεραιότητα. Αφού η θωμιστική αλήθεια πλέον καλύπτεται από το καρτεσιανό Εγώ, δικαιολογείται πλήρως και κατανοείται απόλυτα η οντολογική προτεραιότητα που δίδεται στο Εγώ από τον Ντεκάρτ. Το καρτεσιανό Εγώ είναι η σχολαστική αλήθεια (veritas) με άλλο όνομα.

Β. Η οντολογική αποκλειστικότητα τον σκεπτόμενου όντος («ego sum res cogitans»). Η οντολογική προτεραιότητα του σκεπτόμενου Εγώ είναι κατ’ αρχήν κατανοητή και απροβλημάτιστη, μέχρι αυτό το σημείο τουλάχιστον. Δυστυχώς όμως ό Ντεκάρτ δεν αρκέσθηκε σ’ αυτό, αλλά αποτόλμησε ένα ακόμα Βήμα, το οποίο ήταν άλμα: ταύτισε το σκεπτόμενο Εγώ με το σκεπτόμενο ον (res cogitans) κι απέδωσε σ’ αυτό οντολογική αποκλειστικότητα.

Η οντολογική αποκλειστικότητα του σκεπτόμενου όντος, αυτός ο πρωτοφανής καρτεσιανός νεωτερισμός, συντελέσθηκε κατά τον εξής τρόπο, όπως τεκμηριώνεται από την σχετική μαρτυρία του Ντεκάρτ: «Υποθέτω ότι όλα όσα 6λέπω είναι εσφαλμένα. Πιστεύω ότι τίποτε δεν υπήρξε από όσα αναπαριστά η ψευδολόγος (mendax) μνήμη μου… Τι θα ήταν αληθινό; Ίσως μόνον ό,τι είναι βέβαιο… Αλλά εγώ τουλάχιστον δεν είμαι κατιτί;… Έπεισα τον εαυτό μου ότι δεν υπάρχει στον κόσμο τίποτα, ούτε ουρανός ούτε γη ούτε πνεύματα ούτε σώματα. Εγώ όμως δεν είμαι; Βεβαίως και είμαι, αρκεί μόνο να πείσω τον εαυτό μου. Αλλά υπάρχει κάποιος άγνωστος μου απατεώνας [deceptor], ισχυρότατος και δολιότατος, που διαρκώς με εξαπατά επιμελώς. Όσον όμως και αν με εξαπατά, δεν αμφιβάλλω ότι εγώ υπάρχω. Αν και με εξαπατά, εντούτοις δεν θα καταφέρει να με κάνει να πιστέψω ότι δεν είμαι, διότι σκέπτομαι ότι είμαι κατιτί. Με βάση όλα τα προαναφερθέντα πρέπει να ορίσω και να αποφανθώ ότι το: «Είμαι, υπάρχω», είναι κατ’ ανάγκη αληθινό, όποτε το προφέρω ή το συλλαμβάνω με τον νου μου».26

Με βάση την καρτεσιανή συλλογιστική η οντολογική προτεραιότητα του σκεπτόμενου Εγώ είναι εύκολο και εύλογο να οδηγήσει στην οντολογική αποκλειστικότητα του σκεπτόμενου όντος, αφού πλέον μόνο η σκέψη είναι το εχέγγυο της ύπαρξης: «Η σκέψη είναι η μόνη ιδιότητα που δεν μπορεί να χωρισθεί από τον εαυτό μου. Εγώ είμαι, εγώ υπάρχω: τούτο είναι βέβαιο. Κάθε πότε όμως; Όποτε σκέπτομαι… Δεν αναγνωρίζω λοιπόν τίποτε που να μην είναι αληθινό. Είμαι λοιπόν ακριβώς ένα σκεπτόμενο ον… Είμαι ένα ον αληθές και αληθώς υπάρχον. Τι είδους ον; Είπα, σκεπτόμενο».27 Και περαιτέρω αποσαφηνίζει: «Εγώ είμαι σκεπτόμενο ον, που αμφιβάλλει, καταφάσκει, αποφάσκει, γνωρίζει λίγα, αγνοεί πολλά, θέλει, δεν θέλει, φαντάζεται και αισθάνεται επίσης».28

Οντολογικό αποκορύφωμα του καρτεσιανού ανθρωπομονισμού είναι η διαπίστωση: «Η ουσία μου συνίσταται σε ένα μόνο, ότι είμαι σκεπτόμενο ον».29 Έτσι καθιερώνεται ο ανθρωπολογικός μηχανικισμός, αφού πλέον ο Ντεκάρτ αρνείται τον αριστοτελικό ορισμό του ανθρώπου ως «ζώον λόγον έχον» (animal rationale)30 και τον αντικαθιστά με τον δικό του, θεωρώντας πλέον τον άνθρωπο ως «μηχανή αρθρώσεων»31 (machina membrorum) και το ανθρώπινο σώμα ως «μηχάνημα»32 (machinamentum). Επικυρώνεται επιπλέον και ο ψυχοσωματικός δυαλισμός, αφού ο Ντεκάρτ ορίζει ότι η «φύση του ανθρώπου συντίθεται από πνεύμα και σώμα»33 και «μεταξύ πνεύματος και σώματος υπάρχει μεγίστη διαφορά».34

Γ. Η οντολογική αυτονόμηση τον εκτεινομένον όντος (corpus est «res extensa, non cogitans»).35 Στον αντίποδα του σκεπτόμενου όντος τοποθετεί ο Ντεκάρτ το εκτεινόμενο ον: το res extensa. Το εκτεινόμενο ον αντιπαρατίθεται στο σκεπτόμενο ον, αυτονομείται και απομονώνεται για να χάσει τους τελευταίους δεσμούς και τα ελάχιστα δεσμά που το συνέδεαν με το σκεπτόμενο ομόλογο του ον επί δυόμισι χιλιετίες ευρωπαϊκής φιλοσοφικής παράδοσης. 0 δυαλισμός ενύλου – αΰλου διατυπώνεται σαφέστατα στον Ντεκάρτ: «Η ιδέα που έχω για το ανθρώπινο πνεύμα, το οποίο είναι σκεπτόμενο ον και όχι εκτεινόμενο σε μήκος, μέγεθος και Βάθος, και το οποίο δεν μετέχει σε ό,τι συνιστά το σώμα, είναι ιδιαζόντως διακεκριμένη από την ιδέα κάθε σωματικού όντος».36

Τι είναι όμως σώμα; «Ως σώμα εννοώ ό,τι μπορεί να ορισθεί από σχήμα (figura), περιγράφει τόπο (loco) και πληροί χώρο (spa-tium), ώστε να αποκλείεται δι’ αυτού κάθε άλλο σώμα».37 Η γεωμετρική στατικότητα (έκταση σε μήκος, μέγεθος και Βάθος) και η μαθηματική ποσοτικότητα38 γίνονται πρωτεύουσες ιδιότητες των σωμάτων που ορίζονται ως όλα «όσα εγγίζουμε και Βλέπουμε».

Η οντολογική απομόνωση των εκτεινομένων όντων δηλώνεται ρητά από τον Ντεκάρτ: «Πρέπει λοιπόν κατ’ ανάγκην να υπάρχει μια υπόσταση διαφορετική από μένα… και αυτή η υπόσταση είναι ένα σώμα ή μάλλον μια σωματική φύση».39 Τελειότερο οντολογικό δυαλισμό ανθρώπου-κόσμου δεν έχει να επιδείξει η ιστορία, με μόνη πιθανή εξαίρεση τον μανιχαϊσμό.

Δικαίως λοιπόν η φιλοσοφία του 20ού αι. εξεγείρεται σύσσωμη κατά του καρτεσιανισμού, προεξάρχοντος του Χούσερλ40 και του μαθητή του Χάιντεγκερ.41 Δικαίως σήμερα χλευάζεται η «καρτεσιανή μοναξιά»42 από φυσικούς φιλοσόφους και ο «καρτεσιανός επαρχιωτισμός»43 από πολιτικούς φιλοσόφους.

Η ψυχοσωματική ιατρική του φιλοσοφούντος καθηγητή νευρολογίας στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης Βίκτορα φον Βαϊτσέκερ44 και άλλων45 κατατείνει στην υπέρβαση του ψυχοσωματικού δυαλισμού της καρτεσιανής νεωτερικότητας. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο αναζήτησης επιστημονικού ολισμού και ταυτόχρονης υπέρβασης του καρτεσιανού δυαλισμού έλαβε χώρα κατά το φθινόπωρο του 1935 στην Γερμανία διαλογική συνάντηση τεσσάρων πρωτοκορυφαίων επιστημόνων διαφορετικών κλάδων, όπως ήταν ο πυρηνικός φυσικός Βέρνερ Χάιζενμπεργκ, ο ψυχίατρος Βίκτορ φον Βαϊτσέκερ, ο φιλόσοφος Μάρτιν Χάιντεγκερ και ο φυσιολόγος Άϊχελις.46

2. Ο σύγχρονος ολισμός ψυχής και σώματος

Α Φύση και λόγος. Ανάμεσα στην φύση και στον άνθρωπο υπάρχουν ομοιότητες και διαφορές. Κοινός παρονομαστής τυχαίνει να ‘ναι το πάθος. Τόσο ο άνθρωπος όσο και κάθε άλλο έμβιο ον πάνω στον κόσμο, από τα απλούστερα μέχρι τα συνθετότερα, χαρακτηρίζεται από το πάθος. Ό,τι ζει αυτό πάσχει και συμπαθεί, πονά και συμπονά, αισθάνεται και συναισθάνεται, νιώθει και υποφέρει.

Το πάθος εκδηλώνεται με πάμπολλους τρόπους. Ο πιο χαρακτηριστικός από όλους είναι το όριο: κάθε έμβιο ον βρίσκεται μέσα στα όρια της ύπαρξης και της ανυπαρξίας, του «είναι» και του «μηδενός». Ό,τι αρχίζει τελειώνει, ό,τι γεννιέται πεθαίνει, ό,τι ακμάζει παρακμάζει. Τα έμβια όντα πάσχουν την αύξηση που σημαίνει ότι βαίνουν προς τον θάνατο τους με την μη αντιστρεπτή διαδικασία της μετάβασης από την ακμή στην παρακμή, από τα νιάτα στα γηρατειά, από την ανωριμότητα στην ωρίμανση και τελικά στην υπερωρίμανση!

Η φύση είναι φθίση: καθετί το φυσικό είναι φθαρτό. Το πάθος της φθοράς εμφωλεύει στην φύση και στον άνθρωπο εξίσου. Πτυχές της φθίσης της φύσης είναι η θνητότητα, η αναγκαιότητα και η ατομικότητα. Όλα τα έμβια όντα υπόκεινται στον θάνατο από την γέννηση τους, γεννιούνται διχασμένα σε ένα από τα δύο φύλα (αρσενικό ή θηλυκό), βιώνουν την ύπαρξη τους μέσα στα ασφυκτικά όρια του ατόμου και, τέλος, υπακούουν στην άτεγκτη ανάγκη με την μορφή της μοίρας, της νομοτέλειας, της αιτιότητας κ.λπ. Εκδοχές της ανάγκης του πάθους είναι ότι τα έμβια όντα πονάνε και πεινάνε, διψάνε και γερνάνε, νοσούν και υπνώττουν, ασθενούν και πεθαίνουν.

Αν το πάθος είναι ο κοινός παρονομαστής ανθρώπου και φύσης, τότε ο διαφορετικός αριθμητής αυτού του κλάσματος της ύπαρξης είναι ο λόγος. Ο άνθρωπος έχει λόγο που στερείται η φύση ακόμα και στο ζωικό ή στο φυτικό βασίλειο των εμβίων όντων. Ο άνθρωπος είναι έμψυχο, έμβιο και έλλογο ον. Αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος διαθέτει την ικανότητα της κρίσης και της σύγκρισης, μπορεί να εντοπίζει σχέσεις, να προβαίνει στον καθορισμό ομοιοτήτων και διαφοροποιήσεων, να διατυπώνει απόψεις για όμοια και ανόμοια, μικρά και μεγάλα μεγέθη, ισότητες και ανισότητες. Όλα αυτά σημαίνουν ότι ο άνθρωπος βιώνει σχέσεις. Στην ελληνική παράδοση η σχέση ονομάζεται λόγος.

Ο λόγος δεν είναι μια μονομερής εγκεφαλική δραστηριότητα, αλλά συνιστά κατιτί πάρα πολύ ευρύτερο. Στην κυριολεξία ο λόγος είναι σχέση. Αυτό μπορούμε σήμερα πια να το αντιληφθούμε, αν ανακαλέσουμε στην μνήμη μας τα στοιχειώδη μαθηματικά μας. Λέμε ότι ο λόγος 1:2 είναι ταυτόσημος με τον λόγο του 4:8 ή του 5:10 κ.ο.κ. Σε κάθε κλάσμα λόγος είναι η σχέση των μερών μεταξύ τους και προς το όλο. Ο λόγος λοιπόν είναι σχέση.

Το όργανο του ανθρώπινου οργανισμού που επιτελεί την λειτουργία του λόγου τυχαίνει να είναι ο εγκέφαλος, ο νους, η διάνοια. Γι’ αυτό φανταζόμαστε τον λόγο σαν μια εγκεφαλική ενέργεια. Αυτό είναι αλήθεια, μα μόνο η μισή αλήθεια, διότι κακώς κάκιστα συγχέουμε το μέσο με τον σκοπό, το όργανο με την λειτουργία που αυτό επιτελεί. Ο νους είναι το μόνο εργαλείο του λόγου και όχι ο ίδιος ο λόγος. Το μυαλό λειτουργεί λογικά, αλλά το λογικό του ανθρώπου δεν περιορίζεται στο εγκεφαλικό του μόριο.

Δυστυχώς καταντήσαμε να παρανοούμε τον άνθρωπο και να τον υποβαθμίζουμε σε μιαν υδροκεφαλική ύπαρξη παρεξηγώντας το καρτεσιανό «σκέπτομαι άρα υπάρχω» σαν να εξαντλείται δήθεν ο άνθρωπος στην νόησή του. Ευτυχώς που ήρθαν ο εξελικτισμός και η ψυχανάλυση47 για να μας υπενθυμίσουν την τόσο καίρια αλλά και τόσο λησμονημένη αλήθεια ότι ο άνθρωπος έχει νόηση, αλλά δεν είναι μόνο νόηση.

Σε κάθε περίπτωση πάντως ο λόγος είναι σχέση και όχι απλώς μια εγκεφαλική, διανοητική λειτουργία του ανθρώπου. Με τον λόγο ως σχέση είναι που διαφοροποιείται ο άνθρωπος από την φύση. Ο λόγος ενέχει την βούληση και με αυτόν τον τρόπο αποβαίνει ο φορέας της ελευθερίας του ανθρώπου.

Η βούληση είναι που κάνει τον άνθρωπο να πει το «ναι» ή το «όχι» κι έτσι να εναντιωθεί στην φύση. Το ζώο που μπορεί να πει «όχι» στην φύση του λέγεται άνθρωπος. Αυτό συμβαίνει χάρη στην προσωπική του πρωτοβουλία που επιλέγει, προτιμά, προκρίνει, κρίνει και συγκρίνει, επιδοκιμάζει και αποδοκιμάζει, θέλει ή δεν θέλει κ.ο.κ. Η βούληση, η θέληση και η γνώμη αποβαίνουν η αυθεντική μοίρα του ανθρώπου που γράφει ιστορία κάθε φορά που αντιτίθεται στην φύση του.

Πολιτισμός είναι η παρέμβαση του ανθρώπου μέσα στην φύση, δηλαδή πρόκειται για την παρεμβολή της βούλησης μέσα στην φύση κι ενάντια σε αυτήν. Ο άνθρωπος χάρη στην γνώμη του είναι το ζώο που επιβιώνει χωρίς να προσαρμόζεται στο φυσικό του περιβάλλον, που ζει δίχως να υποτάσσεται στην μοίρα του, χωρίς να γίνεται δούλος της ανάγκης της φύσης.

Η ιστορία δεν είναι άλλο παρά η αντίρρηση της ανθρώπινης θέλησης στην ισχύ της φύσης. Φυσικό είναι να υποτάσσεται ο ανίσχυρος στον ισχυρό. Η φύση των πραγμάτων απαιτεί κάτι τέτοιο: να δικαιώνεται η ισχύς και να διατηρείται η ισορροπία των δυνάμεων, δηλαδή να επικρατεί η κατίσχυση των δυνατών.

Η ιστορία γράφεται, όταν συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο: ο ανίσχυρος δίκαιος αντιτάσσεται σθεναρά στον πανίσχυρο άδικο και τελικά κρίνεται τι θα συμβεί. Άλλοτε ισχύει το δίκαιο κι άλλοτε πάλι δικαιώνεται η ισχύς. Ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα αυτό που μετρά είναι η ανθρώπινη βούληση ως πρωταγωνιστής της πραγματικότητας ενάντια στην τυφλή βία της φύσης που φαίνεται στην συνήθη φορά των πραγμάτων.

Η ελευθερία είναι το άνθος του δένδρου που λέγεται άνθρωπος: σπείρεται με τον λόγο και καρπίζει με την βούληση. Μια ευθεία γραμμή συνδέει εσώτατα και στενότατα την ελευθερία, την θέληση και τον λόγο. Σε όλα αυτά συμποσούται η διαφορά του ανθρώπου από την φύση και συνάμα σε αυτό το ζωτικό τρίπλευρο επικρέμαται η ανθρωπιά του ανθρώπου. Ελευθερία και ανθρωπιά είναι συνώνυμα.

Άνθρωπος είναι το ζώο της ελευθερίας. Οι κλασικοί όροι για τον άνθρωπο, το αριστοτελικό «πολιτικόν ζώον» και το θεολογικό «ζώον θεούμενον» του Γρηγόριου Ναζιανζηνού, υπονοούν την ελευθερία ως την καταστατική αρχή της ανθρωπιάς του ανθρώπου.

Ο λόγος είναι ο σπόρος της ελευθερίας και η βούληση συνιστά τον καρπό της. Όποιος είναι ανελεύθερος, αυτός είναι άβουλος. Πρώτα απ’ όλα αυτός είναι άλογος και παράλογος, δηλαδή άσχετος άνθρωπος, «ιδιώτης» σύμφωνα με την αρχαιοελληνική ορολογία, αδαής και ανόητος. Τελικά ένα τέτοιο ον δεν είναι άνθρωπος αλλά ανθρωποειδές.

Ένα κάποιο πρώτο συμπέρασμα των παραπάνω στοχασμών θα μπορούσε να είναι η απόλυτη οντολογική προτεραιότητα του λόγου στον άνθρωπο. Με την απαραίτητη όμως διευκρίνιση ότι ο λόγος είναι σχέση. Μόνον ως σχέση ο λόγος αναιρεί και υπερβαίνει την φύση κι έτσι μόνον η φθίση της φύσης ματαιώνεται. Η σχέση αίρει την φύση. Ο λόγος είναι η υπέρβαση της φύσης, επειδή ακριβώς νοείται και λειτουργεί ως σχέση. Λόγος, βούληση και ελευθερία θεμελιώνονται στην σχέση κι έτσι αναιρούν την φθίση της φύσης, προάγοντας κάθε έμβιο ον από ανθρωποειδές σε άνθρωπο.

Β. Λόγος και δόλος. Δεν υπάρχει άδολος λόγος. Μόνο το παιδί και ο σοφός διαθέτουν άδολο λόγο. Το ίδιο ισχύει για τον άγιο και για τον ήρωα. Το παιδί είναι άδολο, επειδή γνωρίζει πάρα πολύ λίγα πράγματα και ζητά πάρα πολλά, αφού είναι γεμάτο από ανάγκες, όντας ανήμπορο μέσα σ’ ένα σύμπαν που διαρκώς φαίνεται να το απειλεί. Ο σοφός επίσης είναι άδολος, διότι γνωρίζει πάρα πολλά και ζητά πάρα πολύ λίγα. Ο άγιος είναι ανιδιοτελής, γι’ αυτό μένει άδολος. Ο ήρωας είναι αλτρουιστής, αυτοθυσιάζεται για το κοινό καλό και για ανώτερα ιδανικά.

Ο δόλος είναι η σκιά του λόγου. Όπου φθάνει το φως λόγου, εκεί πέφτει η σκιά του δόλου. Σαν κάθε σώμα που μες στο φως συνοδεύεται από την σκιά του, έτσι κι ο λόγος φωτίζει με την λάμψη του και σκιάζεται από τον δόλο του φορέα του. Παιδιά, σοφοί, άγιοι και ήρωες μένουν διαφανείς σαν το καθάριο κρύσταλλο αφήνοντας να τους διαπερνά ο λόγος με τις ακτίνες του χωρίς καμιά κηλίδα δόλου.

Δόλος είναι το συμφέρον, η ιδιοτέλεια, η φιλαυτία, η σκοπιμότητα, η χρησιμοθηρία, ο ωφελιμισμός. Η κακή πρόθεση και ο νοσηρός ψυχισμός είναι που γεννούν τον δόλο. Στον δόλιο λόγο σκεφτόμαστε άλλο και λέμε άλλο. Νιώθουμε διχασμένοι: άλλο θέλουμε κι άλλο πράττουμε. Άλλο επιθυμούμε κι άλλο κάνουμε.

Ο δόλος είναι η αμφιθυμία του λόγου. Μια καταστατική ιδιότητα του ανθρώπου είναι η αμφιθυμία: αγαπάμε αυτό που μισούμε και μισούμε ό,τι αγαπάμε. Φθονούμε αυτό που θαυμάζουμε. Τον αδύνατο τον συμπονούμε και τον περιφρονούμε συνάμα. Τον δυνατό τον θαυμάζουμε και τον φοβόμαστε ταυτοχρόνως. 0 προστάτης μας είναι και δυνάστης μας, γι’ αυτό τον αγαπούμε και τον μισούμε συγχρόνως. Ηδονή και οδύνη συνυπάρχουν κι εναλλάσσονται μέσα στον ψυχισμό του ανθρώπου. Αυτό είναι και λέγεται αμφιθυμία.

Ο δόλος χωρίζει ό,τι ο λόγος ενώνει. Πρωταρχική λειτουργία του λόγου είναι η επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων. Η κοινωνία αποτελεί την δεξαμενή του ανθρώπινου λόγου. Ο λόγος είναι διάλογος. Δεν είναι ούτε εριστικός αντίλογος ούτε αυτιστικός μονόλογος. Αέγω σημαίνει διαλέγομαι. Ζητώ θα πει συζητώ. Η αναζήτηση εξισούται με την συζήτηση.

Η αμφιθυμία υπονομεύει τον λόγο ψυχολογικά. Λογικά ο δόλος είναι η αμφιθυμία του λόγου. Εάν η αμφιθυμία είναι ψυχολογική έννοια, ο δόλος αποτελεί λογική κατηγορία. Η ενοποιητική δράση του λόγου αίρεται από την διχαστική λειτουργία του δόλου. Ο λόγος ως διάλογος συνιστά κεντρομόλο δύναμη. Αντιθέτως, ο δόλος αποτελεί δύναμη κεντρόφυγο. Αν ο λόγος είναι η συνεκτική ύλη της ανθρώπινης κοινωνίας, τότε ο δόλος γίνεται η διαλυτική ουσία του σύμπαντος μας.

Ο λόγος είναι διάλογος και ο δόλος γίνεται διάβολος! Αυτό που χωρίζει, εκείνο που διχάζει, οτιδήποτε διασπά την ενότητα, αυτό διαβάλλει, λειτουργεί διαβολικά, γίνεται κυριολεκτικά διάβολος. «Βάζει» κατιτί που χωρίζει, «διαβάλλει», σχίζει, διασπά, θρυμματίζει και κατακερματίζει. Το μωσαϊκό διαλύεται στις ψηφίδες του. Η ενότητα καταντά διάσπαση. Η σύνθεση εκφυλίζεται σε αποσύνθεση. Η δόμηση αντιστρέφεται σε αποδόμηση. Η σχέση μεταστρέφεται σε σχάση, δηλαδή σε αναίρεση της σχέσης.

Ο λόγος φέρει την σχέση, ενώ ο δόλος γεννά την σχάση. Στον αντίποδα της ενότητας τοποθετείται η διάσπαση αντίπαλος της σχέσης είναι η σχάση, αντίδικος του Λόγου γίνεται ο δόλος. Ο λόγος είναι διαλογικός, σχεσιακός, κοινωνικός και επικοινωνιακός, μετοχικός και συμμετοχικός.

Με τον λόγο σχετίζεται το απόλυτο χωρίς να σχετικοποιείται. Δεν καταντά το απόλυτο σχετικό, δεν θρυμματίζεται το όλον στα μέρη του, ούτε κατακερματίζεται το σύνολο στα στοιχεία του, μήτε θραύεται το μωσαϊκό στις ψηφίδες του. Έτσι δεν σχετικοποιείται το απόλυτο. Αντιθέτως, το απόλυτο σχετίζεται, δηλαδή το Εγώ δεν αρκείται στην διαφορά του από το Άλλο του, δεν αυτοϊκανοποιείται με την απολυτότητά του, δεν ναρκισσεύεται με την ανωτερότητα του, δεν μωραίνεται με την ιδιαιτερότητα του. Το Εγώ επιθυμεί διακαώς την αναφορά του προς το Άλλο, το Ίδιον τείνει προς το Άλλο, το Εγώ φέρεται προς το Αυτό.

Ο δόλος επιφέρει την σχάση, διότι τοποθετεί το Εγώ υπεράνω του Άλλου, αντιθέτει και αντιπαραθέτει τα μέρη προς το όλον και μεταξύ τους. Δεν αρκείται στους πόλους, αλλά επεισάγει πολώσεις. Δεν ανέχεται τις διακρίσεις, αλλά επιφέρει διασπάσεις. Συμπαθεί τις αντιθέσεις και αντιπαθεί τις συνθέσεις. Από τις ποικιλίες και διαφορές επινοεί αντιθέσεις και αντιπαραθέσεις. Ο δόλος είναι ο φορέας της ιδιοτέλειας και της φιλαυτίας. Έτσι υπονομεύει την φιλαλληλία, τορπιλίζει την φιλανθρωπία και περιφρονεί την φιλοθεΐα. Ο δόλος είναι διαβολικός, εγωιστικός, ναρκισσιστικός, αυτιστικός και ατομικιστικός. Αντιθέτως, ο λόγος είναι διαλογικός, κοινωνικός, αλτρουιστικός, φιλάλληλος και φιλαλήθης.

Ο καθημερινός άνθρωπος αιωρείται ανάμεσα στο παιδί και στον σοφό που είναι άδολα όντα. Όλοι εμείς φερόμαστε σαν δόλια όντα με γνώμονα την ιδιοτέλεια και την φιλαυτία μας, το συμφέρον και τον εγωισμό μας. Στην απορία «τις άρα μείζων εστίν εν τη βασιλεία των ουρανών;» (Ματ. 18,1) δίνεται η απάντηση: «αμήν λέγω υμίν, εάν μη στραφήτε και γένησθε ως τα παιδία, ου μη εισέλθητε εις την βασιλεία των ουρανών, όστις ουν ταπεινώσει εαυτόν ως το παιδίον τούτο, ούτος εστίν ο μείζων εν τη βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. 18, 3-4).

Ποιος άραγε αντέχει τον άδολο λόγο του σοφού και του παιδιού; Ποιος δεν αυτοϊκανοποιείται με τον δόλιο λόγο του δοκησίσοφου που αλαζονικά κυκλοφορεί ολόγυρα μας στην ρητορεία της κομματικής προπαγάνδας, της αγοραίας διαφήμισης και της θρησκεύουσας κατήχησης; Ο φιλόσοφος λόγος, ο οποίος αιωρείται ανάμεσα στην σοφία και στην σοφιστεία, κείται μεταξύ λαϊκής θυμοσοφίας και λογίας δοκησισοφίας, ταλανίζεται εν μέσω του σολωμικού ποιητή και του σοφολογιωτάτου, είναι λόγος άδολος;

Γ. Λόγος και πάθος. Πάθος δεν είναι η εμπάθεια ούτε η αντιπάθεια. Πάθος είναι η συμπάθεια με την κυριολεκτική σημασία του όρου: συνπάθος! Δεν μας ενδιαφέρει ο παθητός και περιπαθής άνθρωπος, ο ψυχοπαθολογικός τύπος του εμπαθούς ατόμου με την προκατάληψη, την εριστικότητα, την υστεροβουλία, την στρεψοδικία, την εκδικητικότητα, την ανταγωνιστικότητα κ.λπ. Μας απασχολεί ο περιπαθής άνθρωπος, που όντας έμπλεως παθών συμπάσχει με τον συνάνθρωπο του, συμμετέχει στα πάθη του, συμμερίζεται τα παθήματα του, υποφέρει το δικό του πάθος και στρέφει με συμπόνια το βλέμμα του στα πάθη των άλλων ανθρώπων.

Ο άνθρωπος και το πάθος είναι συνώνυμα. Για να καταλάβεις έναν άνθρωπο αρκεί και χρειάζεται να εννοήσεις το πάθος του. Κάθε άνθρωπος είναι το πάθος του. Αυτό που καθορίζει τον άνθρωπο αφετηριακά (όχι τελεσίδικα όμως!) είναι το πάθος κι όχι ο λόγος. «Πάσχω άρα υπάρχω» (Μπερνπάεφ)48 διισχυρίζεται η ανατολική παράδοση σε ρητή και συνειδητή διαστολή προς την δυτική νεωτερικότητα που επιμένει: «σκέπτομαι άρα υπάρχω» (Ντεκάρτ).

Ολόκληρη σειρά ρήσεων της παραδοσιακής σοφίας διαδηλώνει κάτι τέτοιο. Η λαϊκή θυμοσοφία θέλει «τα παθήματα μαθήματα» και «ο παθός μαθός». Η αρχαιοελληνική τραγωδία: «τον πάθει μάθος».49 Η ανατολική εκκλησιαστική ορθοδοξία διδάσκει: «ου μόνον μαθών, αλλά και παθών τα θεία».50

Το πάθος με τον λόγο είναι που διαφοροποιούν τον άνθρωπο από το ζώο και από τη μηχανή. 0 άνθρωπος είναι το ον με έλλογο πάθος, δηλαδή ο άνθρωπος είναι το πάθος του και έχει τον λόγο του. Στον άνθρωπο το πάθος ανήκει στο «είναι» του και ο λόγος στο «έχειν» του. Το ζώο έχει μόνο πάθος και στερείται λόγου, τουλάχιστον έναρθρου λόγου και οπωσδήποτε διασκεπτικού λογισμού.

Η μηχανή είναι λόγος χωρίς διόλου πάθος. Η τελειότερη υπολογιστική μηχανή, όπως ένας υπερτέλειος ηλεκτρονικός υπολογιστής, διαθέτει λόγο στον υπέρτατο βαθμό, αλλά στερείται πάθους εντελώς. Μηχανή είναι τα απαθές έλλογο ον. Ζώο είναι το άλογο εμπαθές ον. Άνθρωπος είναι το εμπαθές έλλογο ον.

Ας μην λησμονηθεί ποτέ- ότι η απάθεια είναι ανύπαρκτη στον άνθρωπο. Στην μυστική θεολογία η απάθεια νοείται όχι ως απουσία πάθους, αλλά ως υπέρβαση του πάθους: «απάθεια, ουχί το μη αισθηθήναι των παθών εστίν, αλλά το μη δέξασθαι αυτά».51

Φιλοσοφία είναι η φιλία της σοφίας, δηλαδή ο έρωτας της αλήθειας, η αγάπη του πνεύματος, το πάθος του λόγου. Γι’ αυτό η φιλοσοφία καθορίστηκε ως «μελέτη θανάτου», δηλαδή λόγος επί του πάθους, αφού ο θάνατος είναι το πάθος των παθών του ανθρώπου. Δεν φιλοσοφεί ο αθάνατος μόνον, δηλαδή ο απαθής άνθρωπος, τουτέστιν ο ανύπαρκτος!


V. ΘΕΡΑΠΕΙΑ

Ι. Κοινότητα και σύμβολα

Ο άνθρωπος συνηθίζει να διακρίνει την πραγματικότητα σε δύο μόρια: το Εγώ του και το Άλλο του. Σε αυτό το τελευταίο εντάσσει καθετί αλλιώτικο από το Εγώ του. Ο άλλος άνθρωπος, ο συνάνθρωπος, η κοινωνία, η φΰση, ο Θεός συνιστούν το Άλλο μας. Η ευτυχία του ανθρώπου συναρτάται με τη σχέση του Εγώ προς το Άλλο του. Δυστυχώς η πραγματικότητα λειτουργεί μάλλον νοσηρά, δηλαδή δεν κυριαρχεί η σχέση, αλλά επικρατεί η σχάση, η διακοπή της σχέσης του Εγώ με το Άλλο, η απομόνωση, η αποξένωση και η αλλοτρίωση.

Θεραπεία είναι η μετάβαση από τη σχάση στη σχέση, που σημαίνει τη γεφύρωση του Εγώ με το Άλλο. Σε αυτό ακριβώς το υπαρξιακά κρίσιμο σημείο μπορεί και πρέπει να παρέμβει η Εκκλησία θεραπευτικά. Αυτό που έχει να κάνει η Εκκλησία είναι ένα απλό, μα σημαντικό: να μείνει πιστή στον εαυτό της, να είναι ο εαυτός της, δηλαδή Εκκλησία που σημαίνει ένωση των διεστώτων, σύναξη των διεσκορπισμένων. Λέγεται Εκκλησία «δια το πάντας εκκαλείσθαι ομού», επειδή καλεί όλους μαζί «ίνα πάντες εν ώσιν» (Ιωάν. 17, 21).

Η θεραπευτική σχέση της Εκκλησίας με τον σύγχρονο άνθρωπο συνίσταται στην πραγμάτωση της αναφοράς. Η Εκκλησία αναφέρει, δηλαδή σχετίζει και συσχετίζει, κοινωνεί το Εγώ με το Άλλο οριζόντια και κατακόρυφα. Ενσωματώνει τον άνθρωπο στην κοινότητα των πιστών οριζόντια και ταυτόχρονα συσσωματώνει το ανθρώπινο με το θείο κατακόρυφα. Έτσι, ο άνθρωπος μετέχει και συμμετέχει, κοινωνεί και επικοινωνεί, συμπαθεί και συμπάσχει, συμπονά και συνεννοείται ταυτόχρονα. Το πρόθεμα συν-υπάρχει μέσα στη σχέση της αναφοράς που θεραπεύει.

Η Εκκλησία αυτοαποκαλείται «σώμα Χριστού» και «κοινωνία αγίων». Επίκεντρο της Εκκλησίας είναι η θεία ευχαριστία, που τελείται στη θεία λειτουργία και ονομάζεται «θεία κοινωνία» ή «φάρμακον αθανασίας». Οι κανόνες της Εκκλησίας αυτοπροσδιορίζουν την ύπαρξη τους «προς ψυχών θεραπείαν και ιατρείαν παθών» αναθέτοντας στον επίσκοπο την «αυθεντίαν της φιλανθρωπίας».

Η αναφορά δηλώνεται με τον όρο «κοινωνία» και παραπέμπει στη σχέση ως αναίρεση της σχάσης. Η αναφορά ως θεραπευτική σχέση λειτουργεί σε δύο κατευθύνσεις: προς τα έμψυχα και προς τα άψυχα. Η αναφορά με τα έμψυχα είναι η κοινότητα των πιστών που συναθροίζονται για να τελέσουν τη θεία ευχαριστία. Η αναφορά με τα άψυχα είναι τα σύμβολα που κοσμούν τον λατρευτικό χώρο (ναό). Στην συγκρότηση κοινότητας και στην παροχή συμβόλων είναι που εμβιώνεται η αναφορά, και εκεί ακριβώς επικεντρώνεται η θεραπευτική σχέση της Εκκλησίας με τον σύγχρονο άνθρωπο.

Η κοινότητα των πιστών απαιτεί ανεκτικότητα του Εγώ μας απέναντι στον «πλησίον», δηλαδή καθένα τυχαίο άλλον άνθρωπο. Αυτό ενέχει την προτεραιότητα της διαφορετικότητας, την προτίμηση της ιδιαιτερότητας, την πρόκριση της ετερότητας και την καταξίωση της προσωπικότητας. Το «πρόσωπο» και η «κοινωνία» συνιστούν θεμελιώδη θεολογικά κατηγορήματα με άμεση θεραπευτική σημασία. Τα σύμβολα συνιστούν την αναφορά με τα άψυχα στοιχεία της πραγματικότητας: εικόνες, σχήματα, σχέδια και χρώματα στην αγιογραφία, μελίσματα, ύμνοι, αναγνώσματα και αφηγήσεις στον γραπτό και προφορικό λόγο, αρώματα (θυμίαμα) και κινήσεις του σώματος (σημείο του σταυρού, γονυκλισία κ.λπ.) στο τελετουργικό. Έτσι σωματοποιείται η αίσθηση της αναφοράς με λόγια και εικόνες, αλλά και δίχως λέξεις, διαμέσου των πέντε αισθήσεων. Εμπειρίες και βιώματα συνυφαίνονται με τα αισθητήρια όργανα του ανθρώπου λειτουργώντας την αναφορά έτσι όπως περιγράφεται από τον Καβάφη («Στην Εκκλησία»).

Η αναφορά στην κοινότητα των εμψύχων και στα σύμβολα των αψύχων λειτουργεί θεραπευτικά, μεταποιώντας τη σχάση σε σχέση. Έτσι, το Άλλο γίνεται ο σωτήρας του Εγώ μας, και όχι ο σωσίας μας, ναρκοθετώντας κάθε είδους ναρκισσισμό και παραπέμποντας σε κοινωνικό ανθρωπισμό πέρα από τον ατομικισμό της νεωτερικότητας και τον ολοκληρωτισμό της προνεωτερικότητας. Η Εκκλησία μπορεί και πρέπει να παρέμβει με έναν τέτοιο τρόπο στην καθημερινότητα του συγχρόνου ανθρώπου. Απορία και αγωνία όλων είναι εάν η συγκαιρινή Εκκλησία στον τόπο μας θέλει να επιτελέσει αυτόν τον ρόλο ή μήπως «μεριμνά και τυρβάζει περί πολλά». Αλλά το «εν ού έστι χρεία» είναι η θεραπευτική σχέση διαμέσου της αναφοράς εμψύχων και αψύχων στην κοινότητα και στα σύμβολα.

2. Κοινότητα και ενότητα

Η πιο χαρακτηριστική έννοια που αποδίδει το νόημα της θρησκείας είναι η ενότητα. Θρησκεία είναι η σχέση του ανθρώπου με το θείο, ένας τρόπος αναφοράς του ανθρώπινου στο θεϊκό στοιχείο της πραγματικότητας. Η λατινική λέξη religio δηλώνει σύνδεση, δεσμό, ένωση (relegere, religare), και ο ελληνικός όρος «θρησκεία» παραπέμπει στο «θρώσκω» συνδηλώνοντας την φορά προς τα άνω, την αναφορά, την σχέση.

Η θρησκεία είναι συνώνυμο της ενότητας. Σχετίζει θείο και ανθρώπινο, ενώνει άνθρωπο και συνάνθρωπο, ενοποιεί το υλικό και το πνευματικό, ενίζει την ψυχή με το σώμα, αναφέρει το ορατό στο αόρατο. Η ενότητα ως η κατ’ εξοχήν κεντρική ιδέα της θρησκείας ενέχει μια διττή συνέπεια, θετική και αρνητική.

Η θρησκεία έχει το θετικό προσόν να δίνει νόημα στην ζωή του ατόμου, να το ενσωματώνει στην κοινότητα των ομόδοξων και να το συσσωματώνει σε μια μείζονα συνάφεια. Ο άνθρωπος λυτρώνεται από την μοναξιά και την απομόνωση κι απελευθερώνεται από την αλλοτρίωση και την αποξένωση. Από την ενότητα εκπηγάζουν οι σημασίες των πραγμάτων, προτιμήσεις σε αξίες ζωής, ιεραρχήσεις στις ανάγκες του βίου, κοσμοεικόνες και βιοθεωρίες.

Η ενότητα ως σπονδυλική στήλη της θρησκείας εμβιώνεται σε δύο άξονες, έναν οριζόντιο μέσα στον χώρο κι έναν άλλον κατακόρυφο μέσα στον χρόνο. Η ενότητα στο χώρο συνιστά την κοινότητα. Κάθε θρησκεία συγκροτεί κοινότητα πιστών (εβραϊκή «συναγωγή», χριστιανική «εκκλησία», ισλαμική «ούμμα», βουδιστική «σάνγκα» κ.ά.) που επιτελεί την λατρεία («λειτουργία» = λαού έργο) και ερμηνεύει ιερά κείμενα (Εβραϊκή Βίβλος, χριστιανική Αγία Γραφή, ισλαμικό Κοράνι κ.λπ.). Κοινωνικότητα, συλλογικότητα, ομαδικότητα, ίσως ακόμα σε μερικές περιπτώσεις και μαζικότητα αποτελούν αναφαίρετα στοιχεία κάθε θρησκείας ως απόρροια της οριζόντιας ενότητας μέσα στον χώρο.

Η κατακόρυφη ενότητα μέσα στον χρόνο είναι η παράδοση. Κάθε θρησκεία έχει παράδοση, δηλαδή σώμα ερμηνειών των ιερών κειμένων της με Βιογραφήσεις του ιδρυτή της και καταγραφή της διδαχής του. Η θρησκεία είναι αναπόσπαστα και αναπόφευκτα δεμένη με την παράδοση εξαιτίας της ενότητας ως συνοχής μέσα στον χρόνο. Η τήρηση της παράδοσης και η συντήρηση προσιδιάζουν στην θρησκεία πιο πολύ από ό,τι ο νεωτερισμός, η καινοτομία, η ριζοσπαστικότατα. Η ανανέωση παραμένει αίτημα που βρίσκει αντιστάσεις στην παράδοση. Έτσι γεννιέται η πόλωση συντηρητισμού – φιλελευθερισμού.

Η αρνητική όψη της ενότητας ως θεμελιακής αρχής κάθε θρησκείας συνίσταται στην κλειστότητα που συνοδεύει την παράδοση και την κοινότητα. Η ενότητα στον χώρο (κοινότητα) επιβάλλει διχασμούς (πιστοί – άπιστοι, περιούσιος λαός – έθνη), προβλέπει απαγορεύσεις (εντολές, νόμος, «ου», «μη», «πρέπει» κ.λπ.) και αγνοεί το δικαίωμα στην αλλαξοπιστία. Κάθε ενότητα, θρησκευτική ή όχι, συνεπάγεται κλειστότητα.

Η παράδοση χάρη στην κλειστότητα διασφαλίζει την συνέχεια και την συνέπεια, δηλαδή χορηγεί ταυτότητα. Το ενιαίο διατηρείται σαν κλειστό σώμα. Εάν γίνει ανοικτό σύστημα, τότε διακινδυνεύει την ταυτότητα του. Η κλειστότητα είναι ο φόρος της ενότητας. Οποιος θέλει ενότητα, καταβάλει το τίμημα της κλειστότητας κι έτσι εισπράττει συνέχεια και συνέπεια, δηλαδή «αγοράζει» ταυτότητα!

Η κλειστότητα όμως είναι το «αγκάθι» κάθε θρησκείας, ιδίως μέσα στην σύγχρονη κοινωνία. Η ενότητα είναι ευπρόσδεκτη, αλλά η κλειστότητα είναι αφόρητη. Ο κύκλος καταντά κλοιός. Οι δεσμοί που ενώνουν γίνονται δεσμά που αλυσοδένουν. Ο προστάτης αναγορεύεται δυνάστης. Η παράδοση παύει νάναι παράδεισος πιά! Έτσι, η θρησκειοποίηση μιας κοινωνίας ακολουθείται από την εκκοσμίκευσή της, όπως η κοινωνικοποίηση κάθε ανθρώπου συνοδεύεται από την εξατομίκευση του. Δυο δυνάμεις, η κεντρομόλος θρησκευτικότητα και η κεντρόφυγος κοσμικότητα, συναγωνίζονται κι εναλλάσσονται αενάως.

Ιδεώδης κατάσταση είναι- εκείνη την οποία επιλέγει ελεύθερα, συνειδητά κι εκούσια κάθε μέλος της κοινωνίας μας για τον εαυτό του ανά πάσα στιγμή. Μοναδική μέριμνα του κράτους και της πολιτείας είναι να παρέχει ίσες ευκαιρίες στην θρησκευτικότητα και την κοσμικότητα, επεμβαίνοντας σε μία μόνο περίπτωση: όταν απειλείται η ελευθερία του ανθρώπου.

Ανώτερη και πολυτιμότερη από την ενότητα είναι και παραμένει πάντοτε η ελευθερία. Ανθρωπιά του ανθρώπου είναι η ελευθερία του. Γι’ αυτόν τουλάχιστον τον λόγο προέχει η διαφύλαξη της ελευθερίας πιο πολύ κι από την διάσωση της ενότητας πάσης μορφής, θρησκευτικής ή μη.

3. Ενότητα και ελευθερία

Το καίριο και κύριο πρόβλημα της πιστεύουσας συνείδησης του σύγχρονου ανθρώπου είναι το δίλημμα: θρησκεία ή ελευθερία; Αφού η κεντρική ιδέα της θρησκείας είναι η ενότητα, τότε η ελευθερία ως κεντρόφυγος δύναμη αντιτίθεται σε αυτήν. Δυο εντελώς αλλιώτικες επιλογές διαφοροποιούν τον άνθρωπο σε δύο τύπους. Από την μια ο παραδοσιακός άνθρωπος του αρχαίου προχριστιανικού κόσμου και του εκχριστιανισμένου μεσαιωνικού κοσμοειδώλου. Από την άλλη πλευρά ο νεωτερικός άνθρωπος του μοντέρνου πολιτισμού της Δυτικής Ευρώπης με την Αναγέννηση (ανθρωπισμός, διαφωτισμός) που έχει αποβεί σήμερα πια παγκοσμιοποιημένος, πλανητικός κι οικουμενικός.

Στο παραδοσιακό κοσμοείδωλο προτιμάται η ενότητα, προκρίνεται η ολότητα (ολισμός), τονίζεται η καθολικότητα και εξαίρεται η συλλογικότητα μαζί με την κοινωνικότητα, την μαζικότητα ή την κοινότητα. Γι’ αυτό κάθε προαναγεννησιακή και εξωευρωπαϊκή παράδοση είναι θρησκευτική και κοινωνική. Στον νεωτερικό πολιτισμό αντιθέτως επιλέγεται η ατομικότητα αντί της συλλογικότητας, προτιμάται η κοσμικότητα στη θέση της θρησκευτικότητας και επιχειρείται η χειραφέτηση του ανθρώπου από κάθε είδους δεσμά και δεσμούς. Έτσι, στην θρησκεία απομένει πια μόνο το περιθώριο και η περιφέρεια ως τόπος και τρόπος επιβίωσης μέσα σε νεωτερικές συνθήκες ζωής (εκκοσμίκευση).

Ο μεσαιωνικός άνθρωπος λέγει «ναι» στην θρησκεία και «όχι» στην ελευθερία. Θεωρεί ότι η ευτυχία του συνίσταται στην ενότητα του με το άλλο του (θείο, ανθρώπινο, κοινωνικό, συμπαντικό) και στο όλο που τον περιβάλλει (θρησκεία, κοινωνία, φύση), αλλά όχι στην ελευθερία του από το άλλο ούτε στην χειραφέτηση του από το όλο. Ο μοντέρνος άνθρωπος απαντά «ναι» στην ελευθερία και «όχι» στην θρησκεία. Η ευτυχία του αποτελεί συνάρτηση της βιοτικής ευημερίας και της ατομικής ελευθερίας κυρίως, τα δίδυμα δώρα της τεχνικής και της πολιτικής, που χαρίζουν οι διόσκουροι της επιστήμης και της ιδεολογίας. Στον προαναγεννησιακό κόσμο ισχύει η ανελεύθερη θρησκεία, δηλαδή η πρόταξη της ενότητας σε βάρος της ελευθερίας. Στον μεταναγεννησιακό πολιτισμό όμως επικρατεί η άθρησκη ελευθερία, αφού στον βωμό της ατομικής χειραφέτησης θυσιάζεται η ενότητα κάθε δεσμού (religio) που ενσαρκώνεται πρωταρχικά από την θρησκεία.

Κάθε αναζήτηση της χαμένης ενότητας και όποια νοσταλγία «χαμένου κέντρου» ή «απολεσθέντος παραδείσου», όπως συμβαίνει στον ρομαντισμό παλιότερα ή στην «νέα πνευματικότητα» (New Age) σήμερα, θα συνεπιφέρει την ανάδυση μιας κάποιας μορφής θρησκείας, όχι απαραίτητα χριστιανικής ή μονοθεϊστικής, οπωσδήποτε όμως εξωχριστιανικής ή πολυθεϊστικής («κελτικός χριστιανισμός», «αρχαιολατρία», «νεοπαγανισμός»). Το δίλημμα «ενότητα ή ελευθερία» οδηγεί στην πόλωση «θρησκεία ή ελευθερία» και καταλήγει στο σταυροδρόμι: ανελεύθερη θρησκεία ή άθρησκη ελευθερία;

Η παράδοση δεν είναι παράδεισος! Δουλεία και εθελοδουλία, ανισότητα των δύο φύλων και αυταρχισμός στην σχέση των γενεών είναι μερικοί δείκτες της ανεπάρκειας κάθε ρομαντικής ή νεοθρησκευτικής επιστροφής στην φύση, στο θείο ή στον λαό (ρωμαιοκαθολικός νεοθωμισμός, προτεσταντικός ευσεβισμός, ελλαδική νεορθοδοξία, ρωσική σλαβοφιλία, εβραϊκή ορθοδοξία, ισλαμικός φονταμενταλισμός κ.λπ.). Το θεμελιώδες υπαρξιακό αίτημα του σημερινού ανθρώπου είναι κατιτί άλλο πέρα από την ανελεύθερη θρησκεία του προνεωτερικού παρελθόντος και μακριά από την άθρησκη ελευθερία του νεωτερικού παρόντος. Πρόκειται για την διαλεκτική σύνθεση θρησκείας και ελευθερίας του μετανεωτερικού μέλλοντος που είναι κοινό για όλη την ανθρωπότητα πια.

Η ανάγκη του ανθρώπου των καιρών μας δεν είναι απλώς η ύπαρξη, αλλά κυρίως η συνύπαρξη με το άλλο και το όλο. Δεν αρκεί η ατομική επιβίωση, αλλά χρειάζεται η συμβίωση του εγώ με το άλλο. Ο λόγος καλείται να λειτουργήσει ως διάλογος του εγώ με το εσύ στον ορίζοντα του εμείς, κι όχι σαν εριστικός αντίλογος, ούτε βέβαια σαν αυτιστικός μονόλογος. Πώς μπορεί να δοθεί βιώσιμη διέξοδος σε αυτό το υπαρξιακό αδιέξοδο της εποχής μας είναι το πρώτο, πρωταρχικό και πρώτιστο μέλημα κάθε ορθοδοξίας που φιλοδοξεί να είναι, να φαίνεται και να φέρεται με τρόπο όντως ορθόδοξο, ώστε να δικαιώνει το όνομα της μέσα στην πράξη κι όχι απλώς να διεκδικεί τον ιστορικό της τίτλο ή να μάχεται για την πολιτειοκρατική της πρωτοκαθεδρία.

4. Κοινωνία και επικοινωνία

Η θεολογία αναφέρεται στην ανθρωπολογία με την έννοια του προσώπου. Ο άνθρωπος δεν θεωρείται ότι είναι άτομο, αλλά εκλαμβάνεται ως πρόσωπο. Μεταξύ των δύο αυτών εννοιών (πρόσωπο-άτομο) υπάρχει μόνο ένα κοινό στοιχείο: αναφέρονται σε μια μονάδα, μια μόνο ύπαρξη, π.χ. καθένας μας γεννιέται ως άτομο.

Το πρόσωπο και το άτομο διαφέρουν σε όλα τα άλλα. Ο άνθρωπος ως άτομο μένει άσχετος, δεν αισθάνεται την ανάγκη να σχετισθεί με άλλες υπάρξεις, το Εγώ μένει κλεισμένο στον Εαυτό του και δεν αναφέρεται στο Άλλο του. Ο άνθρωπος ως πρόσωπο σχετίζεται οπωσδήποτε, το Εγώ επι-κοινωνεί με το Άλλο του, ο Εαυτός μας είναι η σχέση του Εγώ μας προς το Άλλο μας. Ποτέ δεν βρίσκουμε την ταυτότητα μας μόνοι, αλλά πάντοτε σε σχέση με το Άλλο μας.

Στην θεία ευχαριστία, που είναι το πιο θεμελιώδες μυστήριο της Εκκλησίας και εύστοχα επονομάζεται «θεία κοινωνία», επέρχεται η καλή αλλοίωση κι έτσι ο άνθρωπος θεραπεύεται από την αλλοτρίωση. Οι άνθρωποι κοινωνούν και επικοινωνούν μέσα στην Εκκλησία, συνέρχονται (συγκεντρώνονται) «επί το αυτό» (για κοινό σκοπό), γίνονται ένα, το Εγώ επικοινωνεί με το Άλλο του, θείο και ανθρώπινο, προσωπικό και διαπροσωπικό, ατομικό και συλλογικό, πνευματικό και υλικό μαζί.

Το ψωμί και το κρασί, ο άρτος και ο οίνος, μεταβάλλονται σε Σώμα και Αίμα Χριστού. Τα φυσικά στοιχεία «αλλοιώνονται», γίνονται «αλλοία», αλλιώτικα, διαφορετικά. Οι πιστοί κοινωνούν των αχράντων μυστηρίων, Σώμα και Αίμα Χριστού, στη μορφή του άρτου και του οίνου, κι έτσι μετέχουν της ζωής του Θεού. Βγαίνουν από το μοναχικό κι αλλοτριωμένο Εγώ τους για να γίνουν όχι αλλότριοι, ξένοι με τον εαυτό τους, αλλά «αλλοίοι», δηλαδή αλλιώτικοι.

Η αρχέγονη χριστιανική θεολογία ονόμαζε την θεία ευχαριστία «φάρμακον αθανασίας», εννοώντας ότι δια της θείας κοινωνίας ενσαρκώνεται η ανθρώπινη κοινωνία ως επικοινωνία και συμ-μετοχή. Αντί για την αλλοτρίωση επισυμβαίνει η αλλοίωση: το Εγώ γίνεται ένα με το Άλλο του, αλλοιώνεται αντί να αλλοτριώνεται. Έτσι σώζεται ο άνθρωπος, δηλαδή γίνεται «σώος», που θα πει ολόκληρος, ακέραιος, ατόφιος, χωρίς κομματιάσματα, θραύσματα, αποσπάσματα και τεμαχίσματα, διχόνοιες και διαζύγια, χωρισμούς και σχιζοφρένειες.

Η παράδοση των Πατέρων της Εκκλησίας κάνει λόγο για την αλλοτρίωση και την «καλή αλλοίωση» του ανθρώπου χρησιμοποιώντας βέβαια τη θεολογική ορολογία της εποχής της. Ο Μακάριος ο Αιγύπτιος περιέγραφε την κόλαση ως ένα τρόπο ζωής, κι όχι βέβαια σαν κάποιο τόπο φοβερής τιμωρίας, με δήθεν καζάνια που «βράζουν» αμαρτωλούς. Τέτοιες εικόνες είναι ανύπαρκτες στην Ορθοδοξία, η οποία αγνοεί το «καθαρτήριο πυρ», τις αξιομισθίες και τα «συγχωροχάρτια».

Κόλαση είναι το μαρτύριο του να μην μπορείς να αγαπάς. Στον Μακάριο τον Αιγύπτιο κόλαση είναι να μην μπορείς να βλέπεις τον άλλον άνθρωπο πρόσωπο με πρόσωπο. Οι κολασμένοι θεωρούνται ότι κάθονται έχοντας γυρισμένη την πλάτη τους ο ένας στον άλλον. Κόλαση δεν είναι τόπος τιμωρίας αλλά τρόπος ακοινωνησίας, δηλαδή να ζεις χωρίς να επικοινωνείς. Κόλαση είναι η κοινωνία χωρίς επικοινωνία ανθρώπινη, προσωπική, υπαρξιακή.

5. Η επικοινωνιακή γλώσσα της σημερινής Εκκλησίας

Η επικοινωνιακή γλώσσα της Εκκλησίας είναι αδιαμεσολάβητη, άμεση, προσωπική και αυτοπρόσωπη, δηλαδή επικοινωνία πρόσωπο-προς-πρόσωπο. Κύτταρο εκκλησιαστικής επικοινωνίας είναι η λειτουργία που λέγεται και είναι έργο λαού, δηλαδή αυτοπρόσωπη συμμετοχή όλων όσοι εμπλέκονται στην επικοινωνιακή διαδικασία του εκκλησιαστικού σώματος. Γι’ αυτόν τον λόγο δεν τελείται λειτουργία χωρίς την παρουσία του λαού, δεν αρκεί -παρόλο που οπωσδήποτε χρειάζεται η ενεργός παρουσία ιερέα ή επισκόπου- για την τέλεση της θείας λειτουργίας και δεν νοείται ραδιοφωνική ή τηλεοπτική μετάδοση της λειτουργίας που επιτρέπεται κατά παραχώρηση για όσους αδυνατούν να συμμετάσχουν λόγω ανωτέρας 6ίας (ασθένεια, αποδημία κ.λπ.).

Η λειτουργία γίνεται στην κυριολεξία από όσους συμμετέχουν αυτοπροσώπως, δεν παράγεται ούτε παρασκευάζεται, μήτε προετοιμάζεται ούτε 6ε6αίως προκατασκευάζεται για να αναλωθεί και να καταναλωθεί. Είναι κατιτί ζωντανό και ζωτικό, όχι κατασκευασμένο, προκατασκευασμένο και συσκευασμένο προϊόν. Η διαμεσολάβηση μουσικών οργάνων, η χρήση ηχητικών μηχανημάτων (μικροφώνων, μεγαφώνων), η συνδρομή τεχνικών μέσων απαγορεύεται στην εκκλησιαστική λατρεία γενικώς. Η εισαγωγή τέτοιων μέσων έχει επικριθεί δικαίως και γίνεται ανεκτή μόνο κατά παραχώρηση και με πολλή συγκατάβαση, για λόγους κακώς νοούμενης πρακτικής εξυπηρέτησης των πιστών.

Η σημερινή προσφυγή μερίδας κληρικών στα ηλεκτρονικά μέσα κάποιου είδους σύγχρονης μουσικής είναι αντίθετη με το πνεύμα και την παράδοση της Εκκλησίας, παρότι συμβαδίζει με το γράμμα της κοσμικότητας στην μορφή της αγοραίας διαφήμισης και της κομματικής προπαγάνδας. Με τέτοιους τρόπους δεν εκσυγχρονίζεται η Εκκλησία, αλλά εκκοσμικεύεται, δηλαδή «συν-σχηματίζεται με τον κόσμο», το αντίθετο της Εκκλησίας.

Παρά τις αναμφισβήτητα καλές προθέσεις των δημιουργών της, είναι βέβαιο ότι μια τέτοια παρουσία αλλοιώνει το μήνυμα της Εκκλησίας. Άλλωστε ο δρόμος για την κόλαση είναι πάντα στρωμένος με καλές προθέσεις, σύμφωνα με μια παροιμιώδη έκφραση. Με την εκκλησιαστική ορολογία θα μπορούσε κανείς να ισχυρισθεί ότι εμπνευστές μιας τέτοιας πρωτοβουλίας έχουν «ζήλον Θεού, αλλ’ ου κατ’ επίγνωσιν», δηλαδή θέλουν να κάνουν κατιτί κατά την γνώμη τους καλό, άλλα δεν γνωρίζουν τι είναι, και τι δεν είναι «καλό» σύμφωνα με την αυθεντική παράδοση της Εκκλησίας.

Η διαμεσολάβηση των τεχνικών μέσων στην μετάδοση του μηνύματος της Εκκλησίας είναι πράξη αντιεκκλησιαστική, παρόλο που εμφανίζεται σαν δήθεν υπερ-εκκλησιαστική. Τα φαινόμενα συχνά-πυκνά απατούν: ό,τι λάμπει δεν είναι πάντα χρυσός! Η ορθόδοξη αυθεντική εκκλησιαστικότητα είναι αδιαμεσολάβητη, αυτοπρόσωπη, φυσική, προσωπική κι άμεση συμμετοχή, χωρίς ποτέ να καταντά διαμεσολαβημένη τεχνική και τεχνητή παρουσία.


VI. ΣΧΕΣΗ

Ανάμεσα στην σχέση και στην σχάση υπάρχει η διαφορά ενός μόνο γράμματος. Στην τρίτη θέση της πρώτης κιόλας συλλαβής γράφουμε το -ε- αντί για το -α- κι έτσι η σχέση γίνεται σχάση ή αντίστροφα. Όμως ανάμεσα τους χάσκει μια άβυσσος που υπερβαίνει κατά πολύ την διαφορά ενός γράμματος. Τι είναι σχέση γνωρίζουμε λίγο-πολύ όλοι μας περίπου.

Λέγοντας σχάση εννοούμε τον χωρισμό, την διάσπαση, την διαίρεση, τον διαχωρισμό, το διαζύγιο. Χρησιμοποιούμε μάλιστα τον όρο «σχάση» στην πυρηνική φυσική εννοώντας την διάσπαση του ατόμου («σχάση του πυρήνα»). Πολύ παραπέρα όμως ο όρος «σχάση» δηλώνει το ακριβώς αντίθετο της έννοιας «σχέση». Με μια λέξη λοιπόν «σχάση» είναι το αντίθετο της σχέσης σε κάθε επίπεδο, φυσικό και μεταφυσικό, επιστημονικό ή φιλοσοφικό. Εμείς εδώ θα μείνουμε και θα επιμείνουμε στην μεταφυσική σημασιοδότηση της σχάσης που δηλώνει τον χωρισμό, την διάσπαση, την διάζευξη και την διαίρεση.

Τι είναι ζωή; Πώς μπορούμε να ορίσουμε το φαινόμενο της ζωής; Σε μια τέτοια ερώτηση θα αποτολμούσαμε μιαν απάντηση που ανταποκρίνεται στα δεδομένα της επιστήμης και της φιλοσοφίας, της βιολογίας και της οντολογίας. Η ζωή είναι η σχέση. Το γεγονός της ζωής ορίζεται, καθορίζεται και προσδιορίζεται από την σχέση. Ζωή ίσον σχέση!

Για όποιον αμφιβάλλει ή δυσπιστεί, δεν έχουμε παρά να τον παραπέμψουμε στα δεδομένα της επιστήμης. Ισχυριζόμαστε ότι ένα έμβιο ον, άνθρωπος ή μη, ζει εφόσον ανταλλάσσει ενέργεια με το περιβάλλον του, δηλαδή εάν και μόνον εάν σχετίζεται με το περιβάλλον του, με το άλλο του. Ο σφυγμός, η αναπνοή και η θερμότητα αποτελούν δείγματα και τεκμήρια της ζωής. Όλα αυτά όμως δεν κάνουν άλλο παρά να δηλώνουν την σχέση του όντος με το περιβάλλον του που προσμετράται με αντικειμενικά, μετρήσιμα και παρατηρήσιμα στοιχεία (σφυγμός, θερμότητα κ.λπ.).

Ανάλογα ισχύουν όχι μόνο στο φυσικό-επιστημονικό αλλά και στο μεταφυσικό-φιλοσοφικό πεδίο. Κάθε έμβιο ον, και μάλιστα ο άνθρωπος, δεν είναι άλλο παρά η ενότητα σώματος και ψυχής, που σημαίνει την σχέση του ένυλου και του άυλου μορίου της ανθρώπινης οντότητας. Η σχέση κάνει την ζωή: λέμε ότι ζει κάποιος εάν, όσον και εφόσον σχετίζεται η ψυχή με το σώμα του, επικοινωνεί το ένυλο με το άυλο μόριο του. Η ζωή σχετίζει το άτομο με την κοινωνία, τον άνθρωπο με τον συνάνθρωπο του, τόσο τον φυσικό όσο και τον κοινωνικό. Η σχέση σημαίνει την ζωή!

Το αντίθετο της ζωής λέγεται θάνατος. Το αντίθετο της σχέσης είναι η σχάση. Αν δεχθούμε ότι η ζωή και η σχέση αποτελούν συνώνυμα, τότε μπορούμε πια να συμφωνήσουμε ότι ο θάνατος και η σχάση είναι ταυτόσημα. Όση απόσταση χωρίζει την ζωή από τον θάνατο, ακριβώς τόσο διάστημα παρεμβάλλεται ανάμεσα στην σχέση και στην σχάση.

Η διαφορά τους είναι ουρανομήκης. Σχέση και σχάση απέχουν παρασάγγας. Η ζωή είναι σχέση, ενότητα, συναίρεση και συνάντηση, αρμονία διαφορών και σύνθεση αντιθέσεων. Ο θάνατος είναι σχάση, χωρισμός και διαχωρισμός, διαίρεση και δυσαρμονία, αναίρεση της ενότητας και άρνηση της σχέσης.

«Να ζει κανείς ή να μη ζει» είναι το δίλημμα ανάμεσα στην ζωή και στον θάνατο που μεταφράζεται πια στο δίλημμα «σχέση ή σχάση». Το να ζεις σημαίνει να σχετίζεσαι. Το να πεθάνεις σημαίνει να μη σχετίζεσαι. Άμα πάψεις να σχετίζεσαι, τότε πεθαίνεις οντολογικά και βιολογικά, φυσικά και μεταφυσικά.

Ο άνθρωπος δεν ζει επειδή αναπνέει, αλλά επειδή σχετίζεται. Δεν ζούμε για να αναπνέουμε, αλλά για να σχετιζόμαστε, δηλαδή για να αγαπάμε και για να αγαπιόμαστε. Η σχέση είναι που κάνει την ζωή κι όχι βέβαια η αναπνοή ούτε η επιτέλεση όποιας βιολογικής ή οργανικής λειτουργίας του σώματος μας. Μπορεί κανείς να είναι σαν ζωντανός νεκρός, αν ζει χωρίς σχέση, δίχως αγάπη, επικοινωνία, ενότητα και αρμονία με το άλλο του.

Η σχέση μεταφράζεται σε αγάπη, σε έρωτα, σε ενότητα, σε επικοινωνία και άλλους παρόμοιους όρους που δηλώνουν καθένας με διαφορετικό τρόπο την ίδια ακριβώς πραγματικότητα, που είναι η σχέση. Το ακριβώς αντίθετο σημαίνεται με τον όρο σχάση, που είναι η άρνηση της σχέσης, η απουσία αγάπης, η στέρηση του έρωτα, η έλλειψη της ενότητας, η ανυπαρξία επικοινωνίας κ.λπ.

Μία τέτοια προσωπική μεταφυσική ενέχει αξιοπρόσεκτες συνέπειες για την διαμόρφωση της καθημερινότητας μας. Μερικές από αυτές τις συνέπειες θέλουμε να υπενθυμίσουμε ενδεικτικά μόνο και διόλου εξαντλητικά βέβαια.

Μια πρώτη παρατήρηση είναι ότι ο άνθρωπος δεν υπάρχει. Ο άνθρωπος συνυπάρχει. Αυτό που προηγείται δεν είναι η ύπαρξη του ατόμου, αλλά η συνύπαρξη του ανθρώπου με τους συνανθρώπους του. Προηγείται η συνύπαρξη και έπεται η ύπαρξη. Πρώτα συνευρίσκονται δύο εντελώς διαφορετικές ατομικές υπάρξεις (μια θηλυκή και μια αρσενική) και σχετίζονται με τον πιο άμεσο, τον πιο στενό, τον πιο σωματικό τρόπο, γίνονται κυριολεκτικά «εις σάρκα μίαν», και έπειτα ως αποτέλεσμα μιας τέτοιας σχέσης έρχεται στο φως μια ύπαρξη νέα. Έτσι λοιπόν η ίδια η ζωή μάς διδάσκει ότι η συνύπαρξη προηγείται και ακολουθεί η ύπαρξη. Προηγείται η συνύπαρξη και έπεται η ατομική ύπαρξη. Η σχέση δίνει ζωή, αφού η σχέση συνιστά την συνύπαρξη που γεννά την ύπαρξη.

Η συνύπαρξη είναι η ύπαρξη της ύπαρξης. Χωρίς την συνύπαρξη δεν γεννιέται ποτέ καμιά ύπαρξη σε τούτο τον κόσμο, εκτός βέβαια από την εξαίρεση της παρθενογένεσης, που όμως πάντα παραμένει εξαίρεση κι όχι βέβαια κανόνας. Η συνύπαρξη δίνει ύπαρξη: αν δεν συνευρεθούν δυο εντελώς διαφορετικές οντότητες, ποτέ δεν γεννιέται μια καινούργια ύπαρξη.

Η σχέση ως συνύπαρξη δίνει ύπαρξη στην ύπαρξη. Άρα ο λόγος ύπαρξης κάθε ύπαρξης είναι η συνύπαρξη, δηλαδή η σχέση. Τίποτα δεν υπάρχει μόνο του. Κάθε τι συνυπάρχει με το άλλο του, το διαφορετικό, το αλλιώτικο του: το αρσενικό με το θηλυκό, το ένυλο με το άυλο, το σώμα με την ψυχή, η ύλη με το πνεύμα, το οργανικό με το ανόργανο, το έμβιο με το άβιο, ο άνθρωπος με τον κόσμο, το φυσικό με το υπερφυσικό, το θείο με το ανθρώπινο κ.ο.κ.

Η ύπαρξη είναι συνύπαρξη, αλλιώτικα καταντά ανύπαρκτη. Η σχέση κάνει την ζωή. Η σχάση κάνει τον βίο αβίωτο. Ο άνθρωπος γεννιέται από ανθρώπους και όχι από άνθρωπο, από έναν άνθρωπο, έστω και σπουδαίο ή μοναδικό, μεγάλο ή διακεκριμένο άνθρωπο. Κανένας άνθρωπος μόνος του δεν φέρνει ζωή στον κόσμο, όσο μεγάλος κι αν είναι, παρά μόνο αν συνευρεθεί, συνυπάρξει και ενωθεί, σχετισθεί προσωπικά, σωματικά, στενά κι απόλυτα με έναν άλλον άνθρωπο, μιαν εντελώς άλλη κι αλλιώτικη ατομική ύπαρξη, διαφορετικού φύλου, τότε και μόνο τότε μπορεί να γίνει γόνιμος, δηλαδή να δώσει γόνο και απόγονο, να γεννήσει ή να «τίκτει», να δίνει δηλαδή «τόκον».

Ο μόνος είναι άγονος, ακόμα κι αν είναι μοναδικός σε όλη την οικουμένη υφήλιο. Η μόνωση, η μοναξιά και η απομόνωση είναι καταδικασμένες στην ανυπαρξία, στην απουσία ζωής, στην μη μονιμότητα και στον θάνατο. Αυτή είναι η σχάση: η αναίρεση της σχέσης, η άρνηση της ζωής, η απάρνηση της ύπαρξης που σημαίνεται στην συνύπαρξη. Έτσι λοιπόν, η ύπαρξη είναι συνύπαρξη, αλλιώς είναι ανύπαρκτη.

Η αυθύπαρκτη ύπαρξη είναι ανύπαρκτη, αφού μένει άγονη και άτεκνη, δίχως γέννημα ζωής, χωρίς τόκο και γόνο. Ποτέ δεν αρκεί ένας μοναχός άνθρωπος για να ‘ρθει στο φως άλλος άνθρωπος, μα οπωσδήποτε χρειάζονται δύο άνθρωποι, διπλά διαφορετικοί, τόσο στην ατομικότητα τους (Α και Β) όσο και στο φύλο τους (άρρεν και θήλυ).

Το Εγώ πρέπει να συνευρεθεί και να σχετισθεί με το Άλλο του, χρειάζεται το αντίθετο του, κι όχι απλά το κάπως διαφορετικό του: το αρσενικό με το θηλυκό. Ποτέ δεν γεννούν κατιτί καινούργιο, μιαν ακόμα ύπαρξη σε αυτόν τον κόσμο, δυο όμοιες ανθρώπινες υπάρξεις, π.χ. δυο αρσενικά ή δυο θηλυκά άτομα. Μπορεί να Βιώνουν την ενότητα στον έρωτα τους, αλλά δεν γεννούν, δεν δημιουργούν το καινούργιο, το «καινό», το εντελώς άλλο. Ο ομόφυλος έρωτας είναι καταδικασμένος στην ατέλεια: παραμένει ημιτελής στην απόπειρα της σχέσης, αφού αδυνατεί να κυοφορήσει το εντελώς άλλο, το καινούργιο, δεν μπορεί να γεννήσει άλλη ύπαρξη.

Ο ετερόφυλος έρωτας διαθέτει την ευχέρεια της καρποφορίας κι έτσι μοιάζει να ‘ναι ολοκληρωμένος στην προσπάθεια του ανθρώπου να σχετισθεί με το άλλο του και να υπερνικήσει την σχάση του, είτε την σχάση της προσωπικότητας του είτε την σχάση των σχέσεων του με το κοινωνικό ή το φυσικό περιβάλλον του. Αρκεί βέβαια η Βιολογική σχέση να συνοδεύεται με την οντολογική σχέση και την υπαρξιακή συσχέτιση των δυο ατομικών οντοτήτων που συνευρίσκονται.

Το Εγώ χρειάζεται να αυτοκαταργηθεί, να πραγματοποιήσει την αυθυπέρβαση της ατομικότητας του, δηλαδή να αυτοθυσιασθεί με εκούσια, ελεύθερη και συνειδητή πρωτοβουλία του ανθρώπου. Κι αυτό με έναν συγκεκριμένο σκοπό: προκειμένου να συνευρεθεί, να συσχετισθεί και να σχετισθεί το Εγώ με το Άλλο του, ο άνθρωπος με τον συνάνθρωπο, το αρσενικό με το θηλυκό του, το άτομο με την κοινωνία, ο άνθρωπος με την φύση, το ενδοκοσμικό με το υπερβατικό, το κτιστό με το άκτιστο, το φυσικό με το υπερφυσικό κ.λπ. Αν δεν αυτοθυσιασθεί ελεύθερα, εκούσια και συνειδητά το Εγώ, ποτέ δεν θα βιωθεί το Άλλο του κι η σχέση μαζί του.

Μόνο εάν κι όταν χαθεί το άτομο, τότε μόνο θα αναστηθεί ο άνθρωπος. Το Εγώ είναι ο σπόρος, και ο άνθρωπος είναι ο καρπός του. Πρέπει να ταφεί Βαθιά μέσα στην γη ο σπόρος του Εγώ για να μπορέσει να αναστηθεί ο άνθρωπος, πρέπει δηλαδή να θανατωθούν ο εγωισμός, η φιλαυτία, η εγωπάθεια, η ιδιοτέλεια, ο ατομικισμός και ο εγωκεντρισμός. Αν δεν αυτοθυσιασθείτο άτομο, δεν θα ζήσει ποτέ ο άνθρωπος ζωή αληθινή. Γιατί ζωή θα πει σχέση, κοινωνία και επι-κοινωνία, μετοχή και συμ-μετοχή, ενότητα και αρμονία, σύνθεση αντιθέσεων, έρωτας κι αγάπη.

Δεν κάνει ο άνθρωπος τον άνθρωπο, αλλά οι άνθρωποι είναι που κάνουν τον άνθρωπο, καθέναν νέο άνθρωπο. Αρκεί να σχετισθούν δυο άνθρωποι κάτω από τον ήλιο ή στο φεγγάρι, υπεραρκεί να συνευρεθούν δυο εντελώς αντίθετες ατομικότητες με τον στενότερο, προσωπικότερο και σωματικότερο τρόπο, για να δει το φως του κόσμου μια καινούργια ύπαρξη.

Η αυθυπαρξία είναι ανυπαρξία. Κανένας δεν υπάρχει. Καθένας συνυπάρχει. Ό,τι υπάρχει δεν υπάρχει, αλλά συνυπάρχει. Το αυθύπαρκτο είναι ανύπαρκτο. Υπαρκτό είναι μόνο το συνυπαρκτό. Ζω σημαίνει σχετίζομαι. Υπάρχω άρα συνυπάρχω!

Ένα υπαρξιακό δίλημμα της Βιοτής μας είναι και τούτο: «κενό ή καινό»; Από τη μια πλευρά Βιώνουμε καθημερινά το κενό που χάσκει στην ζωή μας, την ανυπαρξία νοήματος και την απουσία σημασίας στα πράγματα που μας περιβάλλουν. Από την άλλη πάλι πλευρά αναζητούμε το «καινό», το καινούργιο, το κάτι άλλο, το εντελώς αλλιώτικο που θα αλλάξει τον Βίο μας, θα νοηματοδοτήσει την ζωή μας και θα σημασιοδοτήσει την Βιοτή μας έτσι που να μη ζούμε πια έναν αβίωτο Βίο. Το πέρασμα από το κενό στο καινό ταυτίζεται με την μετάβαση από τον θάνατο στην ζωή, από την σχάση στην σχέση, από την ύπαρξη στην συνύπαρξη. Η αυθύπαρκτη ύπαρξη είναι το κενό, το μηδέν, το χάος που μας περιβάλλει και μας απειλεί με την ερεβώδη παρουσία του. Το καινό σημαίνεται με την συνύπαρξη, με την εγκαθίδρυση σχέσεων, με την αναίρεση της σχάσης, δηλαδή με την έξοδο από την μοναξιά, την μόνωση και την απομόνωση.

Η σχέση είναι εκείνη που κάνει τον «έτερο» να γίνεται «εταίρος». Καθένας θεωρείται ότι είναι ο «έτερος», ο Άλλος, το αλλιώτικο ον, το διαφορετικό κι αντίθετο μας ίσως, σε πάμπολλες περιστάσεις. Όμως το πρόβλημα της ζωής μας είναι πως ο «έτερος» θα γίνει «εταίρος», δηλαδή φίλος, οικείος, δικός μας, άνθρωπος μας! Η σχάση συνίσταται σε αυτό ακριβώς: ο «έτερος» παραμένει πάντα «έτερος», δηλαδή Άλλος, και ποτέ δεν μεταστρέφεται σε «εταίρο», οικείο, φίλο μας, δικό μας. Αν δεν συμφιλιωθούμε κι αν δεν εξοικειωθούμε με το Άλλο μας, ποτέ και με κανέναν τρόπο δεν θα ανακαλύψουμε τον ίδιο τον εαυτό μας. Το Άλλο είναι ο καθρέπτης του Εγώ μας.

Ο «έτερος» είναι ο σωσίας μας και ο σωτήρας μας. Μόνο όταν ο «έτερος» γίνει «εταίρος», τότε θα σωθούμε, γιατί τότε μόνο, με αυτόν τον τρόπο, θα γίνουμε σώοι, ακέραιοι, ατόφιοι, ολάκεροι κι ολόκληροι, χωρίς κατακερματισμούς, σχάσεις και διασπάσεις. Μόνο στην σχέση με το Άλλο μου Βιώνεται η ζωή μου.

Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε κι άλλο ακόμα και να θυμίσουμε μερικές ακόμα πραγματικότητες, παράγωγα αυτής της σχεσιακής μεταφυσικής. Παραιτούμεθα όμως από ένα τέτοιο εγχείρημα για πολλούς λόγους. Πρώτα απ’ όλα έχουμε κάνει λόγο γι’ αυτά τα θέματα αναλυτικότερα σε άλλα δημοσιεύματα52 κι έτσι περιττεύει κάθε φλύαρη μνεία σε αυτό εδώ το σημείο. Έπειτα συνηγορεί κι άλλος, ουσιωδέστερος λόγος: καθένας μπορεί μόνος του να συναγάγει παραπέρα συνέπειες της προσωπικής αυτής μεταφυσικής, αρκεί να ρίξει μια μόνο αλλά προσεκτική πάντως ματιά στην ζωή ολόγυρα του, και προπάντων στην δική του προσωπική 6ιοτή, για να διαπιστώσει την όποια αλήθεια τυχόν εμπεριέχουν οι προηγούμενες στοχαστικές διατυπώσεις.

Έτσι θα καταλάβει καθένας μας γιατί η Παλαιά Διαθήκη πιστεύει πως «κραταιά ως θάνατος αγάπη».53 Ο θάνατος χωρίζει κι η αγάπη ενώνει, ο ένας φέρνει την σχάση κι η άλλη οδηγεί στην σχέση. Κι ο Φρόυντ θα ‘ρθει στον μεσοπόλεμο του αιώνα μας να προβάλει τον απόλυτα κατανοητό ισχυρισμό του: «Ο έρωτας και η ανάγκη έγιναν οι γονείς του ανθρώπινου πολιτισμού… Η πολιτιστική εξέλιξη πρέπει να μας δείξει τον αγώνα ανάμεσα στον έρωτα και στον θάνατο, ανάμεσα στην ορμή της ζωής και στην ορμή της καταστροφής, και τον τρόπο της διεξαγωγής του μέσα στο ανθρώπινο είδος. Αυτός ο αγώνας είναι το ουσιαστικό περιεχόμενο της ζωής».54 Έτσι πάλι νιώθουμε την αλήθεια που καταμαρτυρεί κάποιο ασκητικό κείμενο της ανατολικής χριστιανοσύνης: «η αγάπη γλυκύτερα της ζωής εστί».55 Κι ο Ντοστογιέφσκι σχολιάζει: «Η αγάπη είναι ανώτερη από την ζωή, η αγάπη είναι το στεφάνι της ζωής».56


VII. ΑΓΙΟΤΗΤΑ

Δύο δρόμους πορεύεται ο άνθρωπος για να συναντήσει τον Θεό: τον συμβατικό και τον αντισυμβατικό. Πιο συνηθισμένη είναι η πρώτη οδός θεογνωσίας, η θεσμική πρόσβαση διαμέσου της έξης και της καθημερινότητας. Ο άλλος δρόμος, η προσωπική εύρεση του Θεού, παραμένει ασυνήθιστος και εξαιρετικός, αποτελεί δηλαδή πάντοτε μιαν εξαίρεση του κανόνα και είναι μια διαρκής παρέκβαση από τον μέσο όρο της τετριμμένης μετριότητας.

Άλλος γεννιέται χριστιανός κι άλλος γίνεται. Ο συμβατικός πιστός γεννάται, ενώ ο αντι-συμβατικός αναγεννάται. Ο Παύλος, ο Αυγουστίνος, ο Λούθηρος είναι μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα αντισυμβατικών χριστιανών που μεγαλούργησαν. Η γέννηση από πιστούς γονείς, η ανατροφή σε χριστιανικό περιβάλλον (οικογενειακό, κοινωνικό, πολιτιστικό), η ένταξη σε θρησκευτικούς θεσμούς, η πιστή τήρηση των παραδόσεων και γενικά η θεσμική συνάφεια με την πίστη είναι που συγκροτούν την συμβατική εκκλησιαστικότητα, στην οποία ανήκει η συντριπτική πλειοψηφία των χριστιανών.

Έχουμε συνηθίσει τόσο πολύ την συμβατικότητα, ώστε λησμονούμε την αντισυμβατικότητα και την δυνατότητα να υπάρχει πίστη πέρα κι έξω από τα συνηθισμένα, τα τετριμμένα και τα ειωθότα. Επειδή οι περισσότεροι θρησκεύουν συμβατικά, νομίσαμε πώς μόνο έτσι μπορούν να ζουν την χριστιανική τους ιδιότητα όλοι οι συνάνθρωποι μας. Έτσι όμως διαπράττουμε ένα τεράστιο και μοιραίο σφάλμα. Η εκκλησιαστικότητα υπάρχει ακόμα και μέσα στην συμβατικότητα, αλλά ποτέ δεν είναι μόνο μέσα σ’ αυτήν, ούτε κυρίως μέσα σ’ αυτήν. Η πίστη σχετίζεται με την θεσμική της έκφραση, αλλά δεν ταυτίζεται μ’ αυτήν. Εκτός από την θεσμική, τυπική και τυποποιημένη, φορμαλιστική και κονφορμιστική σχέση του ανθρώπου με τον Θεό, υπάρχει και μια εντελώς αλλιώτικη αναφορά μας σε Εκείνον, τον Άλλο, τον Μεγάλο Άλλο, τον «άλλως Άλλο», τον «όντως Όντα»: πρόκειται για την αντισυμβατική, προσωπική σχέση Θεού και ανθρώπου.

Η «σαλότητα» είναι αυτό ακριβώς: η αντισυμβατική αγιότητα. Όταν η εκκλησιαστική ιδιότητα βιώνεται με τρόπο προσωπικό, παραβατικό, αντισυμβατικό, τότε αναδύεται ο «διά Χριστόν σαλός», μια ιδιαιτέρως προσφιλής φυσιογνωμία αγιότητας που βρίθει στην ανατολική Ορθοδοξία, βυζαντινή και ρωσική.

Όχι μόνο παλιότερα, αλλά και σήμερα υπάρχουν διά Χριστόν σαλοί. Μόνο που δεν φαίνονται, διότι η άκρα ταπείνωση τους δεν επιτρέπει την δημοσιοποίηση της βιοτής τους. Εκτός πια κι αν τα ιστορικά γεγονότα της εποχής τους και οι αδιάψευστες μαρτυρίες των συγχρόνων τους αποκαλύψουν την αγιασμένη περίπτωση τους, οπότε πια μαθαίνουμε ότι ακόμα και στους πολυταλανισμένους μοντέρνους καιρούς μας αναδύονται διά Χριστόν σαλοί.

Η θεσμική εκκλησιαστικότητα βασίζεται στην σύμβαση, την οικογενειακή και κοινωνική επιβολή της πίστης πάνω στον άνθρωπο με την γέννηση του και χωρίς, βεβαίως να ζητηθεί η γνώμη του. Η εκκλησιαστικότητα ταυτίζεται με την συμβατικότητα μέσα στην συνείδηση της συντριπτικής πλειονότητας των χριστιανών μας, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό, που να μη διακρίνεται η Κυριακή αργία από τις καθημερινές ημέρες, τα Χριστούγεννα να μη σημαίνουν καμιάν ουσιαστική Ενσάρκωση του Χριστού και το Πάσχα να μην παραπέμπει σε καμιάν όντως βιωματική Ανάσταση της ζωής. Όλες οι μεγαλογιορτές παύουν να λειτουργούν ως «πανηγύρεις» και καταντούν να υφίστανται ως πρόσχημα για την αναστολή των εργασιών της αγοράς, που μετακυλούν το κέρδος από την εργασία στην αργία με την ανταλλαγή δώρων ως μια συνήθη διακίνηση καταναλωτικών αγαθών.

Η θεσμική εκκλησιαστικότητα θεμελιώνεται στην σύμβαση, η οποία με τη σειρά της αποτελεί την συνισταμένη δύο άλλων συνιστωσών: του λόγου και του νόμου. Ο νόμος επιβάλλει την λειτουργία της θρησκείας, το «πρέπει» καθορίζει το «είναι», η εντολή αποφασίζει για το καλό και το κακό, η απαγόρευση ορίζει τα πράγματα αρνητικά, η τιμωρία επικρέμαται σαν δαμόκλειος σπάθη πάνω από τους πιστούς, η ανταμοιβή δελεάζει τους θρήσκους και η ενοχή είναι το κυρίαρχο πλέγμα που κατατρύχει τα θρησκευόμενα άτομα, προκαλώντας εκκλησιογενείς νευρώσεις. Δίπλα στον νόμο λειτουργεί ο λόγος, δηλαδή η δεσμευτική λογική αναγκαιότητα, που εκβιαστικά επιχειρηματολογεί για να αποδείξει εξουσιαστικά την ύπαρξη ενός Θεού με την μορφή του αυταρχικού πατέρα, πάτρωνα, πατριάρχη, ο Οποίος καταδυναστεύει τα υποτελή σ’ Αυτόν ανθρώπινα όντα.

Ο φόβος και η ανάγκη καταδυναστεύουν την θρησκευτική ύπαρξη του συμβατικού πιστού από την γέννηση του μέχρι τον θάνατο του. Η σχέση του θρήσκου ατόμου με τον Θεό καταντά να είναι μονοδιάστατα νομική και λογική: ο νόμος και ο λόγος, το δικανικό και το ορθολογιστικό στοιχείο χρωματίζουν κατ’ αποκλειστικότητα την θρησκευτικότητα του ανθρώπου.

Ένας τέτοιος θρησκευόμενος γεννιέται χριστιανός, αλλά ποτέ δεν γίνεται εκκλησιαστικός άνθρωπος. Γνωρίζει μόνο την «γέννηση» και αγνοεί διαρκώς την «αναγέννηση». Είναι ο συνήθης και συνηθισμένος χριστιανός, ο «κανονικός» άνθρωπος, δηλαδή του κανόνα, του τύπου και της τυποποίησης, του «καθωσπρέπει», ο κονφορμιστής και φορμαλιστής, όπως είναι ο φαρισαίος και ο ζηλωτής, ο ευσεβιστής και ο ιησουίτης, ο ηθικιστής και ο πουριτανός.

Είναι αυτός που φοβάται τον Θεό, αλλά δεν Τον αγαπά. Ο άνθρωπος που υπακούει στον Νόμο του Θεού, αλλά δεν ακούει τον Λόγο του Θεού, τον ένσαρκο Λόγο, τον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό. Η σύμβαση, η συνήθεια, η ανάγκη και ο φόβος αποτελούν τα έκδηλα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του μέσου και μέτριου χριστιανού, τον οποίο πάρα πολύ εύκολα συναντούμε ολόγυρα μας και αμέσως αναγνωρίζουμε, αρκεί να συνωστισθούμε μέσα στο εκκλησίασμα οποιουδήποτε ναού.

Στον αντίποδα του τοποθετείται ο αντι-συμβατικός πιστός, ο οποίος έχει προσωπική αναφορά στον Θεό και όχι θεσμική, εξουσιαστική, αυταρχική, συμβατική σχέση μ’ Αυτόν. Είναι ο άνθρωπος που αγαπά τον Θεό χωρίς να τον φοβάται. Ο φόβος του Θεού, που διακατέχει τον αντισυμβατικό πιστό, είναι ο σεβασμός και το δέος που αισθάνεται απέναντι στον μεγάθυμο δωρεοδότη κάθε αγαθού της ζωής του. Από αγάπη «φοβάται» τον Θεό του, δηλαδή Τον σέβεται και Τον τιμά. Σε κάθε περίπτωση πάντως προηγείται η αγάπη και ακολουθεί ο φόβος με την έννοια του σεβασμού. «Δόγμα» του αντισυμβατικού πιστού είναι ότι «ο Θεός αγάπη εστί» (1 Ιωάν. 4, 16), και το «πιστεύω» του συμποσούται στην διατύπωση: «φό6ος ουκ έστιν εν τη αγάπη, αλλ’ η τελεία αγάπη έξω Βάλλει τον φόβον, ότι ο φόβος κόλασιν έχει, ο δε φοβούμενος ου τελειώνεται εν τη αγάπη» (Α Ιωάν. 4, 18-19).

Ο άνθρωπος της αγάπης γίνεται χριστιανός, δεν γεννιέται. Μπορεί ίσως να γεννηθεί σε θρησκευτικό περιβάλλον όπως σε άθρησκο ή αδιάφορο περίγυρο, αλλά αυτό που τον χαρακτηρίζει είναι ότι έχει αναγεννηθεί μέσα στην βιωματική, υπαρξιακή εύρεση της πίστης, όπως ο Παύλος καθ’ οδόν στην Δαμασκό, όπου ο αρχισυνάγωγος αυτομεταστρέφεται σε αποσυνάγωγο οικειοθελώς και ο Σαύλος της Συναγωγής αναβαπτίζεται σε Παύλο της Εκκλησίας των εθνών, για ν’ αναδειχθεί με το μαρτυρικό ιεραποστολικό έργο του στον Πρώτο μετά τον Ένα.

Στην αφετηρία της αντισυμβατικής πίστης βρίσκεται ένας απρόσμενος συγκλονισμός της ανθρώπινης ύπαρξης, μια συναρπαγή του όλου ανθρώπου από την εμπειρία του Θεού, που εμποτίζει κάθε κύτταρο της ψυχοσωματικής του οντότητας. Όχι πια η σύμβαση και η συνήθεια, αλλά κατιτί το ασύνηθες, το έκτακτο, το εξαίρετο και εξαιρετικό, πέρα από το συνηθισμένο και το εθισμένο, το «κανονικό» (του κανόνα) και το «νορμάλ» (της «νόρμας»), είναι που επισυμβαίνει στη ζωή του ανθρώπου και μεταλλάσσει τον άπιστο σε πιστό, τον συμβατικό σε αντισυμβατικό χριστιανό, τον θρησκευτικό σε εκκλησιαστικό άνθρωπο.

Η υπέρβαση της σύμβασης αναιρεί τον νόμο και τον λόγο. Η αντισυμβατική πίστη παρακάμπτει τον νόμο στο όνομα της χάρης, γι’ αυτό επιτρέπει μιαν εκκλησιαστική συμπεριφορά αντινομική και παράνομη, μιαν ηθική αντισυμβατική και αντιαυταρχική, μια βιοτή ασυνήθιστη και ακανόνιστη, που βεβαίως σκανδαλίζει τον φαρισαίο, επισύρει την μήνι του ιησουίτη, εξοργίζει τον ζηλωτή και ανησυχεί τον ευσεβιστή.

Ο λόγος παρακάμπτεται από την αντισυμβατική πίστη χωρίς να καταργείται, όπως ακριβώς ο νόμος υπερβαίνεται από την χάρη δίχως να περιφρονείται. Η σκέψη του εκκλησιαστικού ανθρώπου δεν είναι ορθολογιστική αλλά ορθολογική: γνωρίζει και με τον λόγο, τον ορθό λόγο, την απλή λογική του «δύο και δύο κάνουν τέσσερα», αλλά ποτέ δεν βαυκαλίζεται με την μωρία και την αλαζονεία του δοκησίσοφου που φαντάζεται πώς τάχα η ζωή εγκλωβίζεται στους τέσσερις τοίχους του λογιστικού μας. Γνωρίζουμε και με τον λόγο, αλλά ποτέ μόνο με τον λόγο, αποκλειστικά με τον ορθό λόγο.

Η λογική είναι ενδεικτική και όχι εξαντλητική μέθοδος γνώσης. Ο αποφατισμός, δηλαδή η γνωσιολογική επιφυλακτικότητα, είναι συστατικό στοιχείο της αντισυμβατικής εκκλησιαστικότητας, η οποία δεν εξαγιάζει το παράλογο, αλλά καθιερώνει το παράδοξο και το αντινομικό στοιχείο μέσα στο ήθος και στην γνώση μας. Το τριαδικό δόγμα της συνύπαρξης μονάδας και τριάδας στον Θεό, το χριστολογικό δόγμα της συνάφειας θεότητας και ανθρωπότητας στον Θεάνθρωπο Χριστό και άλλα θεμελιώδη άρθρα της χριστιανικής πίστης, όπως η συνύφανση παρθενίας και μητρότητας στην Θεοτόκο, θείας χάριτος και ελεύθερης βούλησης στην σωτηρία του ανθρώπου κ.ά. καταδεικνύουν την υπέρβαση του λόγου χωρίς την κατάργησή του.

Από μιαν ορισμένη άποψη, η αντισυμβατική εκκλησιαστικότητα θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί «παράνομη» και «παράδοξη», εάν βεβαίως οι λέξεις δεν είχαν αχρειωθεί και ευτελισθεί σε τέτοιο βαθμό, που να γεννούν πολύ περισσότερες παρεξηγήσεις από τις όποιες επεξηγήσεις μπορεί να παρέχουν. Σε κάθε περίπτωση η αντισυμβατικότητα ενέχει μέσα της παραβατικότητα. Η εκκλησιαστικότητα λειτουργεί παραβατικά όταν θεμελιώνεται πάνω στην αντισυμβατικότητα, δηλαδή απεμπολεί τον φόβο και στηρίζεται στην αγάπη, οπότε πλέον παύει να ‘ναι μονοσήμαντα και μονοδιάστατα νομική και λογική σχέση Θεού – ανθρώπου, για να αποβεί αγαπητική και προσωπική, βιωματική και υπαρξιακή.

Αντί για την ανάγκη, είναι η ελευθερία που καθορίζει τις επιλογές του εκκλησιαστικού ανθρώπου. Αντί για τον φόβο, είναι η αγάπη που οιστρηλατεί τον αντισυμβατικό πιστό. Η αγαπητική ελευθερία και η απελευθερωτική αγάπη είναι οι δύο όψεις του νομίσματος που λέγεται εκκλησιαστικός άνθρωπος με την αντισυμβατική σημασία του όρου.

Κάτι τέτοιο ακριβώς ενσαρκώνεται στην διά Χριστόν σαλότητα: πρόκειται για την παραβατικότητα στο όνομα της εκκλησιαστικότητας. Η υπέρβαση του νόμου και του λόγου, της σύμβασης και της συνήθειας, του φόβου και της ανάγκης, είναι που συνεπιφέρει την συγκρότηση ενός ήθους παράνομου και ενός λόγου παράδοξου, όπου «ένα και ένα δεν κάνουν δύο», για τον απλούστατο λόγο ότι για μια μάνα τα δυο παιδιά της δεν «κάνουν» το νούμερο «δύο», αλλά σημαίνουν όλο το σύμπαν. Η μάνα δεν απαρνείται κανένα από τα δύο ή περισσότερα παιδιά της, για κανένα λόγο στον κόσμο, κι είναι έτοιμη για χάρη τους να παραβεί κάθε νόμο, θείο ή ανθρώπινο. Η μητρική συμπεριφορά είναι παράνομη και παράδοξη, επειδή είναι αντισυμβατική, προσωπική, υπαρξιακή, βιωματική, γεμάτη από αγάπη και ελευθερία.

Το ίδιο συμβαίνει με την αντισυμβατική εκκλησιαστικότητα που αναφέρεται στην σχέση του ανθρώπου με τον Θεό Πατέρα διαμέσου της Μητέρας Εκκλησίας: η χάρη υπερβαίνει τον νόμο, η αγάπη νικά τον φόβο, η πίστη παρακάμπτει τον λόγο. Όταν η αγάπη είναι το παν στην ζωή μας, τότε το σύμπαν δεν μετρά πια, γι’ αυτό το ευαγγελικό λόγιο θέλει να χάσουμε τον κόσμο όλο για να κερδίσουμε την ψυχή μας, εννοώντας το δίλημμα «το παν ή το σύμπαν;», δηλαδή «η αγάπη ή όλα τα άλλα;».

Όλα αυτά όμως είναι λόγια, ίσως ωραία λόγια, μα λόγια και μόνο λόγια!… Πού είναι η πράξη, η ζωή, το βίωμα, η εμπειρία; Δικαίως λοιπόν απορείτε και εξανίστασθε. Μόνο που χρειάζεται να στρέψετε το απαιτητικό βλέμμα σας στους διά Χριστόν σαλούς, για να διαπιστώσετε με τα ίδια τα μάτια σας του Λόγου το αληθές. Η σαλότητα ως αντισυμβατική εκκλησιαστικότητα ενσαρκώνεται ακόμα και στους μοντέρνους καιρούς μας όχι σε κάποιαν απόμακρη έρημο, ούτε σε κανένα «υπερουράνιον τόπον», αλλά μέσα σε πολύβουα αστικά κέντρα στην καρδιά της Ευρώπης, τόσο της Ανατολικής Ευρώπης, με επίκεντρο την τέως «Αγία Ρωσία», όσο και της Δυτικής Ευρώπης, με έδρα το θεωρούμενο «αμαρτωλό» Παρίσι της λεγόμενης «μπελ επόκ» του μεσοπολέμου, όπου πρωταγωνιστεί η μαρτυρική παραβατικότητα της Μητέρας Μαρίας Σκομπτσόβα. Η κατά κόσμον Ελισάβετ Πιλένκο (Μητέρα Μαρία Σκομπτσόβα) γεννήθηκε στις 8 Δεκεμβρίου 1891 στην Ρίγα της Λετονίας. Οι γονείς της ανήκαν στην αριστοκρατία της Ουκρανίας και ο πατέρας της λειτούργησε σε μια πρότυπη οινοπαραγωγική επιχείρηση στην Ανάπα, στην ακτή της Μαύρης Θάλασσας, όπου ανατράφηκε η κόρη του Λίζα. Με τον πρόωρο θάνατο του πατέρα της στα 14 της χρόνια μετακινήθηκε οικογενειακώς στην Αγία Πετρούπολη.

Εκεί φάνηκε το ποιητικό ταλέντο της, που εκτιμήθηκε από τους πρωτοποριακούς λογοτεχνικούς κύκλους, ιδίως τον ποιητή Αλέξανδρο Μπλοκ. Στα 18 της παντρεύτηκε τον διανοούμενο δικηγόρο και δραστήριο στέλεχος του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος Δημήτρη Κουζμίν-Καραβάγιεφ, με τον οποίο ταξίδευσε πολύ στο εξωτερικό. Σε τρεις τομείς ανέπτυξε τα ενδιαφέροντα της η νεαρή Λίζα: στην ποίηση, στην πολιτική και στην πίστη.

Εκτός από τις λογοτεχνικές επιδόσεις της αναμείχθηκε έντονα στην πολιτική και ιδεολογική ζύμωση της καμπής από τα τέλη του 19ου σης αρχές του 20ού αι. με επίκεντρο την Πετρούπολη. Ήταν οπαδός του «ρωσικού σοσιαλισμού», όπως έλεγε χαρακτηριστικά ο Ντοστογιέφσκι, δηλαδή όχι του άθεου σοσιαλισμού της Δύσης, αλλά του ένθεου σοσιαλισμού της Ανατολής, των ταπεινών και καταφρονεμένων, του απλού και πιστού λαού του Θεού που πεινά και διψά για το δίκιο του ανθρώπου.

Αυτό ήταν που την επανασυνέδεσε ουσιαστικά και συνειδησιακά πια (όχι τυπικά και συμβατικά εξαιτίας της καταγωγής της) με την Ορθοδοξία. Η νεαρή και ανήσυχη ποιήτρια και πολιτικοποιημένη σοσιαλδημοκράτισσα Λίζα ήταν η πρώτη γυναίκα ακροατρια της Θεολογικής Ακαδημίας της Αγίας Πετρουπόλεως στις αρχές του αιώνα μας, αφού το φύλο της και η κοινωνία της απαγόρευαν την εγγραφή της ως κανονικής φοιτήτριας σε θεολογικό εκπαιδευτήριο σε κείνους τους καιρούς. Πώς όμως έφθασε να γίνει μοναχή μια τέτοια επαναστατική φύση θα το δούμε αμέσως στην συνέχεια, ακολουθώντας το μαίανδρο της περιπετειώδους ζωής της.

Η Οκτωβριανή Επανάσταση την βρίσκει δραστήριο μέλος του σοσιαλιστικού επαναστατικού κόμματος, μιας συσπείρωσης διανοουμένων που πίστευαν στο συνδυασμό ρωσικών παραδοσιακών αξιών («εδαφισμός» ή «λαϊκισμός») και ευρωπαϊκών προοδευτικών αρχών (σοσιαλισμός). Αυτή η τοποθέτηση της ήταν που την απομάκρυνε από τους μπολσεβίκους του Λένιν έγκαιρα, βοηθώντας την να μείνει επαναστάτρια χωρίς να ανήκει στον μαρξισμό.

Έμπρακτα διαδηλώνει την πολιτικοποίηση της αφήνοντας την αστική Πετρούπολη και επιστρέφοντας για μόνιμη επανεγκατάσταση στην αγροτική πατρίδα της, την Ανάπα της Μαύρης Θάλασσας, όπου εκλέγεται δήμαρχος. Ο πόλεμος σοβιετικών και αντεπαναστατών μαίνεται, η πόλη καταλαμβάνεται τον Αύγουστο του 1918 από τους τσαρικούς και η Λίζα δικάζεται από το στρατοδικείο για δήθεν συνεργασία με τους σοβιετικούς αντιμετωπίζοντας την θανατική καταδίκη. Ευτυχώς λήγει αυτή η ταλαιπωρία με ελαφρά ποινή και μια προσωπική περιπέτεια: ένας από τους στρατοδίκες της, ο αξιωματικός Δανιήλ Σκομπτσόφ, κάνει πρόταση γάμου στην χήρα Λίζα.

Μόλις παντρεύονται, εκπατρίζονται εξαιτίας του εμφυλίου πολέμου που μαίνεται στην Ρωσία. Με την ήττα του Λευκού Στρατού εκκενώνεται η Κριμαία, η Λίζα ταξιδεύει με το τελευταίο πλοίο που φεύγει για την Τιφλίδα μαζί με την μητέρα της και την κόρη της από τον πρώτο γάμο της. Εκεί γεννιέται ο γιος της Γιούρι κι ένα χρόνο αργότερα αποκτά μια κόρη, την Αναστασία, που βλέπει το φως στην Κωνσταντινούπολη, όπου διαμένουν μέχρι το 1922, χρονιά της οριστικής μετοικεσίας τους στο Παρίσι οικογενειακώς.

Η δυτικοευρωπαϊκή εξορία σήμανε μια καμπή στην ζωή της Λίζας. Οι προσωπικοί δεσμοί της με τον Δανιήλ χαλάρωσαν σε βαθμό διάστασης που οδήγησε στην διάζευξη, χωρίς να επισκιάσει την φιλική τους σχέση. Η δραστηριότητά της αναλώθηκε αρχικά στην Κίνηση των Ρώσων Χριστιανών Σπουδαστών, μια νεανική ορθόδοξη πρωτοβουλία με προοδευτικές ιδέες και εκκλησιαστικό φρόνημα. Οι δυο συνοδοιπόροι της ηρωίδας μας ήταν ο Μπουλγκάκοφ και ο Μπερντιάεφ.

Ο πρώην καθηγητής της πολιτικής οικονομίας και νυν ιερέας και καθηγητής του Ορθόδοξου Θεολογικού Ινστιτούτου του Αγίου Σεργίου στο Παρίσι π. Σέργιος Μπουλγκάκοφ ήταν ο πνευματικός πατέρας της, που καθοδήγησε την μοναστική της κλήση, τον Μάρτιο του 1932, όταν εκάρη μοναχή και έλαβε το όνομα Μαρία. Ο πασίγνωστος φιλόσοφος Νικόλαος Μπερντιάεφ υπήρξε ο μέντοράς της, που αρνείτο να πηγαίνει σε συμβατικούς θεολογικούς χώρους και θεωρούσε ως τον μόνο οικείο για την φιλοσοφία του χώρο το σπίτι τής κατά κόσμον Ελισάβετ και νυν αδελφής Μαρίας. Εκεί γίνονταν οι συναντήσεις του φιλοσοφικού κύκλου του Μπερντιάεφ, λειτούργησε η θρησκειοφιλοσοφική του ακαδημία και συνέδραμε δραστήρια στην Ορθόδοξη Νεανική Κίνηση των φιλελευθέρων ρωσικών κύκλων του Παρισιού, εκδίδοντας την περιοδική έκδοση Νόβι Γκρατ.

Όπως σημειώνει η βιογράφος της, «η μοναχή Μαρία ανακάλυψε εκ νέου τον εσχατολογικό δυναμισμό του αρχέγονου χριστιανισμού χάρη στην επιρροή του πατρός Λεβ Ζιλέ και οραματίσθηκε έναν μοναχισμό δημιουργικά ανανεωμένο για να ανταποκριθεί στα σημεία των καιρών, έναν μοναχισμό που δεν θα αυτοαποκλειόταν στην έρημο ή στους τέσσερις τοίχους, αλλά θα επιβίωνε μέσα στον κόσμο». Με αυτό το σκεπτικό η αδελφή Μαρία ίδρυσε έναν ξενώνα για απόρους, αστέγους, εγκαταλειμμένα άτομα, αλκοολικούς, πρώην τροφίμους ψυχιατρείου σε κατάσταση αποθεραπείας και άλλες περιθωριακές μορφές της κοινωνίας μας. Μια ιδιότυπη Βασιλειάδα στο Παρίσι του μεσοπολέμου, στην καρδιά της μπελ επόκ: αυτό υπήρξε το ίδρυμα που υπηρετούσε καθημερινά με τα χέρια της η πολιτικοποιημένη ποιήτρια μοναχή Μαρία, που έχασε από την ζωή δύο συζύγους και τρία παιδιά της με τρόπο τραγικό.

Με την κατοχή της δεύτερης πατρίδας της, της Γαλλίας, από τον γερμανικό ναζισμό εντάθηκε η κοινωνική δράση της και επεκτάθηκε συνειδητά πια στους Ρωσοεβραίους πρόσφυγες, ιδίως μάλιστα τον Ηλία Φουνταμίνσκι. Στο ίδρυμα της εξέδιδε πλαστά πιστοποιητικά βαπτίσεως για την κάλυψη των διωκομένων αλλοθρήσκων συμπατριωτών της, Ρώσων ή Γάλλων Εβραίων, και συνέδραμε στην απόδρασή τους για την ελεύθερη ζώνη. Η μοίρα της βέβαια είχε προδιαγραφεί με μια τέτοια ριψοκίνδυνη επιλογή.

Η Γκεστάπο συλλαμβάνει τον γιο της Γιούρι, εικοσάχρονο φοιτητή, έναν ορθόδοξο ιερέα και τον επικεφαλής της Ορθόδοξης Νεανικής Κίνησης. Σε αντάλλαγμα για την απελευθέρωση τους απαιτεί από την αδελφή Μαρία να παραδοθεί η ίδια και να παραδώσει στοιχεία για τους Εβραίους που περιέθαλπε. Εκείνη δέχθηκε το πρώτο, αλλά αρνήθηκε το τελευταίο. Το αποτέλεσμα ήταν να εκτοπισθούν όλοι, οι άνδρες στο Μπούχεβαλντ και εκείνη στο Ράβενσμπρουκ. Ο μόνος που επέζησε ήταν ο επικεφαλής της Κίνησης. Οι άλλοι τρεις θανατώθηκαν μαρτυρικά.

Πληροφορίες για τη δράση της μοναχής Μαρίας μέσα στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως δίνονται από την συγκροτούμενή της ανιψιά του στρατηγού Ντε Γκολ και στενή προσωπική της φίλη. Αμείωτη συνέχισε την δραστηριότητά της παρά τις μύριες δυσχέρειες και την σωματική της εκμηδένιση εξαιτίας της δυσεντερίας. Ο θάνατός της ήρθε ηρωικά και μαρτυρικά, λίγα εικοσιτετράωρα πριν την άφιξη των συμμαχικών στρατευμάτων στο στρατόπεδο.

Εξαιτίας της αρρώστιας της απομονώθηκε στην πτέρυγα του στρατοπέδου όπου εγκατέλειπαν τους ασθενείς κρατουμένους αφήνοντάς τους να πεθάνουν από την πείνα και την εξάντληση. Σύμφωνα με μια πληροφορία, η μοναχή Μαρία αναφέρθηκε στον κατάλογο των εκτελεσμένων σε θάλαμο αερίων της 31ης Μαρτίου 1945. Αξιόπιστοι μάρτυρες κατέθεσαν ότι πήρε οικειοθελώς την θέση μιας νεαρής Πολωνίδας συγκροτούμενης της που επρόκειτο να θανατωθεί.

Η τραγική ειρωνεία είναι ότι λίγες ημέρες αργότερα τα ρωσικά στρατεύματα άνοιξαν το στρατόπεδο. Μόνο που η αδελφή Μαρία δεν έμελλε να δει ούτε την ελευθερία ούτε τους συμπατριώτες ελευθερωτές. Της χαρίσθηκε όμως μια άλλη συνάντηση: με τον Κύριο της ζωής, τον εκ νεκρών Αναστάντα, που την εμψύχωνε μιαν ολάκερη ζωή εις τους αιώνας των αιώνων.

Όταν βοούν τα γεγονότα, σιωπούν οι άνθρωποι. Δεν χρειάζεται να σχολιάσουμε την δράση της, από φόβο μήπως εκτραπούμε σε φλυαρία. Να σημειώσουμε μόνο θέλουμε, ή μάλλον να υπογραμμίσουμε. Όσοι ζουν, αυτοί δρουν. Πίσω από τη δράση λανθάνει η ζωή, που δεν χωρίζεται ούτε από την σκέψη ούτε από την αίσθηση. Ποίηση, πολιτική και πίστη ήταν το τρίπτυχο της μαρτυρικής μοναχής Μαρίας.

Σαν την συνονόματη της Αιγύπτια αγία, βίωσε την αιώρηση ανάμεσα στην αμαρτία και στην σωτηρία που ορίζεται από την μετάνοια. Τους ηθικιστές, ευσεβιστές και ζηλωτές σκανδαλίζει ο βίος και η πολιτεία της αδελφής Μαρίας. Η ιδιωτική ζωή της με γάμους και διαζύγια και η δημόσια ζωή της με την πολιτικοποίηση της αναιρούν τον συμβατικό θρησκευτικό κόσμο. Επιβεβαιώνουν όμως την ριζοσπαστικότητα μιας παράδοσης που βιώθηκε στα 55 χρόνια της ζωής της.


ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΡΩΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΩΝ

Ι. Θάνατος: «Θρησκεία και θάνατος»: άρθρο στο ψυχαναλυτικό περιοδικό Εκ των υστέρων, τ. 7 (Ιούνιος 2002), σ. 69-76, αναδημοσιευμένο στον συλλογικό τόμο Θάνατος και εσχατολογικά οράματα. Θρησκειολογικές προοπτικές, επιμ. Φώτης Τερζάκης, Εκδ. Αρχέτυπο, Θεσσαλονίκη 2003, σ. 404-414.

II. Πόνος: «Ηθική του πόνου»: άρθρο στο λογοτεχνικό περιοδικό Ομπρέλα, τ. 46 (Σεπτέμβριος-Νοέμβριος 1999), σ. 68-69.

III. Βία: «Βία και θρησκεία»: επιφυλλίδα στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία, φ. 5ης Οκτωβρίου 2001.

IV. Σώμα: Εισήγηση με τίτλο «Άνθρωπος: Η ψυχή του σώματος του» στο πλαίσιο των Μεταπτυχιακών Μαθημάτων της Α’ Ψυχιατρικής Κλινικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (28/2/2003). Δημοσιεύθηκε στο Εντός, εκτός και επί της Ψυχιατρικής, 2003, 3, 131-143 (University Studio Press, Θεσσαλονίκη).

V. Θεραπεία: ανέκδοτη εισήγηση με τίτλο «Η θεραπευτική σχέση της Εκκλησίας με τον σύγχρονο άνθρωπο», στο 4ο Συμπόσιο «Ψυχιατρική και σπουδές του ανθρώπου. Η αμοιβαία συμβολή», στην Κοζάνη, Θεραπευτήριο Ν. Σπινάρη, την 21η Σεπτεμβρίου 2002.

VI. Σχέση: «Σχέση και σχάση. Δοκίμιο προσωπικής μεταφυσικής»: άρθρο στο περιοδικό Διαβάζω, τ. 366 (Σεπτέμβριος 1996), σ. 73-76.

VII. Αγιότητα: «Αναζητώντας την ταυτότητα της αγιότητας στην σαλότητα»: άρθρο στον συλλογικό τόμο Αγιότητα. Ένα λησμονημένο όραμα, Εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2001, σ. 69-76.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1 L Feuerbach, Das Wesen der Religion, Leipzig 1923, 37. Πρ6λ. Μ Μπέγζος, Φαινομενολογία της θρησκείας, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1995, 287-323

2 Μ. Ελιάντε, Κόσμος και ιστορία, Αθήνα 1999· Μ. Μπέγζος, Φαινομενολογία της Θρησκείας, Αθήνα 1995

3 U Bianchi, The Notion of «Religion» in Com parative Research, Roma 1994· C Elsas, Religion, Munchen 1975- Ε Feil, Religio, Gottingen 1986· W. Kerber, Der Begriff der Religion, Munchen 1993

4 Ο Cullmann, Christus und die Zeit, Zurich 1946 (ελλ. μτφ. Χριστός και χρόνος, Αθήνα 1980)· Μ. Eliade, Le Mythe de Yeternel retour, Paris 1949 (ελλ μτφ Κόσμος και ιστορία, Αθήνα 1999), Le Sacre et le profane, Paris 1965· G Florovsky, Έργα, τόμ. Γ’, Θεσσαλονίκη 1983

5 Ν Καρούζος, Πεζά κείμενα, Αθήνα 1998, 49

6 Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000, λήμμα «Θυσία» (Στρατή Ψάλτου)

7 La Violence et le sacre, Paris 1972, ελλ μτφ Κ. Παπαγιώργης, Το εξιλαστήριο θύμα. Η βία και το ιερό, Εξάντας, Αθήνα 1991

8 La Route ancienne des hommes perverts, Paris 1985, ελλ μτφ Λ Θεοδωρακόπουλος, Η αρχαία οδός των ασεβών, Εξάντας, Αθήνα 1991

9 Κεκρνμμένα από καταβολής, ελλ μτφ Κ Γκότσης, Εκδ. Γ. Α. Κουρής, Αθήνα 1994

10 Το εξιλαστήριο θύμα, 30

11 στο ίδιο, 39

12 ό.π., 220-222 (λήμμα Φώτη Τερζάκη)

13 Φ. Τερζάκης, Μελέτες για το ιερό, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1997

14 Ρ. Σβαρτς, Βία και μονοθεϊσμός, Φιλίστωρ, Αθήνα 2000

15 στο ίδιο, 12

16 Σ. Ροζάνης, Θείος Έρως, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1999

17 Χ. Νάσιος, Ο μυστικισμός του δυτικού Χριστιανισμού, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000

18 Φ. Τερζάκης, Ανορθολογισμός, φονταμενταλισμός και θρησκευτική αναβίωση, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1998

19 «Αρχαιοελληνικές και ιουδαιοχριστιανικές θεωρήσεις του ψυχοσωματικού δυαλισμού / ολισμού», στο Μ Μπέγζος, Ψυχολογία της θρησκείας. Οι ανθρωπολογικές συνέπειες της χριστιανικής θεολογίας, πρόλογος Μ Μαρκίδης, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1996, 41-63

20 παραπέμπουμε στις πηγαίες μαρτυρίες των έργων του Descartes Discours de la methode και Meditationes de prima philosophia, με παράλληλη παραπομπή στα Άπαντα του Ντεκάρτ στην κλασική έκδοση των Ch Adam & Ρ Tannery, Oeuvres completes, Paris 1897-1913, 13 τόμοι (επανέκδ. Vrin, Paris 1956-1966, 14 τόμοι)

21 Discours IV

22 Ε Gilson, Etudes sur le role de la pensee medievale dans la formation du systeme cartesien, Paris 1930· Η Gouhier, La Pensee metaphysique de Descartes, Paris 1962

23 Meditatio IV = Oeuvres VII, 86

24 Meditatio V = Oeuvres VII, 65

25 βλ. την εξομολογητική αυτοβιογράφηση του Ντεκάρτ σχετικά με την ανακάλυψη του Εγώ στο Discours II και IV

26 Meditatioll = Oeuvres VII, 24-25

27 Meditatio II = Oeuvres VII, 27

28 Meditatio III = Oeuvres VII, 34

29 Meditatio VI = Oeuvres VII, 78

30 Meditatio II = Oeuvres VII, 25

31 Meditatio II = Oeuvres VII, 26

32 Meditatio VI = Oeuvres VII, 85

33 Meditatio VI = Oeuvres VII, 88

34 Meditatio VI = Oeuvres VII, 85

35 Meditatio III = Oeuvres VII, 44, και Meditatio IV = Oeuvres VII, 53

36 Meditatio IV = Oeuvres VII, 53

37 Meditatio II = Oeuvres VII, 26

38 Meditatio Vl = Oeuvres VII, 71, 74, 80

39 Meditatio VI = Oeuvres VII, 79

40 Ε Husserl, Cartesianische Meditationen,Hamburg 1977 (επανέκδ.)

41 Μ Heidegger, Sein und Zeit, Tubingen 1927

42 C F von Weizsacker, Zum Weltbild der Physik, Stuttgart 1976 (1958), 175

43 R Garaudy, Appel aux vivants, Paris 1979, 49: «insularite cartesienne» («καρτεσιανός απομονωτισμός/επαρχιωτισμός»)

44 V von Weizsacker, Der Gestaltkreis, Frankfurt 1973 (Leipzig 1940)

45 Th von Uexkiill, Grundfragen der psychosoma- tischen Medizin, Reinbeck-Hamburg 1963 (1976)

46 C F von Weizsacker, Der Garten des Men- schlichen, Munchen 1977 (1978), 404-405

47 για περισσότερα, βλ. Μ Μπέγζος, Ανατολική ηθική και δυτική τεχνική, Γρηγόρης, Αθήνα 1992, και του ιδίου, Φιλοσοφική ανθρωπολογία της θρησκείας, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1994

48 Μ Μπέγζος, Νεοελληνική φιλοσοφία της θρησκείας, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1998, 79-126

49 Αισχύλος, Αγαμέμνων, 177

50 Διονύσιος Αρεοπαγίτης, PG 3, 648Β

51 Ισαάκ ο Σύρος, Ασκητικά, κεφ. ΠΑ’, 310

52 Μ Μπέγζος, Ψυχολογία της θρησκείας, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1996

53 Ασμα Ασμάτων, 8, 6

54 Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας, κεφ. IV & VI

55 Ισαάκ ο Σύρος, Ασκητικά, κεφ. ΑΗ’

56 Δαιμονισμένοι, Γ VII, 3


Πηγή: http://www.phys.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/religions/marios_mpegzos_psychology_of_religion.htm





Τὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως σὲ πολλὲς γλῶσσες (The Symbol of Faith – Creed in many languages)

11 07 2009

Σημείωσις: Σὲ ὁρισμένες γλωσσικὲς ἀποδόσεις ἔχει συμπεριληφθεῖ γιὰ λόγους μόνον γραμματολογικοὺς ἡ φραγκικὴ αἱρετικὴ προσθήκη «καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ». 


 

Albanian

Besonj në një Perëndi, Atë të tërëpushtetshëm, krijues të qiellit e të dheut e të gjithë të dukaravet e të padukuravet.

Dhe në një Zot, Jisu Krishtin, Birin e Perëndisë, të vetemlindurin, që leu prej Atit para gjithë jetëvet. Dritë prej Dritje, Perëndì të vertetë prej Perëndije të vërtetë, të lerë, jo të bërë, të njëqënëshëm me Atin, me anën e të cilit u bënë të gjitha. Që për ne njerëzit e për shpëtimin tonë zbriti prej qielvet dhe mori kurm prej Shpiritit të Shejtë edhe Virgjërës Mari e u bë njerì. Dhe u kryqëzua për ne nën Ponc Pillatin dhe pësoi dhe u varrëzua. Dhe u ngjall të tretën ditë sipas Shkronjavet. Dhe u hyp në qiell dhe rri në të djathtën e Atit. Dhe do të vinjë përsëri me lavdi të gjykonjë të gjallët e të vdekurit, rregjëria e të cilit nuk do të ketë mbarim.

Dhe në Shpirtin e Shejtë, Zot e jetëbërës, që buron prej Atit, që adhurohet e lavdërohet bashkë me Atin e me Birin, që foli me anën e Profitëvet.

Në një Kishë të shejtë, katholike dhe apostolike. Rrëfenj një pagëzim për ndjesën e mëkatevet. Pres ngjalljen e të vdekurvet. Dhe gjellën e jetës s’ardhshme. Amìn.


Basque

Sinisten dot Jaungoiko bat bakarra, Aita guztiz altsu, zeru-lurren Egille, agiri diran eta ez diran guztiena.

Sinisten dot Jaun bat bakarra, Jesukristo, Jainkoaren Seme bakar, mende guztiak baino len Aitagandik sortua, Jainkoagandik Jainko, argitik argi, egiazko Jainkoagandik egiazko Jainko; sortua, ez egina; Aitaren izate berekoa, Aren bidez dira eginak gauza guztiak; gu gizonokaitik eta gu salbatzeko jatsi zan zerutik eta Espiritu Santuaren egitez, Maria Birjinagandik gorputz-arturik, gizon egin zan, Pontzio Pilatoren menpean gugaitik gurutzeratua izan zan, oinazetan illa eta obiratua; irugarren egunean biztu zan, liburu santuak esan ebenez; zerura igo eta Aitaren eskui-aldean jarririk dago; aintzaz etorriko da barriz, biziak eta illak epaitzera eta Aren Erregetzak ez dau azkenik izango.

Sinisten dot Espiritu Santua, Jaun eta bizi-emoillea, Aitagandik eta Semeagandik dana, Aitarekin eta Semearekin batean agur eta gorespen ber-bera artzen dauana eta Profeten agoz itz egin ebana.

Sinisten dot Eliza, bat, santu, katoliku ta apostoluena; autortzen dot bateo bakarra, pekatuak parkatzeko; itxaroten dot illen biztuera eta datorren munduko bizitza. Amen.


Belarussian

Веру ў адзінага Бога, Айца ўсемагутнага, Творцу неба і зямлі, усяго бачнага і нябачнага.

І ў адзінага Госпада Ісуса Хрыста, Сына Божага адзінароднага, які з Айца народжаны перад усімі вякамі, Бога ад Бога, Сьвятло ад Сьвятла, Бога сапраўднага ад Бога сапраўднага, народжанага, а не створанага, адзінасутнага Айцу, празь яго ўсё сталася. Ён дзеля нас людзей і дзеля нашага збаўленьня зыйшоў зь неба. І прыняў цела за справай Духа Сьвятога зь Дзевы Марыі і стаў Чалавекам; укрыжаваны за нас пры Понцкім Пілаце, цярпеў і быў пахаваны, на трэці дзень уваскрос паводле Пісаньня, узыйшоў на неба, сядзіць праваруч Айца, зноў прыйдзе ў хвале судзіць жывых і памерлых, а Валадарству Яго ня будзе канца.

Веру у Духа Сьвятога, Госпада жыватворчага, які ад Айца і Сына паходзіць, якому разам з Айцом і Сынам таксама належыць пакланеньне і хвала, які прамаўляў праз прарокаў.

Веру у адзіную сьвятую каталіцкую і апостальскую Царкву. Прызнаю адзіны хрост для адпушчэньня грахоў і чакаю ўваскрасеньня памерлых і жыцьця ў будучым сьвеце. Амэн.


Bulgarian

Вярвам в един Бог Отец, Вседържител, Творец на небето и земята, на всичко видимо и невидимо.

И в един Господ Иисус Христос, Сина Божий, Единородния, Който e роден от Отца преди всички векове: Светлина от Светлина, Бог истинен от Бог истинен, роден, несътворен, единосъщен с Отца и чрез Когото всичко e станало; Който заради нас, човеците, и заради нашето спасение слезе от небесата и се въплъти от Дух Светий и Дева Мария, и стана човек; и бе разпнат за нас при Понтия Пилата, и страда, и бе погребан; и възкръсна в третия ден, според Писанията; и се възнесе на небесата, и седи отдясно на Отца; и пак ше дойде със слава да съди живи и мъртви и царството Му не ше има край.

И в Духа Светаго, Господа, Животворящия, Който от Отца и Сина изхожда, Комуто се покланяме и Го славим наравно с Отца и Сина, и Който e говорил чрез пророците.

В една света вселенска и апостолска Църква. Изповядам едно кръщение за опрощаване на греховете. Чакам въскресение на мъртвите и живот в бъдещия век! Амин!


Catalan

Crec en un sol Déu, Pare totpoderós, creador del cel i de la terra, de totes les coses visibles i invisibles.

I en un sol Senyor, Jesucrist, Fill Unigènit de Déu, nascut del Pare abans de tots els segles. Déu nat de Déu, Llum resplendor de la Llum, Déu veritable nascut del Déu veritable, engendrat, no pas creat, de la mateixa naturalesa del Pare: per ell tota cosa fou creada. El qual per nosaltres, els homes, i per la nostra salvació davallá del cel. I, per obra de I’Esperit Sant, s’encarnà de la Verge Maria, i es féu home. Crucificat després per nosaltres sota el poder de Ponç Pilat; patí i fou sepultat, i ressuscità el tercer dia, com deien ja les Escriptures, i se’n pujà al cel, on seu a la dreta del Pare. I tornarà gloriós a judicar els vius i els morts, i el seu regnat no tindrà fi.

Crec en l’Esperit Sant, que és Senyor i infon la vida, que procedeix del Pare i del Fill. I juntament amb el Pare i el Fill és adorat i glorificat; que parlà per boca dels profetes.

I en una sola Església, santa, catòlica i apostòlica. Professo que hi ha un sol baptisme per perdonar el pecat. I espero la resurreccíó dels morts, i la vida de la glória. Amén.


Chinese (尼西亞信經)

信獨一上帝,全能的父,創造天地和有形無形萬物的主。

信獨一主耶穌基督,上帝的獨生子,在萬世以前為父所生,
出于神而為神,出于光而為光,出于真神而為真神,受生
而非被造,與父一體,萬物都是借著瓷造的;
為要拯救我們世人,從天降臨,因著聖靈,並從童女馬利
亞成肉身,而為人;
在本丟彼拉多手下,為我們釘于十字架上,受難,埋葬;
照聖經第三天復活;
並升天,坐在父的右邊;
將來必有榮耀再降臨,審判活人死人;瓷的國度永無窮盡;

信聖靈,賜生命的主,從父(和子)出來,與父子同受敬拜,
同受尊榮,瓷曾借眾先知說話。

信獨一神聖大公使徒的教會;
我認使罪得赦的獨一洗禮;
我望死人復活;
並來世生命。


Croatian

Verujem u jednoga Boga. Oca svemogućega, stvoritelja neba i zemlje, svega vidljivoga i nevidljivoga.

I u jednog Gospodina Isusa Krista, jedinorođenoga Sina Božjega. Rođenog od Oca prije svih vjekova. Boga od Boga, svjetlo od svjetla, pravoga Boga od pravoga Boga. Rođena, ne stvorena, istobitna s Ocem, po kome je sve stvoreno. Koji je radi nas Ijudi i radi našega spasenja sišao s -nebesa. I utjelovio se po Duhu Svetom od Marije Djevice: i postao čovjekom. Raspet također za nas: pod Poncijem Pilatom mučen i pokopan. I uskrsnuo treći dan, po Svetom pismu. I uzašao na nebo: sjedi s desne Ocu. I opet će doći suditi žive i mrtve, i njegovu kraljevstvu neće biti kraja.

I u Duha Svetoga, Gospodina i životvorca; koji izlazi od Oca i Sina. Koji se s Ocem i Sinom skupa časti i zajedno slavi; koji je govorio po prorocima.

I u jednu svetu katoličku i apostolsku Crkvu. Ispovijedam jedno krštenje za oproštenje grijeha. I iščekujem uskrsnuće mrtvih. I život budućega vijeka. Amen.


Czech

Věřím v jednoho Boha, Otce všemohoucího, Stvořitele nebe i země, všech bytostí viditelných a neviditelných.

I v jednoho Pána Ježíše Krista, Syna Božího jednorozeného. A zrozeného z Otce před všemi věky. Boha z Boha, Světlo ze Světla, Boha pravého z Boha pravého. Zplozeného, nestvořeného, téže podstaty s Otcem, skrze něhož všecko učiněno jest. Jenž pro nás lidi a pro naši spásu sestoupil s nebes. A vtělil se duchem svatým z Marie Panny; a člověkem se stal. Ukřižován také za nás pod Pontským Pilátem, trpěl a pohřben byl. A vstal z mrtvých třetího dne podle Písem. A vstoupil do nebe; sedí na pravici Otcově. A zase přijde se slávou soudit živých i mrtvých, jehož království nebude konce.

I Ducha svatého, Pana a Oživovatele, jenž z Otce i Syna vychází. Jenž z Otcem i Synem zároveň jest uctíván a oslavován, jenž mluvil skrze proroky.

A jednu, svatou, obecnou a apoštolskou Církev. Vyznávám jeden křest na odpuštění hříchů. A očekávám vzkříšení mrtvých. A život příštího věku. Amen.


Danish

Jeg tror på én Gud, den almægtige Fader, himmelens og jordens, alt det synliges og usynliges skaber.

Og på én Herre, Jesus Kristus, Guds enbårne Søn, som er født af Faderen før alle tider, Gud af Gud, lys af lys, sand Gud af sand Gud, født, ikke skabt, af samme væsen som Faderen, ved hvem alt er skabt, som for os mennesker og for vor frelse steg ned fra himlene og blev kød ved Helligånden af Jomfru Maria og blev menneske, som også blev korsfæstet for os under Pontius Pilatus, blev pint og begravet og opstod på tredje dagen ifølge skrifterne og opfor til himmels, sidder ved Faderens højre hånd og skal komme igen i herlighed for at dømme levende og døde, og der skal ikke være ende på hans rige.

Og på Helligånden, som er Herre, og som levendegør, som udgår fra Faderen og fra Sønnen, som tilbedes og æres tillige med Faderen og Sønnen, som har talt ved profeterne.

Og på én, hellig, almindelig og apostolisk kirke. Jeg bekender én dåb til syndernes forladelse og forventer de dødes opstandelse og den kommende verdens liv. Amen.


Dutch

Ik geloof in één God: De Vader, de Albeheerser, de Schepper van hemel en aarde, van al het zichtbare en onzichtbare.

En in één heer, Jezus Christus, de eniggeboren Zoon van God, Die uit de Vader geboren is vóór alle eeuwen. Licht uit Licht, ware God uit de ware God, geboren, niet geschapen, wesenseen met de Vader; En door Wie alles geworden isL Die voor ons mensen en om onze redding uit de hemelen is nedergegaald en vlees heeft aangenomen door de heilige Geist uit de Maagd Maria, en mens is geworden. Die voor ons gekruisigd is onder Pontius Pilatus, en geleden heeft en begraven is; Die opgestaan is op de derde dag volgens de Schriften, en opgevaren is naar de hemelen; Die zetelt aan de rechterhand van de Vader, en zal wederkomen met heerlijkheid om levenden en doden te oordelen; aan Wiens Rijk geen einde zal zijn.

En in de Heilige Geest, Die Heer is, de levendmakende, Die uitgaat van de Vader en de Zoon; Die samen met de Vader en de Zoon aanbeden en verheerlijkt wordt, Die gesproken heeft door de profeten.

In één heilige, katholieke en apostolische Kerk; Ik belijd één doop toto vergeving van zonden; Ik verwacht de opstanding van de doden, en het leven in de komende eeuwigheid. Amen.


English

We believe in one God, the Father the Almighty, maker of heaven and hearth, of all that is, seen and unseen.

We believe in one Lord, Jesus Christ, the only Son of God, eternally begotten of the Father, God from God, Light from Light, true God from true God, begotten, not made, of one Being, with the Father. Through him all things were made. For us men and for our salvation he came down from heaven: by the power of the Holy Spirit he became incarnate from the Virgin Mary, and was made men. For our sake he was crucified under Pontius Pilate; he suffered death and was buried. On the third day he rose again in accordance with the Scriptures; he ascended into heaven and is seated at the right hand of the Father. He will come again in glory to judge the living and the dead, and their kingdom has no end.

We believe in the Holy Spirit, the Lord, the giver of life, who proceeds from the Father and the Son. With the Father and the Son he is worshipped and glorified. He has spoken through the Prophets.

We believe in one holy Catholic and Apostolic Church. We acknowledge one baptism for the forgiveness of sins. We look for the resurrection of the dead, and the life of the world to come. Amen.


Finnish

Uskon yhteen Jumalaan, Isään kaikkivaltiaaseen, taivaan ja maan, kaikkien näkyväisten ja näkymättömien Luojaan.

Ja yhteen Herraan, Jeesukseen Kristukseen, Jumalan ainosyntyiseen Poikaan, joka ennen aikojen alkua on Isästä syntynyt, Jumala Jumalasta, valkeus valkeudesta, tosi Jumala tosi Jumalasta, syntynyt eikä luotu, joka on samaa olemusta kuin Isä ja jonka kautta kaikki on tehty.Meidän ihmisten tähden ja meidän pelastuksemme tähden hän astui alas taivaista, tuli lihaksi Pyhästä Hengestä ja Neitsyt Mariasta ja tuli ihmiseksi; meidän edestämme ristiinnaulittiin Pontius Pilatuksen aikana, kärsi ja haudattiin, nousi kuolleista kolmantena päivänä kirjoitusten mukaan, astui ylös taivaisiin, istuu Isän oikealla puolella ja on kunniassa tuleva takaisin tuomitsemaan elävät ja kuolleet ja hänen valtakunnallaan ei ole loppua.

Ja Pyhään Henkeen, Herraan ja eläväksi tekijään, joka Isästä ja Pojasta lähtee, jota yhdessä Isän ja Pojan kanssa palvotaan ja kunnioitetaan ja joka on puhunut profeettojen kautta.

Ja yhteen, pyhään, katoliseen ja apostoliseen kirkkoon. Tunnustan yhden kasteen syntien anteeksi antamiseksi, odotan kuolleiden ylösnousemusta ja tulevaisen maailman elämää. Aamen.


French

Je crois en un seul Dieu, le Père tout-puissant, créateur du ciel et de la terre, de l’univers visible et invisible.

Je crois en un seul Seigneur, Jésus-Christ, le Fils unique de Dieu, né du Père avant tous les siècles : Il est Dieu, né de Dieu, lumière, née de la lumière, vrai Dieu, né du vrai Dieu, Engendré, non pas créé, de même nature que le Père ; et par Lui tout a été fait. Pour nous les hommes, et pour notre salut, Il descendit du ciel ; Par l’Esprit Saint, Il a pris chair de la Vierge Marie, et S’est fait homme. Crucifié pour nous sous Ponce Pilate, Il souffrit Sa passion et fut mis au tombeau. Il ressuscita le troisième jour, conformément aux Écritures, et Il monta au ciel ; Il est assis à la droite du Père. Il reviendra dans la gloire, pour juger les vivants et les morts ; et son règne n’aura pas de fin.

Je crois en l’Esprit Saint, qui est Seigneur et qui donne la vie ; Il procède du Père et du Fils; Avec le Père et le Fils, Il reçoit même adoration et même gloire ; Il a parlé par les Prophètes.

Je crois en l’Église, une, sainte, catholique et apostolique. Je reconnais un seul baptême pour le pardon des péchés. J’attends la résurrection des morts, et la vie du monde à venir. Amen.


FYROM

Верувам во единиот Бог Отец, Седржител, Творец на небото и земјата и на се видливо и невидливо.

И во единиот Господ Исус Христос, Син Божји, единороден, Кој од Отецот е роден пред сите векови; Светлина од Светлина, Бог вистински од Бога вистински, роден, не створен, единосуштен на Отецот, преку Кого се настанало; Кој заради нас луѓето и заради нашето спасение, слезе од небото и се воплоти од Светиот Дух и од Марија Дева и стана човек. И беше распнат заради нас во времето на Понтиј Пилат, и страдаше и беше погребен; И воскресна во третиот ден, според Писмото и се вознесе на небото и седи оддесно на Отецот. И пак ќе дојде со слава да им суди на живите и мртвите и Неговото Царство не ќе има крај;

И во Светиот Дух, Господ, Животворец, Кој исходи од Отецот, Кому заедно со Отецот и Синот Му се поклонуваме и го славиме и Кој говорел преку пророците.

Во една, света, соборна и апостолска Црква. Исповедам едно Крштение за простување на гревовите; Го чекам воскресението на мртвите, И животот на идниот век. Амин.


Galician

Creo en Deus, Pai todo poderoso, creador do ceo e máis da terra.

Creo en Xesucristo, o seu único Fillo, o noso Señor, que foi concebido por obra e gracia do Espíritu Santo e naceu da Virxe María. Padeceu no tempo de Poncio Pilato foi crucificado, morto e sepultado, descendeu ós infernos. O terceiro dia resucitou de entre os mortos, subiu ó ceo, onde está a direita do Pai, e de alí virá xulga-los vivos e os mortos.

Creo no Espíritu Santo na Santa Igrexa Católica, na comunión dos Santos, no perdón do pecados, na resurrección da carne e na vida eterna. Amén.


Georgian

(you may need to install the Georgian Font geodumba.ttf)

mrwams erTi RmerTi, mama yovlisa mpyrobeli, Semoqmedi caTa da queyanisa, xilulTa yovelTa da ara xilulTa;

da erTi ufali – ieso qriste, Ze RmrTisa, mxolodSobili, mamisagan Sobili uwinares yovelTa saukuneTa, naTeli naTlisagan, RmerTi WeSmariti RmrTisagan WeSmaritisa, Sobili da ara qmnili, erTarsi mamisa, romlisagan yoveli Seiqmna; romeli CuenTvis, kacTaTvis, da Cuenisa cxovrebisaTvis gardamoxda zeciT da xorcni Seisxna sulisagan wmidisa da mariamisagan qalwulisa da gankacna. da juars-ecua CuenTvis pontoelisa pilates ze da ivno da daeufla; da aRsdga mesamesa dResa msgavsad werilisa; da amaRlda zecad da mjdomare ars marjueniT mamisa; da kualad momaval ars didebiT gansjad cxovelTa da mkudarTa, romlisa sufevisa ara ars dasasrul;

da suli wmida, ufali da cxovels-myofeli, romeli mamisagan gamovals, mamisa Tana da Zisa Tana Tayuanis-icemebis da ididebis, romeli ityoda winaswarmetyuelTa mier;

erTi wmida kaTolike da samociqulo eklesia. Q aRviareb erTsa naTlisRebasa mosateveblad codvaTa. moveli aRdgomasa mkudreTiT. da cxovrebisa mermisa mis saukunisasa, amin.


German

GLAUBENSBEKENNTNIS

Ich glaube an den einen Gott, den Vater, den Allmächtigen, der alles geschaffen hat, Himmel und Erde, die sichtbare und die unsichtbare Welt.

Und an den einen Herrn Jesus Christus, Gottes eingeborenen Sohn, aus dem Vater geboren vor aller Zeit: Gott von Gott, Licht vom Licht, wahrer Gott vom wahren Gott, gezeugt, nicht geschaffen, eines Wesens mit dem Vater; durch ihn ist alles geschaffen. Für uns Menschen und zu unserem Heil, ist er vom Himmel gekommen, hat Fleisch angenommen durch den Heiligen Geist von der Jungfrau Maria und ist Mensch geworden. Er wurde für uns gekreuzigt unter Pontius Pilatus, hat gelitten und ist begraben worden, ist am dritten Tage auferstanden nach der Schrift und aufgefahren in den Himmel. Er sitzt zur Rechten des Vaters und wird wiederkommen in Herrlichkeit, zu richten die Lebenden und die Toten; seiner Herrschaft wird kein Ende sein.

An den Heiligen Geist, der Herr ist und lebendig macht, der aus dem Vater und dem Sohn hervorgeht, der mit dem Vater und dem Sohn angebetet und verherrlicht wird, der gesprochen hat durch die Propheten.

An die die eine, heilige, katholische und apostolische Kirche. Wir bekennen die eine Taufe zur Vergebung der Sünden. Wir erwarten die Auferstehung der Toten, und das Leben der kommenden Welt. Amen.


Greek

Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν, Πατέρα, παντοκράτορα, ποιητὴν οὐρανοῦ καὶ γῆς, ὁρατῶν τε πάντων καὶ ἀοράτων.

Καὶ εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ τὸν μονογενῆ, τὸν ἐκ τοῦ Πατρὸς γεννηθέντα πρὸ πάντων τῶν αἰώνων· φῶς ἐκ φωτός, Θεὸν ἀληθινὸν ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, γεννηθέντα οὐ ποιηθέντα, ὁμοούσιον τῷ Πατρί, δι᾿ οὗ τὰ πάντα ἐγένετο. Τὸν δι᾿ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα ἐκ τῶν οὐρανῶν καὶ σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου καὶ ἐνανθρωπήσαντα. Σταυρωθέντα τε ὑπὲρ ἡμῶν ἐπὶ Ποντίου Πιλάτου καὶ παθόντα, καὶ ταφέντα. Καὶ ἀναστάντα τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ κατὰ τὰς Γραφάς. Καὶ ἀνελθόντα εἰς τοὺς οὐρανοὺς καὶ καθεζόμενον ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός. Καὶ πάλιν ἐρχόμενον μετὰ δόξης κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς, οὗ τῆς βασιλείας οὐκ ἔσται τέλος.

Καὶ εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, τὸ κύριον, τὸ ζωοποιόν, τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον, τὸ σὺν Πατρὶ καὶ Υἱῷ συμπροσκυνούμενον καὶ συνδοξαζόμενον, τὸ λαλῆσαν διὰ τῶν προφητῶν.

Εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικὴν καὶ ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν. Ὁμολογῶ ἓν βάπτισμα εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν. Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν. Καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Ἀμήν.


Hungarian

Hiszek az egy istenben, mindenható Atyában, mennynek és földnek Teremtőjében.

Hiszek az egy Úrban, Jézus Krisztusban, Isten egyszülött Fiában, aki az Atyától született az idő kezdete előtt. Isten az Istentől, világosság a világosságtól, valóságos Isten a valóságos Istentől. Született, de nem teremtmény, az Atyával egylényegű és minden általa lett. Értünk emberekért, a mi üdvösségünkért, leszállott a mennyből. Megtestesült a Szentlélek erjéből Szűz Máriától és emberré lett. Poncius Pilátus alatt keresztre feszítették, kínhalált szenvedett és eltemették. Harmadnapra föltámadott az Írások szerint, fölment a mennybe, ott ül az Atyának jobbján, de újra eljön dicsőségben ítélni élőket és holtakat és országának nem lesz vége.

Hiszek a Szentlélekben, Urunkban és éltetőnkben, aki az Atyától és Fiútól származik, akit éppúgy imádunk és dicsőítünk mint az atyát és a Fiút, Ő szólt a próféták szavával.

Hiszek az egy, szent, katolikus és apostoli Anyaszentegyházban. Vallom az egy keresztséget a bűnök bocsánatára. Várom a holtak föltámadását és az eljövendő örök életet. Amen.


Indonesian

Aku percaya akan Allah Bapa yang maha kuasa Pencipta langit dan bumi.

Dan akan Yesus Kristus PuteraNya yang tunggal, Tuhan Kita Yang dikandung dari Roh Kudus Dilahirkan oleh Perawan Maria Yang menderita sengsara … dalam pemerintahan Ponsius Pilatus Disalibkan, wafat dan dimakamkan Yang turun ke tempat penantian Pada hari ketiga bangkit dari antara orang mati.

Yang naik ke surga, Duduk di sebelah kanan Allah Bapa yang maha kuasa Dari situ Ia akan datang mengadili orang yang hidup dan yang mati.

Aku percaya akan Roh Kudus Gereja Katolik yang kudus. Persekutuan para kudus, Pengampunan dosa Kebangkitan badan, Kehidupan kekal, Amin.


Icelandic

Ég trúi á einn Guð Föður almáttugan, skapara himins og jarðar, alls hins sýnilega og ósýnilega.

Og á einn Drottin Jesúm Krist, Guðs son eingetinn og af föðrunum fæddur fyrir allar aldir. Guð af Guði, ljós af ljósi, sannan Guð af sönnum Guði, getinn, ekki gjörðan, sameðlis Föðurnum; sem hefur gjört allt. Sem vor mannanna vegna og vegna sáluhjálpar vorrar sté niður af himnum. Og fyrir Heilagan Anda íklæddist holdi af Maríu mey og gjörðist maður. Hann var einnig krossfestur vor vegna undir valdi Pontíusar Pílatusar, leið og var grafinn. Og reis upp á þriðja degi samkvæmt ritningunum. Sté upp til himna og situr Föðurnum til hægri handar. Og mun koma aftur í dýrð, til þess að dæma lifendur og dauða, og á hans ríki mun enginn endir verða.

Og á Heilagan Anda, Drottin og lífgara, Sem útgengur frá Föðurnum og Syninum, og er tilbeðinn og dýrkaður ásamt Föðurnum og syninum, og hefur talað fyrir munn spámannanna; og á eina, heilaga, kaþólska og postulega kirkju.

Ég játa eina skírn til fyrirgefningar syndanna. Og vænti upprisu dauðra, og lífs um ókomnar aldir. Amen.


Irish

Creidim in aon Dia amháin, an tAthair uilechumhachtach, a rinne neamh agus talamh agus an uile ní sofheicthe agus dofheicthe.

Agus in aon Tiarna amháin, Íosa Críost, AonMhac Dé, an té a rugadh ón Athair sula raibh aon saol ann, Dia ó Dhia, solas ó sholas, fíorDhia ó fhíorDhia; an té a gineadh agus nach ndearnadh, agus atá d’aon substaint leis an Athair; is tríd a rinneadh an uile ní. Ar ár son-na an cine daonna, agus ar son ár slánaithe, thuirling sé ó neamh.Ionchollaíodh le cumhacht an Spioraid Naoimh é i mbroinn na Maighdine Muire agus ghlac sé nádúr daonna. Céasadh ar an gcrois é freisin ar ár son; d’fhulaing sé páis faoi Phontius Píoláit agus adhlacadh é. D’aiséirigh an treas lá de réir na scrioptúr; chuaigh suas ar neamh; tá ina a shuí ar dheis an Athar. Tiocfaigh sé an athuair faoi ghlóir le breighiúnas a thabhairt ar bheo agus ar mhairbh, agus ní bheidh deireadh lena ríocht.

Creidim sa Spiorad Naomh, Tiarna agus bronntóir na beatha, an té a ghluaiseann ón Athair agus ón Mac. Tugtar dó adhradh agus glóir mar aon leis an Athair agus leis an Mac: ba é a labhair trí na fáithe.

Creidim san aon Eaglais naofa, chaitliceach, aspalda. Admhaím an t-aon bhaisteadh amháin chun maithiúnas na bpeacaí. Agus táim ag súil le haiséirí na marbh agus le beatha an tsaoil atá le teacht. Amen.


Italian

Credo in un solo Dio, Padre omnipotente, creatore del cielo e della terra, di tutto ciò che si vede e non si vede.

E credo in un solo Signore, Gesù Cristo, unico Figlio di Dio e nato dal Padre prima di tutti i secoli. Credo che egli è Dio da Dio, luce da luce, Dio vero da Dio vero, generato ma non creato, consustanziale al Padre, per il quale sono state tutte le cose. Ed egli discese dai cieli per noi uomini e per la nostra salvezza, e si è incarnato in Maria Vergine per opera dello Santo Spirito e si è fatto uomo. E’ stato anche crocifisso per noi, è morto ed è stato sepolto sotto Ponzio Pilato, e il terzo giorno è risuscitato conformemente alle Scritture ed è asceso al cielo ; sta assiso alla destra del Padre. E tornerà di nuovo nella gloria a giudicare i vivi e i morti e il suo regno non avrà fine.

E credo nello Spirito Santo, Signore e vivificatore, che procede dal Padre e dal Figlio che insieme al Padre e al Figlio è adorato e glorificato e che ha parlato per bocca dei profeti.

E credo che la Chiesa è una, santa, cattolica e apostolica. Professo che c’è un solo battesimo per la remissione dei peccati e aspetto la risurrezione dei morti e la vita del mondo che verrà. Così sia.


Latin

Credo in unum Deum, Patrem omnipotentem, factorem caeli et terrae, visibilium omnium et invisibilium.

Et in unum Dominum Iesum Christum, Filium Dei unigenitum, et ex Patre natum ante omnia saecula. Deum de Deo, lumen de lumine, Deum verum de Deo vero, genitum, non factum, consubstantialem Patri, per quem omnia facta sunt. Qui propter nos homines et propter nostram salutem descendit de caelis. Et incarnatus est de Spiritu Sancto ex Maria Virgine, et homo factus est. Crucifixus etiam pro nobis sub Pontio Pilato; passus et sepultus est, et resurrexit tertia die secundum Scripturas, et ascendit in caelum, sedet ad dexteram Patris. Et iterum venturus est cum gloria iudicare vivos et mortuos, cuius regni non erit finis.

Et in Spiritum Sanctum, Dominum et vivificantem: qui ex Patre Filioque procedit. Qui cum Patre et Filio simul adoratur et conglorificatur: qui locutus est per prophetas.

Et unam, sanctam, catholicam et apostolicam Ecclesiam.Confiteor unum baptisma in remissionem peccatorum. Et expecto resurrectionem mortuorum et vitam venturi saeculi. Amen.


Norwegian

Jeg tror på én Gud, den allmektige Fader, som har skapt himmel og jord, ally synlige og usynlige ting.

Jeg tror på én Herre, Jesus Kristus, Guds enbårne Sønn, født av Faderen fra evighet. Gud av Gud, lys av lys, sann Gud av den sanne Gud, født, ikke skapt, av samme vesen som Faderen. Ved ham er alt blitt skapt. For oss mennesker og for vår frelses skyld steg han ned fra himmelen. Han ble korsfestet for oss, pint under Pontius Pilatus og gravlagt. Han oppstod den tredje dag, etter Skriften, fór opp til himmelen, og sitter ved Faderens høyre hånd. Han skal komme igjen med herlighet og dømme levende og døde, og på hans rike skal det ikke være ende.

Jeg tror på Den Hellige Ånd, Herre og livgiver, som utgår fra Faderen og Sønnen, som med Faderen og Sønnen tilbes og forherliges, og som har talt ved profetene.

Jeg tror på én, hellig, katolsk og apostolisk Kirke. Jeg bekjenner én dåp til syndenes forlatelse. Jeg venter de dødes oppstandelse og det evige liv. Amen.


Polish

Wierzę w jednego Boga, Ojca wszechmogącego, Stworzyciela nieba i ziemi, wszystkich rzeczy widzialnych i niewidzialnych.

I w jednego Pana Jezusa Chrystusa, Syna Bożego Jednorodzonego, który z Ojca jest zrodzony przed wszystkimi wiekami. Bóg z Boga, światłość ze światłości, Bóg prawdziwy z Boga prawdziwego. Zrodzony, a nie stworzony, współistotny Ojcu, a przez Niego wszystko się stało. On to dla nas, ludzi, i dla naszego zbawienia zstąpił z niebia. I za sprawą Ducha Świętego przyjął ciało z Maryi Dziewicy i stał się człowiekiem. Ukrzyżowany również za nas, pod Poncjuszem Piłatem został umęczony i pogrzebany. I zmartwychwstał trzeciego dnia, jak oznajmia Pismo. I wstąpił do nieba; siedzi po prawicy Ojca. I powtórnie przyjdzie w chwale sądzić żywych i umarłych: A Królestwu Jego nie będzie końca.

Wierzę w Ducha Świętego, Pana i Ożywiciela, który od Ojca i Syna pochodzi. Który z Ojcem i Synem wspólnie odbiera uwielbienie i chwałę. Który mówił przez Proroków.

Wierzę w jeden, święty, powszechny i apostolski Kościół. Wyznaję jeden chrzest na odpuszczenie grzechów. I oczekuję wskrzeszenia umarłych. I życia wiecznego w przyszłym świecie. Amen.


Portuguese

Cremos em um único Deus, Pai todo-poderoso, criador do céu e da terra, e de todas as coisas visíveis e invisíveis.

Cremos em um só Senhor, Jesus Cristo, Filho Unigênito de Deus, nascido do Pai antes de todos os séculos: Deus de Deus, luz da luz, Deus verdadeiro de Deus verdadeiro, gerado, não criado; consubstancial ao Pai. Por Ele todas as coisas foram feitas. E por nós, homens, e para nossa salvação, desceu dos céus e se encarnou, pelo Espírito Santo, no seio da Virgem Maria, e se fez homem. Também foi por nós crucificado sob Pôncio Pilato; padeceu e foi sepultado. Ressuscitou ao terceiro dia, conforme as Escrituras, e subiu aos céus, onde está sentado à direita do Pai. E de novo há de vir, em sua glória, para julgar os vivos e os mortos; e o Seu reino não terá fim.

Cremos no Espírito Santo, Senhor que dá a vida, e procede do Pai e do Filho; e com o Pai e o Filho é adorado e glorificado: Ele que falou pelos profetas.

Cremos na Igreja, una, santa, católica e apostólica. Professamos um só batismo para a remissão dos pecados. E esperamos a ressurreição dos mortos e a vida do mundo que há de vir. Amem.


Roma

Paćav ando jekh Del Dad, Sainćarimatari, savo ćerda sa so si po opralipe thaj pe phuv thaj sa dikhavimasko thaj bi dikhavimasko.

Thaj ando jekh Devlikano Isuso Hristos, Čhavo Devlestar, Ječhebijandimasko, savo si bijando Dadestar majsig saste vrjamatar, Khamipe Khamavimatar, Čačimaske Devles Čačimaske Devlestar bijandes, na ćerdes jećhimaske Dadesa, maškar kaste sa ćerdape; Savo pale amen manuša thaj palo amaro metisaripe fuljardilo opralimatar thaj ćerdape te avel mas amnušalo Sumnale Ođatar thaj Marijatar Čhejatar thaj ćerdape ando manuš; Thaj Savo si inzardo palo amende ande vrjama Pontje Pilatoski, savo peradilo thaj sas prahosardo; Thaj Savo vazdape mulendar ando trito des po Lil; Thaj Savo vazdape po oralipe thaj bešel čače Dadeske rigatar; Thaj Savo palem avela abjavimasa te ktisikarel džudenđe, Leske Thagarimaske či avela agora.

Thaj ande Sumnali Ođi, Džudimaske Devlikanestar, Savo inklel Dadestar, savo e Dadesa thaj Čhavesa jećhimava inćarelpe thaj adjarelpe, Savo motholas maškar anglunarja.

Ande jekh sumnali ćidimaski thaj apostolonđi Khanđiri. Motharav jekh bolavipe palo mulkipe bezahalimatar. Ažućarav vazdipe mulengo. Thaj trajo vrjamatar savi avela. Amin.


Rumanian

Cred întru unul Dumnezeu, Tatal atottiitorul, Facatorul cerului si al pamîntului, al tuturor celor vazute si nevazute.

Si întru unul Domn Iisus Hristos, Fiul lui Dumnezeu, Unul-Nascut, Care din Tatal S-a nascut mai înainte de toti vecii: Lumina din Lumina, Dumnezeu adevarat din Dumnezeu adevarat, nascut iar nu facut, Cel de o fiinta cu Tatal, prin Care toate s-au facut; Care, pentru noi oamenii si pentru a noastra mîntuire, S-a pogorît din ceruri si S-a întrupat de la Duhul Sfînt si din Fecioara Maria si S-a facut om; Si S-a rastingit pentru noi în zilele lui Pontiu Pilat si a patimit si S-a îngropat; Si a înviat a treia zi dupa Scripturi; i S-a înaltat la ceruri si sade de-a dreapta Tatalui; Si iarasi va sa vina cu slava judece viii si mortii, a Carui împaratie nu va avea sfîrsit.

Si întru Duhul Sfînt, Domnul de viata Facatorul, Care din Tatal si Fiul purcede, Cel ce împreuna cu Tatal si cu Fiul aste închinat i slavit, care a grait prin prooroci.

Întru una, sfînta, soborniceasca i apostolleasca Biserica. Marturisesc un botez spre iertarea pacatelor. Astept învierea mortilor. Si viata veacului ce va sa fie. Amin.


Russian

Верую во единого Бога, Отца всемогущего, Творца неба и земли, видимого всего и невидимого.

И во единого Господа Иисуса Христа, Сына Божия Единородного, от Отца рожденного прежде всех веков, Бога от Бога, Свет от Света, Бога истинного от Бога истинного, рожденного, несотворенного, единосущного Отцу, через Которого все сотворено. Ради нас, людей, и ради нашего спасения сошедшего с небес и воплотившегося от Духа Святого и Марии Девы, и ставшего Человеком; распятого за нас при Понтии Пилате, страдавшего и погребенного, воскресшего в третий день по Писаниям, восшедшего на небеса и сидящего одесную Отца, вновь грядущего со славою судить живых и мертвых, и Царству Его не будет конца.

И в Духа Святого, Господа животворящего, от Отца и Сына исходящего; Которому вместе с Отцом и Сыном подобает поклонение и слава; Который вещал через пророков.

И во единую Святую Вселенскую и Апостольскую Церковь. Исповедую единое крещение во отпущение грехов. Ожидаю воскресения мертвых и жизни будущего века. Аминь.


Scottish Gaelic

Tha sinn a’ creidsinn ann an aon Dia, an t-Athair, an uile-chumhachdach, cruithear nèimh agus talmhainn, de na h-uile a tha faicsinneach is neo-fhaicsinneach.

Tha sinn a’ creidsinn ann an aon Tighearna, Iosa Crìosd, aon mhac Dhe, gu siorraidh ginte den Athair, Dia o Dhia, Solas o Sholas, fìor Dhia o fhìor Dhia, ginte, chan ann deante, den aon susbaintris anAthair. Leis an do rinneadh a h-uile nì. Air ar son-ne agus airson ar saoraidh thàinig e a-nuas o nèamh; le cumhachd an Spioraid Naoimh ghabh e colann daonna den Oigh Moire agus rinneadh na dhuine e. Air ar son-ne cheusadh e fo Phointius Pìlat; dh’fhulaing e bàs agus dh’adhlaiceadh e. Air an treas latha dh’eirich e a-rithist a-reir nan Sgriobtairean; chaidh e suas gu nèamh agus tha e na shuidhe aig deas-laimh an Athar. Thig e a-rithist ann anglòira thoirt breith air na beothaibh agus air na mairbh, agus air a rìoghachd cha bhi crìoch.

Tha sinn a’creidsinn anns an Spiorad Naomh, an Tighearna, tabhartair beatha, a tha a’ tighinn on Athair agus on Mhac. Leis an Athair agus leis a’ Mhac, tha e air adhradh agus air a ghlòrachadh, a labhair tro na Fàidhean.

Tha sinn a creidsinn ann an aon Eaglais naomh chaitligeach agus abstolach. Tha sinn ag aideachadh aon bhaistidh gu maitheanas pheacannan. Tha dùil againn ri aiseirigh nam marbh, agus ri beatha an t-saoghail a tha ri teachd. Amen.


Serbian

Верујем у једнога Бога Оца, Сведржитеља, Творца неба и земље и свега видљивог и невидљивог.

И у једнога Господа Исуса Христа, Сина Божијег, Јединородног, од Оца рођеног пре свих векова; Светлост од Светлости, Бога истинитог од Бога истинитог; рођеног, а не створеног, једносуштног Оцу, кроз Кога је све постало; Који је ради нас људи и ради нашег спасења сишао с небеса, и оваплотио се од Духа Светога и Марије Дјеве, и постао човек; и Који је распет за нас у време Понтија Пилата, и страдао и погребен; и Који је васкрсао у трећи дан, по Писму; И Који се вазнео на небеса и седи са десне стране Оца; И Који ће опет доћи са славом, да суди живима и мртвима, Његовом царству неће бити краја.

И у Духа Светога, Господа, Животворног, Који од Оца исходи, Који се са Оцем и Сином заједно поштује и заједно слави, Који је говорио кроз пророке.

У једну, свету, саборну и апостолску Цркву. Исповедам једно крштење за опроштење грехова. Чекам васкрсење мртвих. И живот будућег века. Амин.


Slavonic (Church)

Вhрую во единаго Бога Отца Вседержителя, Творца небу и земли, видимымъ же всhмъ и невидимымъ.

И во единаго Господа Іисуса Христа, Сына Божія, Единороднаго, Иже отъ Отца рожденнаго прежде всhхъ вhкъ: Свhта отъ Свhта, Бога истинна отъ Бога истинна, рожденна, несотворенна, единосущна Отцу, Имъ же вся быша. Насъ ради человhкъ и нашего ради спасенія сшедшаго съ небесъ и воплотившагося отъ Духа Свята и Маріи Дhвы и вочеловhчшася. Распятаго же за ны при Понтійстемъ Пилатh, и страдавша, и погребенна. И воскресшаго въ третій день по писаніемъ. И восшедшаго на небеса, и сhдяща одесную Отца. И паки грядущаго со славою судити живымъ и мертвымъ. Его же Царствію не будетъ конца.

И въ Духа Святаго, Господа, животворящаго, Иже отъ Отца исходящаго, Иже со Отцемъ и Сыномъ спокланяема и славима, глаголавшаго пророки.

Во едину Святую, Соборную и Апостольскую Церковь. Исповhдую едино крещеніе во оставленіе грhховъ. Чаю воскресенія мертвыхъ. И жизни будущаго вhка. Аминь.


Slovak

Verím v jedného Boha, Otca všemohúceho, Stvoriteľa neba i zeme, sveta viditeľného i neviditeľného.

Verím v jedného Pána Ježiša Krista, jednorodeného Syna Božieho, zrodeného z Otca pred všetkými vekmi; Boha z Boha, svetlo zo svetla, pravého Boha z Boha pravého, splodeného, nie stvoreného, jednej podstaty s Otcom, skrze Neho bolo všetko stvorené, On pre nás ľudí a pre našu spásu zostúpil z nebies. A mocou Ducha Svätého vzal si telo z Márie Panny a stal se človekom. Za nás bol aj ukrižovaný za vlády Poncia Piláta, bol umučený a pochovaný, ale tretieho dňa vstal z mŕtvych podľa Svätého Písma. A vstúpil do neba, sedí po pravici Otca. A zasa príde v sláve súdiť živých i mŕtvych, a Jeho Kráľovstvu nebude konca.

Verím v Ducha Svätého, Pána a Oživovateľa, ktorý vychádza od Otca i Syna, Jemu sa zároveň vzdáva tá istá poklona a sláva ako Otcovi a Synovi, On hovoril ústami Prorokov.

Verím v jednu, svätú, všeobecnú, apoštolskú Cirkev. Vyznavám jeden krst na odpustenie hriechov. A očakávam vskriesenie mŕtvych a život budúceho veku. Amen.


Slovenian

Verujem v enega Boga, Očeta vsemogočnega, stvarnika nebes in zemlje, vseh vidnih in nevidnih stvari.

In v enega Gospoda Jezusa Kristusa, edinorojenega Sina božjega; ki je iz Očeta rojen pred vsemi veki in je Bog od Boga, luč od luči, pravi Bog od pravega Boga; rojen, ne ustvarjen, enega bistva z Očetom, in je po njem vse ustvarjeno; ki je zaradi nas ljudi in zaradi našega zveličanja prišel iz nebes. In se je utelesil po Svetem Duhu iz Marije Device in postat človek. Bil je tudi križan za nas, pod Poncijem Pilatom je trpel in bil v grob položen. In tretji dan je od mrtvih vstal, po pričevanju Pisma. In je šel v nebesa, sedi na desnici Očetovi. In bo spet prišel v slavi sodit žive in mrtve; in njegovemu kraljestvu ne bo konca.

In v Svetega Duha, Gospoda, ki oživlja; ki izhaja iz Očeta in Sina; ki ga z Očetom in Sinom molimo in slavimo; ki je govoril po prerokih.

In v eno, sveto, katoliško in apostolsko Cerkev. Priznavam en krst v odpuščanje grehov. In pričakujem vstajenja mrtvih in življenja v prihodnjem veku. Amen.


Spanish

Creo en un solo Dios, Padre todopoderoso, Creador del cielo y de la tierra, de todo lo visible y lo invisible.

Creo en un solo Señor Jesucristo, Hijo único de Dios, nacido del Padre antes de todos los siglos: Dios de Dios, Luz de Luz, Dios verdadero de Dios verdadero, engendrado, no creado, de la misma naturaleza del Padre, por quien todo fue hecho; que por nosotros los hombres, y por nuestra salvación bajó del cielo y por obra del Espíritu Santo se encarnó de María, la Virgen, y se hizo hombre y por nuestra causa fue crucificado en tiempos de Poncio Pilato: padeció y fue sepultado y resucitó al tercer día según las Escrituras, y subió al cielo y está sentado a la derecha del Padre; y de nuevo vendrá con gloria para juzgar a vivos y muertos, y su reino no tendrá fin.

Creo en el Espíritu Santo, Señor y dador de vida, que procede del Padre y del Hijo, que con el Padre y el Hijo recibe una misma adoración y gloria, y que habló por los profetas.

Creo en la Iglesia, que es una, santa, católica y apostólica. Confieso que hay un solo Bautismo para el perdón de los pecados. Espero la resurrección de los muertos y la vida del mundo futuro. Amén.


Swedish

Jag tror på en Gud, allsmäktig Fader, skapare av himmel och jord, av allt vad synligt och osynligt är.

Och på en Herre, Jesus Kristus, Guds enfödde Son, född av Fadern före all tid, Gud av Gud, ljus av ljus, sann Gud av sann Gud, född och icke skapad, av samma väsen som Fadern, på honom genom vilken allting är skapat; som för oss människor och för vår frälsnings skull har nedstigit från himmelen. Och han har antagit kött genom den helige Ande av jungfrun Maria och blivit människa. Han har ock blivit korsfäst för oss under Pontius Pilatus, lidit och blivit begraven. På tredje dagen har han uppstått efter skrifterna och uppstigit till himmelen. Han sitter på Faderns högra sida och skall igenkomma i härlighet för att döma levande och döda, och på hans rike skall icke vara någon ände.

Och på den helige Ande, Herren och livgivaren, som utgår av Fadern och Sonen, som tillika med Fadern och Sonen tillbedes och förhärligas, och som har talat genom profeterna.

Och på en, helig, katolsk och apostolisk kyrka. Jag bekänner ett dop till syndernas förlåtelse och förväntar de dödas uppståndelse och den kommande världens liv. Amen.


Tagalog

Sumasampalataya ako sa iisang Diyos, Amang makapangyayari sa lahat,na may gawa ng langit at lupa,ng lahat ng nakikita at di nakikita.

At sa iisang Panginoong Hesukristo Bugtong na Anak ng Diyos.Nagmumula sa Amabago pa nagsimula ang panahon. Diyos buhat sa Diyos, liwanag buhat sa liwanag, Diyos na totoobuhat sa Diyos na totoo. Inianak, hindi nilikha, kaisa sa pagka-Diyos ng Ama:na sa pamamagitan niya ay nilikha ang lahat. Na dahil sa ating mga tao at sa ating kaligtasanay nanaog buhat sa langit. Nagkatawang-tao Siya lalang ng Espiritu Santokay Mariang Birhen at naging tao. Ipinako sa krus dahil sa atin, nagpakasakit sa ilalim ng kapangyarihan ni Poncio Pilato, namatay at inilibing. At muling nabuhay sa ikatlong araw, ayon sa Kasulatan. Umakyat sa langit: naluluklok sa kanan ng Ama. At pariritong muli puspos ng kaluwalhatian upang hukuman ang mga buhay at mga patay:na ang kaharian niya’y walang hanggan.

Sumasampalataya ako sa Espiritu Santo, Panginoon at nagbibigay buhay: na nanggagaling sa Ama at sa Anak: na sinasamba at niluluwalhating kasama ng Ama at ng Anak: na nagsalita sa pamamagitan ng mga Propeta.

Sumasampalataya ako sa iisang Iglesyang banal, katolika at apostolika. At sa iisang binyag sa ikapagpapatawad ng mga kasalanan. At hinihintay ko ang muling pagkabuhayng nangamatay at ang buhay na walang hanggan. Amen.


Ukrainian

Вірую в єдиного Бога, Отця Вседержителя, Творця неба і землі, і всього видимого і невидимого.

І в єдиного Господа нашого Ісуса Христа, Сина Божого, Єдинородного, від Отця народженого перед усіма віками. Бога від Бога, Світло від Світла, Бога істинного від Бога істинного, родженого, несотвореного, єдиносущного з Отцем, що через Нього все було створене. Він задля нас людей і нашого ради спасіння зійшов із небес, і воплотився з Духа Святого і Марії Діви, і став чоловіком. І був розп’ятий за нас за Понтія Пилата, і страждав, і був похованій. І воскрес у третій день згідно з Писанням. І вознісся на небо, і сидить праворуч Отця. І вдруге прийде зі славою судити живих і мертвих, а Його царству не буде кінця.

І в Духа Святого, Господа животворящого, що від Отця і Сина ісходить, що з Отцем і Сином рівнопоклоняемий і рівнославимий, що говорив через пророків.

Вірую в єдину, святу, вселенську й апостольську Церкву. Ісповідую одне хрещення на відпущення гріхів. Очікую воскресіння мертвих і життя майбутнього віку. Амінь.


Welsh

Credwn yn un Duw, Y Tad hollalluog, gwneuthurwr nef a daear, a phob peth gweledig ac anweledig.

Credwn yn un Arglwydd Iesu Grist, unig Fab Duw, a genhedlwyd gan y Tad cyn yr holl oesoedd, Duw o Dduw, Llewyrch o Lewyrch, gwir Dduw o wir Dduw, wedi ei genhedlu, nid wedi ei wneuthur, yn un hanfod â’r Tad, a thrwyddo ef y gwnaed pob peth: yr hwn er ein mwyn ni ac er ein hiachawdwriaeth a ddisgynnodd o’r nefoedd, ac a wnaed yn gnawd trwy’r Ysbryd Glân o Fair Forwyn, ac a wnaethpwyd yn ddyn, ac a groeshoeliwyd hefyd drosom dan Pontius Pilat. Dioddefodd angau ac fe’i claddwyd. Atgyfododd y trydydd dydd yn ôl yr Ysgrythurau, ac esgynnodd i’r nef, ac y mae’n eistedd ar ddeheulaw’r Tad. A daw drachefn mewn gogoniant i farnu’r byw a’r meirw: ac ar ei deyrnas ni bydd diwedd.

Credwn yn yr Ysbryd Glân, yr Arglwydd, rhoddwr bywyd, sy’n deillio o’r Tad a’r Mab, yr hwn gyda’r Tad a’r Mab a gydaddolir ac a gydogoneddir, ac a lefarodd trwy’r proffwydi.

Credwn yn un Eglwys lân gatholig ac apostolig. Cydnabyddwn un Bedydd er maddeuant pechodau. A disgwyliwn am atgyfodiad y meirw, a bywyd y byd sydd i ddyfod. Amen.


 Πηγή: http://www.phys.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/prayers/symbol_of_faith_in_many_languages.htm





Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ ΥΜΝΟΥ

11 07 2009

Τὸ πρωτότυπο κείμενο μὲ νεοελληνικὴ ἀπόδοση τοῦ θεολόγου Εὐαγγέλου Γ. Καρακοβούνη

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος, οἱ τόσο δημοφιλεῖς «Χαιρετισμοὶ» στὴν Παναγία, εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ σημαντικὰ ὑμνογραφικὰ κείμενα τῆς βυζαντινῆς περιόδου, συνδεδεμένος ὄχι μόνο μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ (λατρευτικὴ) ζωή, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἐθνικὴ πορεία τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀναγνώρισε στὸ πρόσωπο τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τὴν «Ὑπέρμαχο στρατηγό», τὴ σκέπη καὶ τὴν προστασία του.

Ἡ Ἀκολουθία τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, ὅπως ἔχει διαμορφωθεῖ σήμερα, συμψάλλεται μὲ τὸ Μικρὸ Ἀπόδειπνο τμηματικὰ τὴν Παρασκευὴ τὸ ἑσπέρας τῶν πρώτων τεσσάρων ἑβδομάδων τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, καὶ ὁλόκληρη τὴν Παρασκευὴ τῆς πέμπτης ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν.

Εὐελπιστοῦμε πὼς μὲ τὴν παράλληλη παράθεση τοῦ κειμένου καὶ τῆς μεταφράσεως στὴ νεοελληνική, ἡ Ἀκολουθία τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου θὰ γίνει περισσότερο προσιτὴ στοὺς εὐσεβεῖς χριστιανούς.


Α´

Τῌ ΠΑΡΑΣΚΕΥῌ
ΤΗΣ Α´ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

Ὁ Ἱερεύς·

Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν, πάντοτε· νῦν, καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Δόξα σοι Χριστέ, ὁ Θεός, ἡ ἐλπὶς ἡμῶν, δόξα σοι.

Βασιλεῦ οὐράνιε, Παράκλητε, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁ πανταχοῦ παρών, καὶ τὰ πάντα πληρῶν, ὁ θησαυρὸς τῶν ἀγαθῶν, καὶ ζωῆς χορηγός, ἐλθὲ καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν, καὶ καθάρισον ἡμᾶς ἀπὸ πάσης κηλῖδος, καὶ σῶσον, Ἀγαθέ, τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Ὁ Ἀναγνώστης· Ἀμήν.

Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς. (ἐκ γ´)

Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι. Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Παναγία Τριάς, ἐλέησον ἡμᾶς. Κύριε, ἱλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν. Δέσποτα, συγχώρησον τὰς ἀνομίας ἡμῖν. Ἅγιε, ἐπίσκεψαι καὶ ἴασαι τὰς ἀσθενείας ἡμῶν, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου.

Κύριε, ἐλέησον· Κύριε, ἐλέησον· Κύριε, ἐλέησον.

Δόξα. Καὶ νῦν.

Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου. Ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου. Γενηθήτω τὸ θέλημά σου, ὡς ἐν οὐρανῷ, καὶ ἐπὶ τῆς γῆς. Τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον. Καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν. Καὶ μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλὰ ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ.

Ὁ Ἱερεύς· Ὅτι σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ δόξα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Ὁ Ἀναγνώστης· Ἀμήν. Κύριε, ἐλέησον (ιβ´).

Δόξα. Καὶ νῦν.

Δεῦτε προσκυνήσωμεν καὶ προσπέσωμεν τῷ Βασιλεῖ ἡμῶν Θεῷ.

Δεῦτε προσκυνήσωμεν καὶ προσπέσωμεν Χριστῷ τῷ Βασιλεῖ ἡμῶν Θεῷ.

Δεῦτε προσκυνήσωμεν καὶ προσπέσωμεν αὐτῷ, Χριστῷ τῷ Βασιλεῖ καὶ Θεῷ ἡμῶν. Μετανοίας (γ´) καὶ εὐθὺς τοὺς Ψαλμούς.

Ψαλμὸς ν´.

Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου, καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου. Ἐπὶ πλεῖον πλῦνόν με ἀπὸ τῆς ἀνομίας μου καὶ ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με. Ὅτι τὴν ἀνομίαν μου ἐγὼ γινώσκω, καὶ ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μού ἐστι διαπαντός. Σοὶ μόνῳ ἥμαρτον, καὶ τὸ πονηρὸν ἐνώπιόν σου ἐποίησα. Ὅπως ἂν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις σου, καὶ νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί σε. Ἰδοὺ γὰρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην, καὶ ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου. Ἰδοὺ γὰρ ἀλήθειαν ἠγάπησας· τὰ ἄδηλα καὶ τὰ κρύφια τῆς σοφίας σου ἐδήλωσάς μοι. Ῥαντιεῖς με ὑσσώπῳ, καὶ καθαρισθήσομαι· πλυνεῖς με, καὶ ὑπὲρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ἀκουτιεῖς μοι ἀγαλλίασιν καὶ εὐφροσύνην· ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα. Ἀπόστρεψον τὸ πρόσωπόν σου ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μου, καὶ πάσας τὰς ἀνομίας μου ἐξάλειψον. Καρδίαν καθαρὰν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεός, καὶ πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου. Μὴ ἀποῤῥίψῃς με ἀπὸ τοῦ προσώπου σου, καὶ τὸ πνεῦμά σου τὸ Ἅγιον μὴ ἀντανέλῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ. Ἀπόδος μοι τὴν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου σου, καὶ πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με. Διδάξω ἀνόμους τὰς ὁδούς σου, καὶ ἀσεβεῖς ἐπὶ σὲ ἐπιστρέψουσι. Ῥῦσαί με ἐξ αἱμάτων, ὁ Θεός, ὁ Θεὸς τῆς σωτηρίας μου· ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσά μου τὴν δικαιοσύνην σου. Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου. Ὅτι, εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἄν· ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις. Θυσία τῷ Θεῷ, πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουδενώσει. Ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ σου τὴν Σιών, καὶ οἰκοδομηθήτω τὰ τείχη Ἱερουσαλήμ. Τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφορὰν καὶ ὁλοκαυτώματα. Τότε ἀνοίσουσιν ἐπὶ τὸ θυσιαστήριόν σου μόσχους.

Ψαλμὸς ξθ´.

Ὁ Θεός, εἰς τὴν βοήθειάν μου πρόσχες· Κύριε, εἰς τὸ βοηθῆσαί μοι σπεῦσον. Αἰσχυνθήτωσαν καὶ ἐντραπήτωσαν οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχήν μου· ἀποστραφήτωσαν εἰς τὰ ὀπίσω, καὶ καταισχυνθήτωσαν οἱ βουλόμενοί μου κακά. Ἀποστραφήτωσαν παραυτίκα αἰσχυνόμενοι οἱ λέγοντές μοι εὖγε, εὖγε! Ἀγαλλιάσθωσαν καὶ εὐφρανθήτωσαν ἐπὶ σοὶ πάντες οἱ ζητοῦντές σε, ὁ Θεός, καὶ λεγέτωσαν διαπαντός· Μεγαλυνθήτω ὁ Κύριος, οἱ ἀγαπῶντες τὸ σωτήριόν σου. Ἐγὼ δὲ πτωχός εἰμι καὶ πένης· ὁ Θεός, βοήθησόν μοι· βοηθός μου καὶ ῥύστης μου εἶ σύ, Κύριε· μὴ χρονίσῃς.

Ψαλμὸς ρμβ´.

Κύριε, εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τὴν δέησίν μου ἐν τῇ ἀληθείᾳ σου, εἰσάκουσόν μου ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου. Καὶ μὴ εἰσέλθῃς εἰς κρίσιν μετὰ τοῦ δούλου σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν σου πᾶς ζῶν. Ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρὸς τὴν ψυχήν μου· ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τὴν ζωήν μου. Ἐκάθισέ με ἐν σκοτεινοῖς ὡς νεκροὺς αἰῶνος, καὶ ἠκηδίασεν ἐπ᾿ ἐμὲ τὸ πνεῦμά μου, ἐν ἐμοὶ ἐταράχθη ἡ καρδία μου. Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν σου ἐμελέτων. Διεπέτασα πρὸς σὲ τὰς χεῖράς μου· ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρός σοι. Ταχὺ εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τὸ πνεῦμά μου. Μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν σου ἀπ᾿ ἐμοῦ, καὶ ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον. Ἀκουστὸν ποίησόν μοι τὸ πρωῒ τὸ ἔλεός σου, ὅτι ἐπὶ σοὶ ἤλπισα. Γνώρισόν μοι, Κύριε, ὁδὸν ἐν ᾗ πορεύσομαι, ὅτι πρὸς σὲ ἦρα τὴν ψυχήν μου. Ἐξελοῦ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, πρὸς σὲ κατέφυγον· δίδαξόν με τοῦ ποιεῖν τὸ θέλημά σου, ὅτι σὺ εἶ ὁ Θεός μου. Τὸ Πνεῦμά σου τὸ ἀγαθὸν ὁδηγήσει με ἐν γῇ εὐθείᾳ· ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου, Κύριε, ζήσεις με. Ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου ἐξάξεις ἐκ θλίψεως τὴν ψυχήν μου· καὶ ἐν τῷ ἐλέει σου ἐξολοθρεύσεις τοὺς ἐχθρούς μου· καὶ ἀπολεῖς πάντας τοὺς θλίβοντας τὴν ψυχήν μου, ὅτι ἐγὼ δοῦλός σού εἰμι.

Δοξολογία.

Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ, καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία. Ὑμνοῦμέν σε, εὐλογοῦμέν σε, προσκυνοῦμέν σε, δοξολογοῦμέν σε, εὐχαριστοῦμέν σοι, διὰ τὴν μεγάλην σου δόξαν. Κύριε Βασιλεῦ, ἐπουράνιε Θεέ, Πάτερ παντοκράτορ· Κύριε Υἱὲ μονογενές, Ἰησοῦ Χριστέ, καὶ Ἅγιον Πνεῦμα. Κύριε, ὁ Θεός, ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Υἱὸς τοῦ Πατρός, ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, ἐλέησον ἡμᾶς, ὁ αἴρων τὰς ἁμαρτίας τοῦ κόσμου. Πρόσδεξαι τὴν δέησιν ἡμῶν, ὁ καθήμενος ἐν δεξιᾷ τοῦ Πατρὸς καὶ ἐλέησον ἡμᾶς. Ὅτι σὺ εἶ μόνος Ἅγιος, σὺ εἶ μόνος Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός· Ἀμήν. Καθ᾿ ἑκάστην ἑσπέραν εὐλογήσω σε, καὶ αἰνέσω τὸ ὄνομά σου εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος. Κύριε, καταφυγὴ ἐγενήθης ἡμῖν ἐν γενεᾷ καὶ γενεᾷ. Ἐγὼ εἶπα· Κύριε, ἐλέησόν με· ἴασαι τὴν ψυχήν μου, ὅτι ἥμαρτόν σοι. Κύριε, πρὸς σὲ κατέφυγον· δίδαξόν με τοῦ ποιεῖν τὸ θέλημά σου, ὅτι σὺ εἶ ὁ Θεός μου. Ὅτι παρὰ σοὶ πηγὴ ζωῆς· ἐν τῷ φωτί σου ὀψόμεθα φῶς. Παράτεινον τὸ ἔλεός σου τοῖς γινώσκουσί σε. Καταξίωσον, Κύριε, ἐν τῇ νυκτὶ ταύτῃ, ἀναμαρτήτους φυλαχθῆναι ἡμᾶς. Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε, ὁ Θεὸς τῶν Πατέρων ἡμῶν, καὶ αἰνετὸν καὶ δεδοξασμένον τὸ ὄνομά σου εἰς τοὺς αἰῶνας· Ἀμήν. Γένοιτο, Κύριε, τὸ ἔλεός σου ἐφ᾿ ἡμᾶς, καθάπερ ἠλπίσαμεν ἐπὶ σέ. Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε· δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου. Εὐλογητὸς εἶ, Δέσποτα· συνέτισόν με τὰ δικαιώματά σου. Εὐλογητὸς εἶ, Ἅγιε· φώτισόν με τοῖς δικαιώμασί σου. Κύριε, τὸ ἔλεός σου εἰς τὸν αἰῶνα· τὰ ἔργα τῶν χειρῶν σου μὴ παρίδῃς. Σοὶ πρέπει αἶνος, σοὶ πρέπει ὕμνος, σοὶ δόξα πρέπει, τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Τὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως.

Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν, Πατέρα, παντοκράτορα, ποιητὴν οὐρανοῦ καὶ γῆς, ὁρατῶν τε πάντων καὶ ἀοράτων. Καὶ εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ τὸν μονογενῆ, τὸν ἐκ τοῦ Πατρὸς γεννηθέντα πρὸ πάντων τῶν αἰώνων· φῶς ἐκ φωτός, Θεὸν ἀληθινὸν ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, γεννηθέντα οὐ ποιηθέντα, ὁμοούσιον τῷ Πατρί, δι᾿ οὗ τὰ πάντα ἐγένετο. Τὸν δι᾿ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα ἐκ τῶν οὐρανῶν καὶ σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου καὶ ἐνανθρωπήσαντα. Σταυρωθέντα τε ὑπὲρ ἡμῶν ἐπὶ Ποντίου Πιλάτου καὶ παθόντα, καὶ ταφέντα. Καὶ ἀναστάντα τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ κατὰ τὰς Γραφάς. Καὶ ἀνελθόντα εἰς τοὺς οὐρανοὺς καὶ καθεζόμενον ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός. Καὶ πάλιν ἐρχόμενον μετὰ δόξης κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς, οὗ τῆς βασιλείας οὐκ ἔσται τέλος. Καὶ εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, τὸ κύριον, τὸ ζωοποιόν, τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον, τὸ σὺν Πατρὶ καὶ Υἱῷ συμπροσκυνούμενον καὶ συνδοξαζόμενον, τὸ λαλῆσαν διὰ τῶν προφητῶν. Εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικὴν καὶ ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν. Ὁμολογῶ ἓν βάπτισμα εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν. Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν. Καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Ἀμήν.

Θεοτοκίον.

Ἄξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν σε τὴν Θεοτόκον, τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώμητον, καὶ Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ, καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, τὴν ἀδιαφθόρως, Θεὸν Λόγον τεκοῦσαν, τὴν ὄντως Θεοτόκον σὲ μεγαλύνομεν.

Α´

ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ
ΤΗΣ 1ης ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

Ὁ Ἱερέας·

Ἂς εἶναι εὐλογημένος ὁ Θεός μας κάθε στιγμή, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς ἀπέραντους αἰῶνες. Ἀμήν.

Δόξα σ᾿ Ἐσένα Χριστέ, ὁ Θεός, ἡ ἐλπίδα μας, δόξα σ᾿ Ἐσένα.

Βασιλιὰ οὐράνιε, Παράκλητε, Πνεῦμα Ἅγιο, ποὺ ἀπὸ Σένα πηγάζει ἡ ἀλήθεια· ποὺ βρίσκεσαι παντοῦ καὶ μὲ τὴν παρουσία Σου γεμίζεις τὰ πάντα· Ἐσὺ ποὺ εἶσαι ὁ θησαυρὸς καὶ ἡ πηγὴ κάθε ἀγαθοῦ καὶ δωρίζεις τὴ ζωή, ἔλα καὶ κατοίκησε μέσα μας, καὶ καθάρισέ μας ἀπὸ τὰ στίγματα τῆς ἁμαρτίας καὶ σῶσε τὶς ψυχές μας.

Ὁ Ἀναγνώστης· Ἀμήν.

Ἅγιος εἶσαι Θεὲ (Πατέρα μας), Ἅγιος εἶσαι (Υἱὲ) Δυνατέ, Ἅγιο εἶσαι Ἀθάνατο (Πνεῦμα), ἐλέησέ μας (3 φορές).

Δόξα στὸν Πατέρα, στὸν Υἱὸ καὶ στὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Καὶ τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς ἀπέραντους αἰῶνες. Ἀμήν.

Παναγία Τριάδα, ἐλέησέ μας, Κύριε (Θεὲ Πατέρα) δεῖξε εὐσπλαγχνία γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας. Δέσποτα (Υἱὲ) συγχώρεσε τὶς ἀνομίες μας. Ἅγιο (Πνεῦμα) ἐπίσκεψε καὶ θεράπευσε τὶς ἀδυναμίες μας, χάρη τοῦ ὀνόματός Σου.

Κύριε ἐλέησε, Κύριε ἐλέησε, Κύριε ἐλέησε.

Δόξα… Καὶ τώρα…

Ἐπουράνιε Πατέρα μας, ἂς εἶναι δοξασμένο καὶ ἁγιασμένο τὸ ὄνομά Σου. Ἂς ἔλθει ἡ βασιλεία Σου, ἂς γίνει τὸ θέλημά Σου, ὅπως στὸν οὐρανὸ ἔτσι καὶ στὴ γῆ. Δῶσε μας καὶ σήμερα τὴν ἀπαραίτητη γιὰ τὴ συντήρησή μας τροφή, καὶ συγχώρεσε τὶς ἁμαρτίες μας, ὅπως κι ἐμεῖς συγχωροῦμε ὅσους μᾶς ἀδικοῦν. Καὶ μὴν ἐπιτρέψεις νὰ πέσουμε σὲ πειρασμὸ (ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴ δική μας διάθεση), ἀλλὰ φύλαξέ μας κι ἀπὸ τοὺς πειρασμοὺς ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὸν πονηρὸ (τὸ διάβολο).

Ὁ Ἱερέας· Γιατὶ σ᾿ Ἐσένα ἀνήκει ἡ βασιλεία καὶ ἡ δύναμη καὶ ἡ δόξα, στὸν Πατέρα καὶ στὸν Υἱὸ καὶ στὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τώρα καὶ σὲ κάθε στιγμὴ καὶ στοὺς ἀπέραντους αἰῶνες.

Ὁ Ἀναγνώστης· Ἀμήν. Κύριε ἐλέησέ μας (12 φορές).

Δόξα… Καὶ τώρα…

Ἐλᾶτε νὰ προσκυνήσουμε καὶ νὰ πέσουμε εὐλαβικὰ στὰ πόδια τοῦ Βασιλιᾶ μας Θεοῦ.

Ἐλᾶτε νὰ προσκυνήσουμε καὶ νὰ πέσουμε εὐλαβικὰ στὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Βασιλιᾶ μας Θεοῦ.

Ἐλᾶτε νὰ προσκυνήσουμε καὶ νὰ πέσουμε εὐλαβικὰ στὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Βασιλιᾶ καὶ Θεοῦ μας. (3 μετάνοιες κι ἀμέσως τοὺς Ψαλμοὺς)·

Ψαλμὸς 50ός.

Ἐλέησέ με, Θεέ μου, σύμφωνα μὲ τὸ ἄπειρο ἔλεός Σου, καὶ μὲ τὴν ἀπέραντη εὐσπλαγχνία Σου ἐξάλειψε τὴ μεγάλη ἁμαρτία μου. Ἀκόμη περισσότερο, πλύνε με ἀπὸ τὸ ρύπο τῆς ἀνομίας μου κι ἀπὸ τὴν ἁμαρτία μου καθάρισέ με. Γιατὶ ἔχω συναίσθηση τῆς ἀνομίας μου καὶ ἡ ἁμαρτία μου βρίσκεται πάντοτε μπροστά μου. Σ᾿ Ἐσένα μόνο ἁμάρτησα καὶ τὶς ἁμαρτωλές μου πράξεις ἐνώπιόν Σου διέπραξα, γιὰ νὰ δικαιωθεῖς ἔτσι γιὰ τὶς ἀποφάσεις Σου γιὰ μένα καὶ ἐξέλθεις νικητὴς ὅταν Σὲ κατακρίνουν (χωρὶς νὰ γνωρίζουν). (Ἐλέησέ με) γιατὶ νά, ἀπὸ τὴ στιγμὴ τῆς συλλήψεώς μου ὡς ἔμβρυο, φέρω κληρονομικὴ τὴ ροπὴ πρὸς τὴν ἁμαρτία. Μὲ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα καὶ μὲ τὴν κλίση στὴν ἁμαρτία μὲ κυοφόρησε καὶ μὲ γέννησε ἡ μητέρα μου. Ὅμως Ἐσὺ ἀγάπησες μονάχα τὴν ἀλήθεια καὶ μοῦ φανέρωσες τὰ ἄγνωστα καὶ ἀπόκρυφα μυστήρια τῆς σοφίας Σου. Θὰ μὲ ραντίσεις μὲ τὸ ἔλεός σου σὰν μὲ φύλλα τοῦ ἀρωματικοῦ φυτοῦ ὑσσώπου καὶ θὰ καθαριστῶ. Θὰ μὲ πλύνεις μὲ τὴ χάρη Σου καὶ θὰ γίνω πιὸ λευκὸς καὶ ἀπὸ τὸ χιόνι. Θὰ μὲ κάνεις νὰ αἰσθανθῶ ἀγαλλίαση καὶ εὐφροσύνη, θὰ ἀγαλλιάσουν καὶ τὰ κόκαλά μου, ποὺ ταπεινώθηκαν (ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες μου). Στρέψε μακριὰ τὸ πρόσωπό Σου ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες μου, καὶ ἐξαφάνισε ὅλες τὶς ἀνομίες μου. Κτίσε μέσα μου καρδιὰ καθαρή, Θεέ μου, καὶ μὲ πνεῦμα εὐθύτητας καὶ εἰλικρίνειας ἀνακαίνισέ με ἐσωτερικά. Μὴ μὲ ἀποδιώξεις ἀπὸ τὸ πρόσωπό Σου καὶ μὲ περιφρονήσεις, καὶ μὴ μοῦ ἀφαιρέσεις τὸ Πνεῦμα Σου τὸ Ἅγιο. Δώρησέ μου ξανὰ τὴν ἀγαλλίαση ποὺ δίνει ἡ σωτηρία Σου καὶ μὲ διάθεση καὶ θέληση ἰσχυρὴ στήριξέ με. Θὰ διδάξω σ᾿ ὅλους ὅσοι παραβαίνουν τὸ νόμο Σου τὴν ὁδὸ τῶν ἐντολῶν Σου καὶ θὰ ἐπιστρέψουν οἱ ἁμαρτωλοὶ σ᾿ Ἐσένα. Ἐλευθέρωσέ με ἀπὸ τὴν ἐνοχὴ τῶν αἱμάτων ποὺ ἔχυσα, Θεέ μου, Θεὲ τῆς σωτηρίας μου. Τότε ἡ γλώσσα μου θὰ ἀγαλλιάσει καὶ θὰ ὑμνήσει τὴ δικαιοσύνη Σου. Κύριε, τὰ κλεισμένα ἀπὸ τὴ ντροπὴ χείλη μου θ᾿ ἀνοίξεις καὶ τὸ στόμα μου θὰ σὲ αἰνέσει. Γιατὶ ἂν ἐπιθυμοῦσες θυσία ὑλικὴ θὰ στὴν εἶχα προσφέρει. Ὅμως Ἐσένα δὲ Σὲ ἱκανοποιοῦν οἱ θυσίες τῶν ζώων ποὺ καίγονται στὸ θυσιαστήριο. Θυσία ἀρεστὴ σ᾿ Ἐσένα εἶναι τὸ συντετριμμένο γιὰ τὶς ἁμαρτίες της πνεῦμα· Ὁ Θεὸς ποτὲ δὲν θὰ ἀπορρίψει τὴ συντετριμμένη καὶ ταπεινωμένη καρδιά. Δεῖξε τὴν καλή Σου θέληση, Κύριε, καὶ τὴν ἀγάπη Σου καὶ πρὸς τὴ Σιών, κι ἂς χτιστοῦν τὰ τείχη τῆς Ἱερουσαλήμ. Τότε θὰ εὐαρεστηθεῖς νὰ δεχτεῖς μαζὶ μὲ τὴν πνευματική μας θυσία καὶ τὶς ὑλικὲς θυσίες, ὅπως εἶναι οἱ προσφορὲς τῶν καρπῶν καὶ οἱ θυσίες ζώων στὸ θυσιαστήριο. Τότε θὰ ἀνεβάσουν στὸ θυσιαστήριό Σου μοσχάρια γιὰ νὰ προσφερθοῦν θυσία σ᾿ Ἐσένα.

Ψαλμὸς 69ος.

Θεέ μου, πρόσεξέ με γιὰ νὰ Σὲ ἔχω βοηθό μου. Κύριε ἔλα γρήγορα νὰ μὲ βοηθήσεις. Ἂς ντροπιαστοῦν κι ἂς ἐξευτελιστοῦν αὐτοὶ ποὺ ζητοῦν τὴν ψυχή μου. Ἂς ὀπισθοχωρήσουν κι ἂς καταντροπιαστοῦν αὐτοὶ ποὺ θέλουν νὰ μοῦ κάνουν κακό. Ἂς ὀπισθοχωρήσουν γεμάτοι ντροπὴ ὅσοι λέγουν· θαυμάσια, ὡραῖα (δηλ. χαίρονται μὲ τὴ δυστυχία μου). Ἀντίθετα μ᾿ αὐτούς, ἂς ἀγαλλιάσουν καὶ ἂς εὐφρανθοῦν χάρη σ᾿ Ἐσένα Θεέ μας, ὅσοι σὲ ἐπιζητοῦν στὴ ζωή τους· καὶ ὅσοι ποθοῦν κι ἐπιθυμοῦν τὴ σωτηρία τους ἂς λέγουν διαρκῶς· Ἂς μεγαλύνεται καὶ δοξάζεται ὁ Κύριος. Ἐγὼ ὅμως εἶμαι φτωχὸς καὶ ταλαίπωρος· βοήθησέ με Θεέ μου. Βοηθός μου καὶ λυτρωτής μου εἶσαι Κύριε, μὴν ἀργήσεις νὰ σπεύσεις.

Ψαλμὸς 142ος.

Κύριε εἰσάκουσε τὴν προσευχή μου. Πρόσεξε τὴ δέησή μου, Ἐσὺ ποὺ τηρεῖς τὴν ὑπόσχεσή Σου· εἰσάκουσέ με ὡς δίκαιος ποὺ εἶσαι. Καὶ μὴ θελήσεις νὰ κρίνεις ἐμένα τὸ δοῦλο σου, γιατὶ κανένας ἀπ᾿ ὅσους ζοῦν δὲ θὰ βρεθεῖ δίκαιος μπροστά Σου. (Εἰσάκουσέ με Κύριε) γιατὶ ὁ ἐχθρὸς κατεδίωξε καὶ πολέμησε τὴν ψυχὴ μου. Ταπείνωσε κι ἔριξε στὴ γῆ τὴν ὕπαρξή μου, μ᾿ ἔκανε νὰ νιώθω ὅτι ζῶ στὸ σκοτάδι, ὅπως εἶναι ὅλοι οἱ νεκροί· κυριεύθηκε ἀπὸ ὀλιγοψυχία τὸ πνεῦμα μου καὶ ταράχθηκε ἡ καρδιά μου μέσα μου. Τότε θυμήθηκα τὶς παλιὲς εὐτυχισμένες μέρες, προσήλωσα τὴ σκέψη μου σ᾿ ὅλα ὅσα ἔκανες γιὰ μένα, μελέτησα τὰ ἔργα τῶν χεριῶν Σου. Ὕψωσα τὰ χέρια μου ἱκετευτικὰ σ᾿ Ἐσένα· ἡ ψυχή μου Σὲ δίψησε ὅπως ἡ ξεραμένη γῆ ζητᾶ νερὸ νὰ ποτιστεῖ. Εἰσάκουσέ με ὅσο πιὸ γρήγορα γίνεται Κύριε, τὸ πνεῦμα μου μ᾿ ἐγκαταλείπει. Μὴν ἀποστρέψεις ἀπὸ ἐμένα τὸ πρόσωπό Σου, γιατὶ θὰ μοιάσω στοὺς νεκροὺς ποὺ θάβονται στὸ λάκκο τοῦ τάφου. Κάνε νὰ νιώσω τὸ πρωὶ τὸ ἔλεός Σου, γιατὶ σ᾿ Ἐσένα στήριξα ὅλη τὴν ἐλπίδα μου. Γνώρισέ μου Κύριε τὸ δρόμο ποὺ πρέπει νὰ ἀκολουθήσω, γιατὶ σ᾿ Ἐσένα ἐμπιστεύτηκα τὴν ὕπαρξή μου. Ἐλευθέρωσέ με Κύριε ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς μου, γιατὶ σ᾿ Ἐσένα κατέφυγα. Δίδαξέ με νὰ πράττω τὸ θέλημά Σου, γιατὶ Ἐσὺ εἶσαι ὁ Θεός μου. Τὸ Πνεῦμα Σου τὸ Ἀγαθὸ ἂς μὲ ὁδηγήσει σὲ τόπο ἴσιο (χωρὶς ἐμπόδια γιὰ τὴν ἄσκηση τῆς ἀρετῆς). Χάρη στὸ ὄνομά Σου Κύριε θὰ μὲ ἀναζωογονήσεις. Μὲ τὴ δικαιοσύνη Σου θὰ βγάλεις ἀπ᾿ τὴν θλίψη τὴν ψυχή μου, καὶ μὲ τὸ ἔλεος ποὺ θὰ μοῦ δείξεις, θὰ ἐξοντώσεις τοὺς ἐχθρούς μου καὶ θὰ ἀφανίσεις ὅλους ὅσοι θλίβουν τὴν ψυχή μου, γιατὶ ἐγὼ εἶμαι πιστός Σου δοῦλος (ἀφοσιωμένος).

Δοξολογία.

Δόξα στὸ Θεὸ ποὺ βρίσκεται ψηλὰ στὸν οὐρανό, καὶ στὴ γῆ ἂς ἔλθει ἡ εἰρήνη Του, στοὺς ἀνθρώπους ἡ εὔνοιά Του. Σὲ ὑμνοῦμε, Σὲ εὐλογοῦμε, Σὲ προσκυνοῦμε, Σὲ δοξολογοῦμε καὶ Σὲ εὐχαριστοῦμε γιὰ τὴ μεγάλη Σου δόξα. Κύριε Βασιλιά μας, ἐπουράνιε Θεέ μας, Πατέρα παντοκράτορα· Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ μονογενή, καὶ Πανάγιο Πνεῦμα, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Θεέ μας, Ἐσὺ ποὺ εἶσαι ὁ Ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ (ποὺ θυσιάστηκε γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου), ὁ Υἱὸς τοῦ Πατρός, ποὺ σηκώνεις γιὰ νὰ ἐξαλείψεις τὶς ἁμαρτίες τοῦ κόσμου, ἐλέησέ μας, Ἐσὺ ποὺ σηκώνεις τὶς ἁμαρτίες τοῦ κόσμου. Δέξου εὐσπλαγχνικὰ τὴν ἱκεσία μας, Ἐσὺ ποὺ κάθεσαι (μετὰ τὴν Ἀνάληψή Σου) δοξασμένος στὰ δεξιὰ τοῦ Πατέρα Σου καὶ ἐλέησέ μας. Γιατὶ Ἐσύ, Ἰησοῦ Χριστέ μας, εἶσαι ὁ μόνος (ἀπόλυτα) Ἅγιος, Ἐσὺ εἶσαι ὁ μόνος Κύριός μας, ποὺ δοξάζεις τὸν Θεὸ Πατέρα. Ἀμήν. Κάθε βράδυ θὰ σὲ δοξολογῶ καὶ θὰ ὑμνῶ τὸ ὄνομά Σου καὶ τώρα, ἐνόσω ζῶ, καὶ στοὺς ἀπέραντους αἰῶνες. Κύριε, καταφυγὴ ἔγινες γιὰ μᾶς σ᾿ ὅλες τὶς γενιές. Γι᾿ αὐτὸ καὶ εἶπα· Κύριε, ἐλέησέ με, θεράπευσε τὴν ψυχή μου, γιατὶ ἁμάρτησα ἐνώπιόν Σου. Κύριε, κατέφυγα σ᾿ Ἐσένα· δίδαξέ με νὰ πράττω (στὴ ζωή μου) τὸ θέλημά Σου, γιατὶ Ἐσὺ εἶσαι ὁ Θεός μου. Σὲ Σένα ὑπάρχει ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς· μέσα ἀπ᾿ τὸ δικό Σου φῶς θὰ δοῦμε κι ἐμεῖς τὸ φῶς. Συνέχισε νὰ παρέχεις τὸ ἔλεός Σου σὲ κείνους ποὺ Σὲ παραδέχονται (ὡς Θεὸ ἀληθινό). Καταξίωσέ μας, Κύριε, κατὰ τὴ διάρκεια καὶ αὐτῆς τῆς νύχτας νὰ φυλαχθοῦμε ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Ἂς εἶσαι εὐλογημένος Κύριε, Θεὲ τῶν πατέρων μας, καὶ ἂς ὑμνεῖται καὶ δοξάζεται τὸ ὄνομά Σου αἰώνια. Ἀμήν. Μακάρι, Κύριε, νὰ μᾶς παράσχεις τὴν εὐσπλαγχνία Σου, ἀφοῦ κι ἐμεῖς σ᾿ Ἐσένα στηρίξαμε τὶς ἐλπίδες μας. Ἂς εἶσαι εὐλογημένος Κύριε, δίδαξέ με τὸ θέλημά Σου. Ἂς εἶσαι εὐλογημένος Δέσποτα, δῶσ᾿ μου σύνεση νὰ ἐκτελῶ τὸ θέλημά Σου. Ἂς εἶσαι εὐλογημένος Ἅγιε, φώτισέ με μὲ τὶς ἐντολές Σου. Κύριε, τὸ ἔλεός Σου εἶναι αἰώνιο. Μὴν παραβλέψεις ἐμᾶς ποὺ εἴμαστε ἔργα τῶν χεριῶν Σου. Σ᾿ Ἐσένα (Τριαδικὲ Θεέ μας) ἁρμόζει αἴνεση, σ᾿ Ἐσένα ἁρμόζει ὕμνος, σ᾿ Ἐσένα ἁρμόζει δόξα, στὸν Πατέρα, στὸν Υἱὸ καὶ στὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς ἀπέραντους αἰῶνες. Ἀμήν.

Τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως.

Πιστεύω σὲ ἕνα Θεὸ ποὺ εἶναι ὁ Πατέρας μας, ποὺ κυβερνᾶ ὅλο τὸν κόσμο καὶ δημιούργησε τὸν οὐρανὸ καὶ τὴ γῆ, ὅλα ὅσα βλέπουμε ἀλλὰ καὶ ὅσα δὲ βλέπουμε. (Πιστεύω) καὶ σὲ ἕναν καὶ μόνον Κύριο, τὸν Ἰησοῦ Χριστό, ποὺ εἶναι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ μονογενής, ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ τὸν Πατέρα Του πρὶν ἀπὸ ὅλους τοὺς αἰῶνες. Εἶναι ὁ Ἴδιος (ὁ Χριστὸς) φῶς καὶ γεννήθηκε ἀπὸ τὸ φῶς (τὸν Θεὸ Πατέρα), εἶναι Θεὸς ἀληθινὸς ἀπὸ ἀληθινὸ Θεό· γεννήθηκε, δὲν δημιουργήθηκε· εἶναι ἀπὸ τὴν ἴδια οὐσία (φύση) μὲ τὸν Πατέρα Του, καὶ δι᾿ Αὐτοῦ (τοῦ Υἱοῦ) δημιουργήθηκαν τὰ πάντα. Γιὰ μᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ γιὰ τὴ δική μας σωτηρία κατέβηκε ἀπὸ τοὺς οὐρανούς, ἔλαβε ἀνθρώπινη σάρκα (κυοφορήθηκε) ἀπὸ τὴν Παρθένο Μαρία διὰ τῆς ἐπελεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ἔγινε πραγματικὸς ἄνθρωπος. Σταυρώθηκε γιὰ μᾶς ἐπὶ ἡγεμονίας τοῦ Ποντίου Πιλάτου καὶ ἀφοῦ ἔπαθε ὡς ἄνθρωπος (καὶ πέθανε), τάφηκε. Τὴν τρίτη ἡμέρα Ἀναστήθηκε, ὅπως τὸ βεβαιώνουν οἱ Γραφές, καὶ Ἀνελήφθη μὲ δόξα στοὺς οὐρανοὺς καὶ κάθισε στὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ Πατέρα Του. Θὰ ἔρθει καὶ πάλι (κατὰ τὴ Δευτέρα Παρουσία) μὲ δόξα πολλὴ γιὰ νὰ κρίνει ζῶντες καὶ νεκρούς, καὶ ἡ βασιλεία Του δὲν θὰ ἔχει τέλος. (Πιστεύω) καὶ στὸ Πνεῦμα, (ποὺ ὅπως ὁ Πατέρας καὶ ὁ Υἱὸς εἶναι) Ἅγιο, Κύριο, ζωοποιὸ καὶ ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸν Πατέρα, συμπροσκυνεῖται καὶ συνδοξάζεται μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱό, καὶ λάλησε μὲ τὸ στόμα τῶν Προφητῶν. (Πιστεύω) καὶ στὴν Ἐκκλησία, ποὺ εἶναι μία, ἁγία, καθολικὴ (ἀπευθύνεται καὶ περιλαμβάνει ὅλον τὸν κόσμο) καὶ ἀποστολικὴ (στερεώθηκε μὲ τὸ κήρυγμα τῶν Ἀποστόλων). Ὁμολογῶ τὴν πίστη μου στὸ μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος τὸ ὁποῖο γίνεται μία φορὰ γιὰ τὴ συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν. Περιμένω μὲ προσδοκία τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν καὶ τὴν ἀτέλειωτη ζωὴ (μὲ τὸν Χριστό). Ἀμήν.

Θεοτοκίο.

Εἶναι ἄξιο ἀληθινά, νὰ ἐγκωμιάζουμε ἐσένα τὴ Θεοτόκο, τὴν πάντοτε ἐγκωμιαζομένη καὶ πάναγνη καὶ μητέρα τοῦ Θεοῦ μας. Ἐσένα ποὺ εἶσαι πιὸ τιμημένη ἀπ᾿ τὰ Χερουβεὶμ καὶ ἀσύγκριτα πιὸ ἔνδοξη ἀπ᾿ τὰ Σεραφείμ, ποὺ χωρὶς νὰ φθαρεῖ ἡ παρθενία σου γέννησες τὸν Θεὸ Λόγο, ποὺ εἶσαι πραγματικὰ ἡ Θεοτόκος, ἐσένα μεγαλύνουμε.

Εἶτα ἄρχονται οἱ Χοροὶ ψάλλοντες τὸν Κανόνα τῆς Θεοτόκου, οὗ ἡ ἀκροστιχίς·
Χαρᾶς δοχεῖον, σοὶ πρέπει χαίρειν μόνῃ. Ἰωσήφ.
Ποίημα Ἰωσὴφ τοῦ Ὑμνογράφου.

ᾨδὴ α´. Ἦχος δ´. Ὁ Εἱρμός.

» Ἀνοίξω τὸ στόμα μου, καὶ πληρωθήσεται
» πνεύματος, καὶ λόγον ἐρεύξομαι, τῇ βασιλίδι
» Μητρί· καὶ ὀφθήσομαι, φαιδρῶς πανηγυρί-
» ζων, καὶ ᾄσω γηθόμενος, ταύτης τὰ θαύματα. (δὶς)

Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς.

Χριστοῦ βίβλον ἔμψυχον, ἐσφραγισμένην σε Πνεύματι, ὁ μέγας Ἀρχάγγελος, Ἁγνὴ θεώμενος, ἐπεφώνει σοι· Χαῖρε χαρᾶς δοχεῖον, δι᾿ ἧς τῆς Προμήτορος, ἀρὰ λυθήσεται.

Ἀδὰμ ἐπανόρθωσις, χαῖρε Παρθένε Θεόνυμφε, τοῦ ᾍδου ἡ νέκρωσις· χαῖρε πανάμωμε, τὸ παλάτιον, τοῦ μόνου Βασιλέως· χαῖρε θρόνε πύρινε, τοῦ Παντοκράτορος.

Δόξα.

Ῥόδον τὸ ἀμάραντον, χαῖρε ἡ μόνη βλαστήσασα· τὸ μῆλον τὸ εὔοσμον, χαῖρε ἡ τέξασα· τὸ ὀσφράδιον, τοῦ πάντων Βασιλέως· χαῖρε Ἀπειρόγαμε, κόσμου διάσωσμα.

Καὶ νῦν.

Ἁγνείας θησαύρισμα, χαῖρε, δι᾿ ἧς ἐκ τοῦ πτώματος, ἡμῶν ἐξανέστημεν· χαῖρε ἡδύπνοον, κρίνον Δέσποινα, πιστοὺς εὐωδιάζον· θυμίαμα εὔοσμον, μύρον πολύτιμον.

ᾨδὴ γ´. Ὁ Εἱρμός.

» Τοὺς σοὺς ὑμνολόγους Θεοτόκε, ἡ ζῶσα καὶ
» ἄφθονος πηγή, θίασον συγκροτήσαντας,
» πνευματικὸν στερέωσον· καὶ ἐν τῇ θείᾳ δόξῃ
» σου, στεφάνων δόξης ἀξίωσον. (δὶς)

Στάχυν ἡ βλαστήσασα τὸν θεῖον, ὡς χώρα ἀνήροτος σαφῶς, χαῖρε ἔμψυχε τράπεζα, ἄρτον ζωῆς χωρήσασα· χαῖρε τοῦ ζῶντος ὕδατος, πηγὴ ἀκένωτος Δέσποινα.

Δάμαλις τὸν μόσχον ἡ τεκοῦσα, τὸν ἄμωμον, χαῖρε τοῖς πιστοῖς· χαῖρε Ἀμνὰς κυήσασα, Θεοῦ Ἀμνὸν τὸν αἴροντα, κόσμου παντὸς τὰ πταίσματα· χαῖρε θερμὸν ἱλαστήριον.

Δόξα.

Ὄρθρος φαεινὸς χαῖρε, ἡ μόνη, τὸν Ἥλιον φέρουσα Χριστόν, φωτὸς κατοικητήριον· χαῖρε τὸ σκότος λύσασα, καὶ τοὺς ζοφώδεις δαίμονας, ὁλοτελῶς ἐκμειώσασα.

Καὶ νῦν.

Χαῖρε Πύλη μόνη, ἣν ὁ Λόγος, διώδευσε μόνος, ἡ μοχλούς, καὶ πύλας ᾍδου Δέσποινα, τῷ τόκῳ σου συντρίψασα· χαῖρε ἡ θεία εἴσοδος, τῶν σῳζομένων Πανύμνητε.

ᾨδὴ δ´. Ὁ Εἱρμός.

» Ὁ καθήμενος ἐν δόξῃ, ἐπὶ θρόνου Θεότητος,
» ἐν νεφέλῃ κούφῃ, ἦλθεν Ἰησοῦς ὁ ὑπέρθεος,
» τῇ ἀκηράτῳ παλάμῃ, καὶ διέσωσε, τοὺς κραυ-
» γάζοντας· Δόξα Χριστὲ τῇ δυνάμει σου.

Ἐν φωναῖς ἆσμάτων πίστει, σοὶ βοῶμεν Πανύμνητε· Χαῖρε πῖον ὄρος, καὶ τετυρωμένον ἐν Πνεύματι· χαῖρε λυχνία καὶ στάμνε, Μάννα φέρουσα, τὸ γλυκαῖνον, τὰ τῶν εὐσεβῶν αἰσθητήρια.

Ἱλαστήριον τοῦ κόσμου, χαῖρε ἄχραντε Δέσποινα· χαῖρε κλῖμαξ γῆθεν, πάντας ἀνυψώσασα χάριτι· χαῖρε ἡ γέφυρα ὄντως, ἡ μετάγουσα, ἐκ θανάτου, πάντας, πρὸς ζωὴν τοὺς ὑμνοῦντάς σε.

Οὐρανῶν ὑψηλοτέρα, χαῖρε γῆς τὸ θεμέλιον, ἐν τῇ σῇ νηδύϊ, Ἄχραντε ἀκόπως βαστάσασα, χαῖρε κογχύλη, πορφύραν θείαν βάψασα, ἐξ αἱμάτων σου, τῷ Βασιλεῖ τῶν Δυνάμεων.

Δόξα.

Νομοθέτην ἡ τεκοῦσα, ἀληθῶς χαῖρε Δέσποινα, τὸν τὰς ἀνομίας, πάντων δωρεὰν ἐξαλείφοντα· ἀκατανόητον βάθος, ὕψος ἄῤῥητον, Ἀπειρόγαμε, δι᾿ ἧς ἡμεῖς ἐθεώθημεν.

Καὶ νῦν.

Σὲ τὴν πλέξασαν τῷ κόσμῳ, ἀχειρόπλοκον στέφανον, ἀνυμνολογοῦμεν, Χαῖρέ σοι Παρθένε κραυγάζοντες, τὸ φυλακτήριον πάντων καὶ χαράκωμα, καὶ κραταίωμα, καὶ ἱερὸν καταφύγιον.

ᾨδὴ ε´. Ὁ Εἱρμός.

» Ἐξέστη τὰ σύμπαντα, ἐπὶ τῇ θείᾳ δόξῃ σου·
» σὺ γὰρ ἀπειρόγαμε Παρθένε, ἔσχες ἐν μήτρᾳ
» τὸν ἐπὶ πάντων Θεόν, καὶ τέτοκας ἄχρονον
» Υἱόν, πᾶσι τοῖς ὑμνοῦσί σε, σωτηρίαν βρα-
» βεύοντα.

Ὁδὸν ἡ κυήσασα, ζωῆς, χαῖρε Πανάμωμε, ἡ κατακλυσμοῦ τῆς ἁμαρτίας, σώσασα κόσμον· χαῖρε Θεόνυμφε, ἄκουσμα καὶ λάλημα φρικτόν· χαῖρε ἐνδιαίτημα, τοῦ Δεσπότου τῆς κτίσεως.

Ἰσχὺς καὶ ὀχύρωμα, ἀνθρώπων, χαῖρε Ἄχραντε, τόπε ἁγιάσματος τῆς δόξης· νέκρωσις ᾍδου, νυμφὼν ὁλόφωτε· χαῖρε τῶν Ἀγγέλων χαρμονή· χαῖρε ἡ βοήθεια, τῶν πιστῶς δεομένων σου.

Πυρίμορφον ὄχημα, τοῦ Λόγου, χαῖρε Δέσποινα, ἔμψυχε Παράδεισε, τὸ ξύλον, ἐν μέσῳ ἔχων ζωῆς τὸν Κύριον· οὗ ὁ γλυκασμὸς ζωοποιεῖ, πίστει τοὺς μετέχοντας, καὶ φθορᾷ ὑποκύψαντας.

Δόξα.

Ῥωννύμενοι σθένει σου, πιστῶς ἀναβοῶμέν σοι· Χαῖρε πόλις τοῦ Παμβασιλέως, δεδοξασμένα καὶ ἀξιάκουστα, περὶ ἧς λελάληνται σαφῶς· ὄρος ἀλατόμητον, χαῖρε βάθος ἀμέτρητον.

Καὶ νῦν.

Εὐρύχωρον σκήνωμα, τοῦ Λόγου, χαῖρε Ἄχραντε· κόχλος ἡ τὸν θεῖον μαργαρίτην, προαγαγοῦσα, χαῖρε πανθαύμαστε· πάντων πρὸς Θεὸν καταλλαγή, τῶν μακαριζόντων σε, Θεοτόκε ἑκάστοτε.

ᾨδὴ ς´. Ὁ Εἱρμός.

» Τὴν θείαν ταύτην καὶ πάντιμον, τελοῦντες
» ἑορτὴν οἱ θεόφρονες, τῆς Θεομήτορος, δεῦτε
» τὰς χεῖρας κροτήσωμεν, τὸν ἐξ αὐτῆς τεχθέν-
» τα Θεὸν δοξάζοντες. (δὶς)

Παστὰς τοῦ Λόγου ἀμόλυντε, αἰτία τῆς τῶν πάντων θεώσεως, χαῖρε Πανάχραντε, τῶν Προφητῶν περιήχημα· χαῖρε τῶν Ἀποστόλων τὸ ἐγκαλλώπισμα.

Ἐκ σοῦ ἡ δρόσος ἀπέσταξε, φλογμὸν πολυθεΐας ἡ λύσασα· ὅθεν βοῶμέν σοι· Χαῖρε ὁ πόκος ὁ ἔνδροσος, ὃν Γεδεὼν Παρθένε προεθεάσατο.

Δόξα.

Ἰδού σοι, Χαῖρε, κραυγάζομεν, λιμὴν ἡμῖν γενοῦ θαλαττεύουσι, καὶ ὁρμητήριον, ἐν τῷ πελάγει τῶν θλίψεων, καὶ τῶν σκανδάλων πάντων τοῦ πολεμήτορος.

Καὶ νῦν.

Χαρᾶς αἰτία χαρίτωσον, ἡμῶν τὸν λογισμὸν τοῦ κραυγάζειν σοι· Χαῖρε ἡ ἄφλεκτος βάτος, νεφέλη ὁλόφωτε, ἡ τοὺς πιστοὺς ἀπαύστως ἐπισκιάζουσα.

ᾨδὴ ζ´. Ὁ Εἱρμός.

» Οὐκ ἐλάτρευσαν, τῇ κτίσει οἱ θεόφρονες,
» παρὰ τὸν Κτίσαντα· ἀλλὰ πυρὸς ἀπειλήν,
» ἀνδρείως πατήσαντες, χαίροντες ἔψαλλον·
» Ὑπερύμνητε, ὁ τῶν Πατέρων Κύριος, καὶ
» Θεὸς εὐλογητὸς εἶ.

Ἀνυμνοῦμέν σε, βοῶντες· Χαῖρε ὄχημα, Ἡλίου τοῦ νοητοῦ· ἄμπελος ἀληθινή, τὸν βότρυν τὸν πέπειρον, ἡ γεωργήσασα, οἶνον στάζοντα, τὸν τὰς ψυχὰς εὐφραίνοντα, τῶν πιστῶς σε δοξαζόντων.

Ἰατῆρα, τῶν ἀνθρώπων ἡ κυήσασα, χαῖρε Θεόνυμφε· ἡ ῥάβδος ἡ μυστική, ἄνθος τὸ ἀμάραντον, ἡ ἐξανθήσασα· χαῖρε Δέσποινα, δι᾿ ἧς χαρᾶς πληρούμεθα, καὶ ζωὴν κληρονομοῦμεν.

Ῥητορεύουσα, οὐ σθένει γλῶσσα Δέσποινα, ὑμνολογῆσαί σε· ὑπὲρ γὰρ τὰ Σεραφίμ, ὑψώθης κυήσασα, τὸν Βασιλέα Χριστόν· ὃν ἱκέτευε, πάσης νῦν βλάβης ῥύσασθαι, τοὺς πιστῶς σε προσκυνοῦντας.

Δόξα.

Εὐφημεῖ σε, μακαρίζοντα τὰ πέρατα, καὶ ἀνακράζει σοι· Χαῖρε ὁ τόμος ἐν ᾧ, δακτύλῳ ἐγγέγραπται, Πατρὸς ὁ Λόγος Ἁγνή· ὃν ἱκέτευε, βίβλῳ ζωῆς τοὺς δούλους σου, καταγράψαι Θεοτόκε.

Καὶ νῦν.

Ἱκετεύομεν, οἱ δοῦλοί σου καὶ κλίνομεν, γόνυ καρδίας ἡμῶν· Κλῖνον τὸ οὖς σου, Ἁγνή, καὶ σῶσον τοὺς θλίψεσι, βυθιζομένους ἡμᾶς, καὶ συντήρησον, πάσης ἐχθρῶν ἁλώσεως, τὴν σὴν Πόλιν Θεοτόκε.

ᾨδὴ η´. Ὁ Εἱρμός.

» Παῖδας εὐαγεῖς ἐν τῇ καμίνῳ, ὁ τόκος τῆς
» Θεοτόκου διεσώσατο, τότε μὲν τυπούμενος·
» νῦν δὲ ἐνεργούμενος, τὴν οἰκουμένην ἅ-
» πασαν, ἀγείρει ψάλλουσαν· Τὸν Κύριον
» ὑμνεῖτε τὰ ἔργα, καὶ ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας
» τοὺς αἰῶνας.

Νηδύϊ τὸν Λόγον ὑπεδέξω, τὸν πάντα βαστάζοντα ἐβάστασας· γάλακτι ἐξέθρεψας, νεύματι τὸν τρέφοντα, τὴν οἰκουμένην ἅπασαν, Ἁγνή, ᾧ ψάλλομεν· Τὸν Κύριον ὑμνεῖτε τὰ ἔργα, καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

Μωσῆς κατενόησεν ἐν βάτῳ, τὸ μέγα Μυστήριον τοῦ τόκου σου· Παῖδες προεικόνισαν, τοῦτο ἐμφανέστατα, μέσον πυρὸς ἱστάμενοι, καὶ μὴ φλεγόμενοι, ἀκήρατε ἁγία Παρθένε· ὅθεν σε ὑμνοῦμεν εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

Οἱ πρῴην ἀπάτῃ γυμνωθέντες, στολὴν ἀφθαρσίας ἐνεδύθημεν, τῇ κυοφορίᾳ σου· καὶ οἱ καθεζόμενοι, ἐν σκότει παραπτώσεων, φῶς κατωπτεύσαμεν, φωτὸς κατοικητήριον Κόρη· ὅθεν σε ὑμνοῦμεν, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

Δόξα.

Νεκροὶ διὰ σοῦ ζωοποιοῦνται· ζωὴν γὰρ τὴν ἐνυπόστατον ἐκύησας· εὔλαλοι οἱ ἄλαλοι, πρῴην χρηματίζοντες, λεπροί, ἀποκαθαίρονται, νόσοι διώκονται, πνευμάτων ἀερίων τὰ πλήθη, ἥττηνται Παρθένε, βροτῶν ἡ σωτηρία.

Καὶ νῦν.

Ἡ κόσμῳ τεκοῦσα σωτηρίαν, δι᾿ ἧς ἀπὸ γῆς εἰς ὕψος ἤρθημεν, χαίροις Παντευλόγητε, σκέπη καὶ κραταίωμα, τεῖχος καὶ ὀχύρωμα τῶν μελῳδούντων Ἁγνή· Τὸν Κύριον ὑμνεῖτε τὰ ἔργα, καὶ ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

ᾨδὴ θ´. Ὁ Εἱρμός.

» Ἅπας γηγενής, σκιρτάτω τῷ πνεύματι,
» λαμπαδουχούμενος· πανηγυριζέτω δέ, ἀΰλων
» Νόων φύσις γεραίρουσα, τὴν ἱερὰν πανήγυ-
» ριν, τῆς Θεομήτορος, καὶ βοάτω· Χαίροις
» παμμακάριστε, Θεοτόκε ἁγνή ἀειπάρθενε.

Ἵνα σοι πιστοί, τὸ Χαῖρε κραυγάζωμεν, οἱ διὰ σοῦ τῆς χαρᾶς, μέτοχοι γενόμενοι, τῆς ἀϊδίου, ῥῦσαι ἡμᾶς πειρασμοῦ, βαρβαρικῆς ἁλώσεως, καὶ πάσης ἄλλης πληγῆς, διὰ πλῆθος, Κόρη παραπτώσεων, ἐπιούσης βροτοῖς ἁμαρτάνουσιν.

Ὤφθης φωτισμός, ἡμῶν καὶ βεβαίωσις· ὅθεν βοῶμέν σοι· Χαῖρε ἄστρον ἄδυτον, εἰσάγον κόσμῳ τὸν μέγαν Ἥλιον· χαῖρε Ἐδὲμ ἀνοίξασα, τὴν κεκλεισμένην Ἁγνή· χαῖρε στῦλε, πύρινε εἰσάγουσα, εἰς τὴν ἄνω ζωήν, τὸ ἀνθρώπινον.

Στῶμεν εὐλαβῶς, ἐν οἴκῳ Θεοῦ ἡμῶν, καὶ ἐκβοήσωμεν· Χαῖρε κόσμου Δέσποινα· χαῖρε Μαρία, Κυρία πάντων ἡμῶν· χαῖρε ἡ μόνη ἄμωμος, ἐν γυναιξὶ καὶ καλή· χαῖρε σκεῦος, μύρον τὸ ἀκένωτον, ἐπὶ σὲ κενωθὲν εἰσδεξάμενον.

Δόξα.

Ἡ περιστερά, ἡ τὸν ἐλεήμονα ἀποκυήσασα, χαῖρε Ἀειπάρθενε· Ὁσίων πάντων χαῖρε τὸ καύχημα, τῶν Ἀθλητῶν στεφάνωμα· χαῖρε ἁπάντων τε, τῶν Δικαίων, θεῖον ἐγκαλλώπισμα, καὶ ἡμῶν τῶν πιστῶν τὸ διάσωσμα.

Καὶ νῦν.

Φεῖσαι ὁ Θεός, τῆς κληρονομίας σου, τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν, πάσας παραβλέπων νῦν, εἰς τοῦτο ἔχων ἐκδυσωποῦσάν σε, τὴν ἐπὶ γῆς ἀσπόρως σε κυοφορήσασαν, διὰ μέγα, ἔλεος θελήσαντα, μορφωθῆναι Χριστὲ τὸ ἀλλότριον.

Ἔπειτα ψάλλεται ὁ Κανόνας τῆς Θεοτόκου·

Ο ΚΑΝΟΝΑΣ

ᾨδὴ 1η.

Θ᾿ ἀνοίξω τὸ στόμα μου καὶ θὰ γεμίσει ἀπ᾿ τὴ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ λόγο ἐγκωμιαστικὸ θὰ ἀπευθύνω στὴ βασίλισσα Μητέρα (τοῦ Χριστοῦ)· καὶ θὰ φανῶ ὅτι πανηγυρίζω γεμάτος ἀπὸ χαρά, καὶ θὰ ἀνυμνήσω γεμάτος ἀπὸ ἀγαλλίαση τὰ θαυμάσια μεγαλεῖα της (2 φορές).

Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσε μας (τὸ ἴδιο ἐπαναλαμβάνεται μετὰ ἀπὸ κάθε τροπάριο).

Ἁγνὴ Θεοτόκε, βλέποντας ὁ μεγάλος Ἀρχάγγελος (ὁ Γαβριὴλ) ὅτι εἶσαι τὸ ζωντανὸ βιβλίο τοῦ Χριστοῦ ποὺ σφραγίστηκε ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, σὲ ἐπευφημοῦσε καὶ ἔλεγε· Χαῖρε δοχεῖο τῆς χαρᾶς διὰ τοῦ ὁποίου θὰ σβήσει ἡ κατάρα ποὺ δέχτηκε ἡ προμήτορά μας (ἡ Εὔα).

Παρθένε, νύφη τοῦ Θεοῦ, χαῖρε Ἐσὺ ποὺ ἀνόρθωσες (ἀπὸ τὴν πτώση του) τὸν Ἀδὰμ καὶ νέκρωσες τὸν Ἅδη. Χαῖρε Πάναγνη, Ἐσὺ ποὺ ἔγινες τὸ παλάτι στὸ ὁποῖο κατοίκησε (μὲ τὴν κυοφορία του) ὁ μοναδικὸς Βασιλιάς μας· χαῖρε Ἐσὺ ποὺ εἶσαι ὁ πύρινος θρόνος στὸν ὁποῖο κάθισε ὁ Παντοκράτορας (Χριστὸς).

Δόξα στὸν Πατέρα…

Χαῖρε (Θεοτόκε) Σὺ ποὺ βλάστησες τὸ τριαντάφυλλο ποὺ δὲ μαραίνεται ποτὲ (τὸν Χριστό)· χαῖρε ἐσὺ ποὺ γέννησες τὸ μῆλο ποὺ μοσκοβολᾶ· ἡ εὐωδία τοῦ Βασιλιᾶ τῶν ὅλων· χαῖρε ἐσὺ ποὺ ἔγινες μητέρα χωρὶς νὰ γνωρίσεις γάμο, ποὺ εἶσαι ἡ σωτηρία τοῦ κόσμου.

Καὶ τώρα…

Θησαυρὲ τῆς ἁγνείας, χαῖρε· μ᾿ ἐσένα σηκωθήκαμε ἀπὸ τὴν πτώση μας. Χαῖρε Δέσποινα, εὐωδιαστὲ κρίνε, ποὺ εὐωδιάζεις τοὺς πιστούς· (χαῖρε) θυμίαμα εὐωδιαστό, μύρο πολύτιμο.

ᾨδὴ 3η.

Θεοτόκε, Ἐσὺ ποὺ εἶσαι ἡ ζωντανὴ καὶ ἀστείρευτη πηγή, στερέωσε ἐκείνους ποὺ σὲ ὑμνολογοῦν ἔχοντας συγκροτήσει θίασο πνευματικό· καὶ ἀξίωσέ τους νὰ λάβουν ἔνδοξα στεφάνια ὅταν θὰ ἔλθουν στὴ δική σου οὐράνια δόξα (2 φορές).

Χαῖρε ἐσὺ ποὺ βλάστησες τὸ θεῖο στάχυ (τὸν Χριστό) σὰν χωράφι ποὺ δὲν καλλιεργήθηκε ποτέ. Χαῖρε Δέσποινα, ποὺ εἶσαι τὸ ἔμψυχο τραπέζι στὸ ὁποῖο χώρεσε ὁ Ἄρτος τῆς ζωῆς· χαῖρε πηγὴ ἀστείρευτη, ἀπ᾿ τὴν ὁποία ἀναβλύζει τὸ νερὸ τῆς ζωῆς.

Χαῖρε δάμαλη (μικρὴ ἀγελάδα, μτφ. ἡ παρθένος κόρη) ποὺ γέννησες τὸ μόσχο τὸν καθαρὸ καὶ ἀψεγάδιαστο· χαῖρε ἀμνάδα (μικρὴ προβατίνα) ποὺ κύησες τὸν Ἀμνὸ τοῦ Θεοῦ, ποὺ σηκώνει τὶς ἁμαρτίες ὅλου τοῦ κόσμου· χαῖρε ἐσὺ ποὺ προσφέρθηκες μὲ προθυμία γιὰ τὴν ἐξιλέωσή μας.

Δόξα στὸν Πατέρα…

Χαῖρε φωτεινὴ αὐγή, ἡ ὁποία μόνη ἀνέτειλες τὸν ἥλιο (τῆς δικαιοσύνης) τὸν Χριστὸ καὶ ἀναδείχθηκες κατοικητήριο τοῦ (νοητοῦ) Φωτός. Χαῖρε ἐσὺ ποὺ διέλυσες τὸ (πνευματικό) σκοτάδι καὶ ἐκμηδένισες ὁλοτελῶς τοὺς σκοτεινοὺς δαίμονες.

Καὶ τώρα…

Χαῖρε πύλη ἀπ᾿ τὴν ὁποία πέρασε μονάχα ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ· ἐσὺ Δέσποινα, ἡ ὁποία διὰ τοῦ Τόκου σου (τοῦ Χριστοῦ) συνέτριψες τὶς κλειδαριὲς καὶ τὶς πύλες τοῦ θανάτου. Χαῖρε πανύμνητε, ἡ θεία εἴσοδος ἀπ᾿ τὴν ὁποία περνοῦν ὅλοι ὅσοι σώζονται.

ᾨδὴ 4η.

Αὐτὸς ποὺ κάθεται στὸν ἔνδοξο θρόνο τῆς Θεότητος, ἦλθε (στὸν κόσμο) μέσα σ᾿ ἐλαφρὺ σύννεφο (τὴν Παναγία), ὁ Ἰησοῦς ὁ ὕψιστος Θεός, ὁ Ὁποῖος μὲ τὴ δύναμη τῆς ἀμόλυντης παλάμης Του ἔσωσε (ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὸ θάνατο) αὐτοὺς ποὺ κραυγάζουν· δόξα Χριστέ, στὴ θεία σου δύναμη.

Μὲ ἄσματα (ὕμνους) ποὺ βγαίνουν ἀπὸ τὴν πίστη μας, σοῦ φωνάζουμε Πανύμνητε· χαῖρε ἐσὺ ποὺ μὲ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἔγινες εὔφορο βουνό· χαῖρε ἑπτάφωτη λυχνία, στάμνα ποὺ φέρεις μέσα σου τὸ μάννα (τὸν Χριστό) ποὺ γλυκαίνει τὰ πνευματικὰ αἰσθητήρια τῶν εὐσεβῶν.

Χαῖρε ἄχραντε Δέσποινα, ποὺ εἶσαι τὸ ἱλαστήριο τοῦ κόσμου (τὸ μέσο διὰ τοῦ ὁποίου ἐξιλεωθήκαμε)· χαῖρε κλίμακα (σκάλα) ποὺ μὲ τὴ χάρη σου μᾶς ἀνύψωσες ὅλους ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανό· χαῖρε ἡ γέφυρα ποὺ πραγματικὰ περνᾶς ἀπὸ τὸ θάνατο στὴ ζωὴ ὅλους ὅσοι σὲ ἀνυμνοῦν.

Ἐσὺ ποὺ εἶσαι ὑψηλότερη ἀπ᾿ τοὺς οὐρανούς, χαῖρε Ἄχραντε, ποὺ στὴν κοιλιά σου βάσταξες χωρὶς κόπο τὸ θεμέλιο τῆς γῆς (τὸν Χριστό). Χαῖρε κογχύλι ποὺ μὲ τὸ αἷμα σου ἔβαψες τὴ θεία πορφύρα (τὸ ἔνδυμα, δηλ. τὴν ἀνθρώπινη σάρκα) ποὺ φόρεσε ὁ Βασιλιὰς τῶν δυνάμεων.

Δόξα στὸν Πατέρα…

Χαῖρε Δέσποινα, ἐσὺ ποὺ γέννησες πραγματικὰ τὸ Νομοθέτη (Χριστό), ὁ ὁποῖος ἐξαλείφει χωρὶς κανένα ἀντάλλαγμα τὶς ἁμαρτίες ὅλων μας· (χαῖρε) τὸ βάθος ποὺ ἀνθρώπινο μυαλὸ δὲν μπορεῖ νὰ κατανοήσει καὶ τὸ ὕψος ποὺ μὲ λόγια δὲν μπορεῖ νὰ περιγραφεῖ· ἐσὺ ποὺ ἔγινες ἡ αἰτία τῆς δικῆς μας θέωσης.

Καὶ τώρα…

Ἀνυμνοῦμε ἐσένα ποὺ ἔπλεξες γιὰ τὸν κόσμο στεφάνι χωρὶς νὰ χρησιμοποιηθοῦν χέρια ἀνθρώπινα· σοῦ ἀπευθύνουμε τὸ χαῖρε, Παρθένε, ποὺ εἶσαι τὸ ἀκλόνητο ὀχυρό μας, τὸ χαράκωμα καὶ τὸ στήριγμα καὶ τὸ ἱερὸ καταφύγιο.

ᾨδὴ 5η.

Ὅλος ὁ κόσμος ἐξεπλάγη μὲ τὴ θεία δόξα σου· γιατὶ ἐσὺ Παρθένε ἂν καὶ δὲ γνώρισες γάμο, ἀξιώθηκες νὰ κρατήσεις στὴ μήτρα σου τὸ Θεὸ ποὺ ἐξουσιάζει ὅλα τὰ κτίσματα, καὶ γέννησες τὸν ἄχρονο Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος χαρίζει τὴ σωτηρία σὰν βραβεῖο σ᾿ ὅσους σὲ ἀνυμνοῦν.

Χαῖρε Πανάχραντε, ἐσὺ ποὺ κυοφόρησες τὴν Ὁδὸ (τὸν Χριστό), ποὺ ὁδηγεῖ στὴ ζωὴ καὶ ἔσωσες τὸν κόσμο ἀπὸ τὸν κατακλυσμὸ τῆς ἁμαρτίας. Χαῖρε νύφη τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶσαι λάλημα καὶ ἄκουσμα ποὺ προκαλεῖ δέος· χαῖρε κατοικία τοῦ Δεσπότη τῆς κτίσεως.

Χαῖρε Ἄχραντε, ποὺ εἶσαι ἡ ἰσχὺς καὶ τὸ ὀχύρωμα τῶν ἀνθρώπων, τόπος ἅγιος τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ· νέκρωση τοῦ θανάτου, ὁλόφωτο νυφικὸ δωμάτιο· χαῖρε ἡ χαρὰ τῶν Ἀγγέλων· χαῖρε ἡ βοήθεια ἐκείνων ποὺ μὲ πίστη σὲ ἐπικαλοῦνται.

Χαῖρε Δέσποινα, ἐσὺ ποὺ χρημάτισες πύρινο ἅρμα τοῦ Λόγου, ποὺ ἔγινες ἔμψυχος Παράδεισος ὅπου στὸ μέσο του ἔχει τὸ ξύλο τῆς ζωῆς, τὸν Κύριο, τοῦ Ὁποίου ἡ γλυκύτητα ζωοποιεῖ αὐτοὺς ποὺ μὲ πίστη τὸν γεύονται καὶ οἱ ὁποῖοι προηγουμένως εἶχαν ὑποκύψει στὴ φθορά.

Δόξα στὸν Πατέρα…

Παίρνοντας δύναμη ἀπὸ τὴν δική σου δύναμη, σοῦ φωνάζουμε μὲ πίστη· χαῖρε ἡ πόλη τοῦ Βασιλιᾶ τῶν ὅλων, γιὰ τὴν ὁποία πολλὰ εἰπώθηκαν δοξασμένα καὶ ἀξιάκουστα. Χαῖρε ὄρος ποὺ δὲ λατομήθηκε ποτέ, χαῖρε βάθος μυστηρίου ἀμέτρητο.

Καὶ τώρα…

Χαῖρε Ἄχραντε, ἐσὺ ποὺ χρημάτισες ἡ εὐρύχωρη κατοικία τοῦ Θεοῦ Λόγου· χαῖρε πανθαύμαστε, ἐσὺ ποὺ εἶσαι τὸ ὄστρακο ἀπ᾿ τὸ ὁποῖο προῆλθε τὸ θεῖο μαργαριτάρι. Θεοτόκε, ἐσὺ συμφιλιώνεις μὲ τὸ Θεὸ ὅλους αὐτοὺς ποὺ ἀδιάκοπα μὲ ὕμνους σὲ ἐγκωμιάζουν.

ᾨδὴ 6η.

Τὴν θεία αὐτὴ καὶ ἰδιαίτερα ἄξια τιμῆς ἑορτὴ τῆς Θεομήτορος τελοῦντες οἱ θεόφρονες, ἐλᾶτε νὰ κτυπήσουμε τὰ χέρια ἀπὸ χαρά, δοξάζοντας τὸ Θεὸ ποὺ γεννήθηκε ἀπ᾿ αὐτήν.

Χαῖρε Πανάχραντε, γιατὶ ἀναδείχτηκες τὸ ἀμόλυντο νυφικὸ δωμάτιο τοῦ Θεοῦ Λόγου καὶ ἔγινες ἡ αἰτία τῆς θέωσης ὅλων μας, τὸ κήρυγμα τῶν Προφητῶν καὶ τὸ σεμνὸ στολίδι τῶν Ἀποστόλων.

Ἀπὸ σένα ἔσταξε ἡ δροσιὰ (ὁ Χριστὸς), ἡ ὁποία ἔσβησε τὴ φλόγα τῆς πολυθεΐας καὶ εἰδωλολατρίας· γιὰ τοῦτο καὶ σοῦ φωνάζουμε δυνατά· χαῖρε, Παρθένε, ἐσὺ ποὺ εἶσαι ὁ πόκος (τὸ μαλλὶ) τὸν ὁποῖο μὲ θαῦμα προεῖδε ὁ Γεδεών.

Δόξα στὸν Πατέρα…

Νά, σὲ σένα (Παναγία μας) φωνάζουμε δυνατὰ τὸ χαῖρε· γίνε λιμάνι σὲ μᾶς ποὺ ταξιδεύουμε στὴ θάλασσα τῆς ζωῆς καὶ ὁρμητήριο στὸ πέλαγος τῶν θλίψεων καὶ ὅλων τῶν παγίδων τοῦ ἐχθροῦ μας (τοῦ διαβόλου).

Καὶ τώρα…

Ἐσὺ ποὺ εἶσαι αἰτία χαρᾶς, γέμισε μὲ τὴ χάρη σου τὴ σκέψη μας γιὰ νὰ σοῦ φωνάζουμε δυνατά· χαῖρε ἄφλεκτη βάτος, καὶ ὁλόφωτη νεφέλη, ποὺ ἀδιάκοπα ἐπισκιάζεις τοὺς πιστούς.

ᾨδὴ 7η.

Οἱ θεόφρονες (Τρεῖς Παῖδες στὴ Βαβυλώνα) δὲ θέλησαν νὰ λατρεύσουν τὰ κτίσματα, ἀλλὰ λάτρευσαν μονάχα τὸν Κτίστη. Καὶ ἀφοῦ ἀψήφισαν μὲ ἀνδρεία τὴν ἀπειλὴ τῆς φωτιᾶς, μὲ χαρὰ ἔψαλαν· Ὑπερύμνητε Θεὲ καὶ Κύριε τῶν Πατέρων μας εἶσαι εὐλογημένος.

Σὲ ἀνυμνοῦμε καὶ σοῦ φωνάζουμε δυνατά· χαῖρε τὸ ὄχημα τοῦ νοητοῦ Ἡλίου (τοῦ Χριστοῦ)· ἀληθινὴ ἄμπελος (κληματαριὰ), ἡ ὁποία καρποφόρησες τὸ ὥριμο σταφύλι ποὺ ἀποστάζει κρασὶ (τὴ ζωὴ) καὶ εὐφραίνει τὶς ψυχὲς ἐκείνων ποὺ μὲ πίστη σὲ δοξάζουν.

Χαῖρε νύφη τοῦ Θεοῦ, ἐσὺ ποὺ γέννησες τὸν Ἰατρὸ τῶν ἀνθρώπων· ποὺ εἶσαι ἡ μυστικὴ ράβδος, ἀπὸ τὴν ὁποία βλάστησε τὸ ἀμάραντο λουλούδι (ὁ Χριστὸς)· χαῖρε, Δέσποινα, μ᾿ ἐσένα γεμίζουμε ἀπὸ χαρὰ καὶ κληρονομοῦμε τὴν αἰώνια ζωή.

Δέσποινα, καὶ ἡ πιὸ ρητορικὴ γλώσσα δὲν μπορεῖ ἐπάξια νὰ σὲ ὑμνολογήσει· διότι, μὲ τὸ νὰ γεννήσεις τὸν βασιλέα Χριστό, ὑψώθηκες πιὸ πάνω κι ἀπὸ τὰ Σεραφείμ. Αὐτὸν ἱκέτευε νὰ σώσει τώρα ἀπὸ κάθε βλάβη αὐτοὺς ποὺ μὲ πίστη σὲ προσκυνοῦν.

Δόξα στὸν Πατέρα…

Σὲ εὐφημεῖ καὶ σὲ ἐγκωμιάζει ὅλος ὁ κόσμος ἀναφωνώντας σου· χαῖρε Ἁγνή, ἐσὺ εἶσαι τὸ βιβλίο, στὸ ὁποῖο μὲ τὸ δάκτυλο (τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος) καταγράφηκε ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ Πατρός. Αὐτὸν ἱκέτευε Θεοτόκε, νὰ καταγράψει στὸ βιβλίο τῆς ζωῆς κι ἐμᾶς τοὺς δούλους σου.

Καὶ τώρα…

Σὲ ἱκετεύουμε οἱ δοῦλοι σου καὶ κλίνουμε μπροστά σου τὰ γόνατα τῆς καρδιᾶς μας. Ἄκουσε μὲ προσοχὴ (τὴν ἱκεσία μας) Ἁγνὴ καὶ σῶσε ὅλους ἐμᾶς ποὺ βυθιζόμαστε στὶς θλίψεις· καὶ προφύλαξε ἀπὸ κάθε ἅλωση ἐχθρικὴ τὴν Πόλη σου (ἀλλὰ καὶ κάθε πόλη) Θεοτόκε.

ᾨδὴ 8η.

Τοὺς εὐσεβεῖς Παῖδες στὸ καμίνι ὁ τόκος τῆς Θεοτόκου (ὁ Χριστὸς) διέσωσε (ἀπὸ τὶς φλόγες). Καὶ τότε μὲν σὰν προτύπωση, τώρα δὲ ἐνεργώντας φανερὰ σώζει τὴν οἰκουμένη, τὴν ὁποία καὶ συναθροίζει καὶ τὴν κάνει νὰ ψάλει· Ὑμνεῖτε τὸν Κύριο ὅλα τὰ δημιουργήματα καὶ ὑπερυψώνετέ Τον σ᾿ ὅλους τοὺς αἰῶνες.

Στὰ σπλάγχνα σου, Ἁγνή, δέχτηκες τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ βάσταξες Αὐτὸν ποὺ βαστάζει τὰ πάντα. Ἔθρεψες μὲ τὸ γάλα σου Αὐτὸν ποὺ μ᾿ ἕνα νεῦμα Του τρέφει ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη, πρὸς τὸν Ὁποῖο ψάλλουμε· Ὑμνεῖτε τὸν Κύριο ὅλα τὰ δημιουργήματα καὶ ὑπερυψώνετέ Τον σ᾿ ὅλους τοὺς αἰῶνες.

Ὁ Μωυσῆς ἀντιλήφθηκε μπροστὰ στὴ φλεγόμενη βάτο τὸ μεγάλο μυστήριο τοῦ τόκου σου. Καὶ οἱ (Τρεῖς) Παῖδες προεικόνισαν τὸ μυστήριο αὐτό, βρισκόμενοι στὸ μέσο τῆς φωτιᾶς τῆς καμίνου καὶ μὴ καιόμενοι, πανάχραντε ἁγία Παρθένε. Γι᾿ αὐτὸ σὲ ὑμνοῦμε σὲ ὅλους τοὺς αἰῶνες.

Ἐμεῖς ποὺ πρὶν γυμνωθήκαμε ἐξαιτίας τῆς ἀπάτης τοῦ διαβόλου, τώρα μὲ τὴν κυοφορία σου, ντυθήκαμε τὴν στολὴ τῆς ἀφθαρσίας. Καὶ ὅσοι καθόμασταν στὸ σκοτάδι τῶν παραπτωμάτων μας, εἴδαμε τὸ φῶς τοῦ Θεοῦ, Κόρη, ποὺ ἔγινες κατοικητήριο τοῦ φωτός. Γι᾿ αὐτὸ σὲ ὑμνοῦμε σὲ ὅλους τοὺς αἰῶνες.

Δόξα στὸν Πατέρα…

Οἱ νεκροὶ ψυχικὰ ἄνθρωποι παίρνουν καὶ πάλι μὲ τὴ μεσιτεία σου ζωή, γιατὶ γέννησες τὴν πραγματικὴ Ζωή, ποὺ εἶναι Πρόσωπο (τὸν Χριστό). Κι ἐκεῖνοι ποὺ πρὶν ἔχασαν (μὲ τὴν ἁμαρτία) τὴ λαλιά τους, γίνονται ὁμιλητικότατοι. Οἱ λεπροὶ καθαρίζονται, οἱ ἀρρώστιες διαλύονται, τὰ πλήθη τῶν ἐναερίων πνευμάτων (τῶν δαιμόνων) νικοῦνται. Κι ὅλα αὐτὰ γίνονται μὲ σένα Παρθένε, ποὺ εἶσαι ἡ σωτηρία τῶν θνητῶν ἀνθρώπων.

Καὶ τώρα…

Χαῖρε, ἐσὺ ἡ εὐλογημένη σὲ ὅλα, ποὺ γέννησες τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου (τὸν Χριστό)· διὰ σοῦ ἀνεβήκαμε ἀπὸ τὴ γῆ στὰ οὐράνια. Ἐσὺ εἶσαι Ἁγνὴ ἡ σκέπη καὶ τὸ στερέωμα, τὸ τεῖχος καὶ τὸ φρούριο ὅλων ὅσοι ψάλλουν· Ὑμνεῖτε τὸν Κύριο ὅλα τὰ δημιουργήματα καὶ ὑπερυψώνετέ Τον σὲ ὅλους τοὺς αἰῶνες.

ᾨδὴ 9η.

Κάθε θνητὸς ἂς σκιρτήσει ἀπὸ ἐνθουσιασμὸ κι ἂς φωτιστεῖ σὰν λαμπάδα τὸ πνεῦμα του· ἂς πανηγυρίσει καὶ ἡ νοερὴ φύση τῶν ἄυλων πνευματικῶν Δυνάμεων, ἀνυμνώντας τὴν ἱερὴ πανήγυρη τῆς μητέρας τοῦ Θεοῦ, καὶ ἂς φωνάξει δυνατά· χαῖρε Θεοτόκε, σὺ ποὺ εἶσαι ἄξια κάθε μακαρισμοῦ, ἁγνή, ἀειπάρθενε.

Γιὰ νὰ μποροῦμε ἐμεῖς οἱ πιστοί, ποὺ γίναμε μ᾿ Ἐσένα μέτοχοι τῆς αἰώνιας χαρᾶς, νὰ σοῦ φωνάζουμε δυνατὰ τὸ χαῖρε, σῶσε μας, Κόρη, ἀπὸ κάθε πειρασμό, ἀπὸ βαρβαρικὴ ἐπιδρομὴ καὶ ἀπὸ κάθε ἄλλη συμφορὰ ποὺ ἔρχεται (σὲ μᾶς) τοὺς ἁμαρτωλοὺς θνητοὺς ἐξαιτίας τῶν πολλῶν (μας) παραπτωμάτων.

Φάνηκες σὲ μᾶς φωτισμὸς καὶ στερέωσή μας· γι᾿ αὐτὸ σοῦ φωνάζουμε δυνατά· χαῖρε ἄστρο ποὺ δὲν δύεις ποτὲ καὶ φέρνεις στὸν κόσμο τὸν μεγάλο Ἥλιο. Χαῖρε Ἁγνή, ἐσὺ ποὺ ἄνοιξες τὴν κλεισμένη Ἐδὲμ (τὸν παράδεισο)· χαῖρε σὺ πύρινη στήλη ποὺ ὁδηγεῖς στὴν ἄνω ζωὴ τὸ ἀνθρώπινο γένος.

Ἂς σταθοῦμε εὐλαβικὰ στὸν οἶκο τοῦ Θεοῦ μας (στὸ Ναό) κι ἂς φωνάξουμε δυνατά· χαῖρε Δέσποινα τοῦ κόσμου· χαῖρε Μαρία, Κυρία ὅλων μας· χαῖρε ἡ μόνη ἀμόλυντη καὶ ἐνάρετη μεταξὺ τῶν γυναικῶν· χαῖρε σκεῦος ποὺ δέχτηκες μέσα σου τὸ ἀνεξάντλητο μύρο (τὸν Χριστό), ποὺ ἄδειασε ὁλόκληρο ἐπάνω σου.

Δόξα στὸν Πατέρα…

Χαῖρε Ἀειπάρθενε, ἐσὺ εἶσαι τὸ περιστέρι ποὺ γέννησε τὸν Ἐλεήμονα Θεό· ἐσὺ εἶσαι τὸ καύχημα ὅλων τῶν ὁσίων καὶ τὸ στεφάνωμα τῶν ἀθλητῶν τῆς πίστεως (τῶν μαρτύρων). Χαῖρε τὸ κόσμημα ὅλων τῶν δικαίων καὶ ἡ σωτηρία γιὰ μᾶς τοὺς πιστούς.

Καὶ τώρα…

Λυπήσου, Θεέ μας, τὴν κληρονομία σου (ὅλους ἐμᾶς ποὺ ἐλπίζουμε σ᾿ Ἐσένα), παραβλέποντας τώρα ὅλες τὶς ἁμαρτίες μας κι ἔχοντας μεσίτρια νὰ σὲ παρακαλεῖ γι᾿ αὐτὸ ἐκείνη ποὺ χωρὶς ἀνθρώπινη σπορὰ σὲ κυοφόρησε στὴ γῆ, ὅταν θέλησες ἀπὸ μεγάλη εὐσπλαγχνία νὰ λάβεις τὴν ξένη πρὸς τὴ θεία σου φύση ἀνθρώπινη μορφή.

Εἶτα τὸ Κοντάκιον δίχορον ἀργῶς.

Ἦχος πλ. δ´. Αὐτόμελον.

Τῇ Ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια,
Ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια,
Ἀναγράφω σοι ἡ Πόλις σου Θεοτόκε.
Ἀλλ᾿ ὡς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον,
Ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον,
Ἵνα κράζω σοι· Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Ἔπειτα ψάλλεται τὸ Κοντάκιο κι ἀπὸ τοὺς δύο χοροὺς τῶν ψαλτῶν σὲ μέλος ἀργό.

Σ᾿ ἐσένα τὴν Ὑπέρμαχο Στρατηγὸ ἀποδίδει ἡ Πόλη σου τὴ νίκη καὶ σοῦ ἐκφράζει Θεοτόκε τὶς θερμὲς εὐχαριστίες ποὺ λυτρώθηκε ἀπὸ τὶς συμφορές. Ἀλλὰ ἐσύ, ποὺ ἡ δύναμή σου εἶναι ἀκατανίκητη, σῶσε με κι ἐμένα ἀπὸ κάθε εἴδους κινδύνων γιὰ νὰ σοῦ φωνάζω δυνατά· χαῖρε Νύμφη ἀνύμφευτε.

Ὁ Ἱερεὺς ἱστάμενος εἰς τὸν σωλέα πρὸ τῆς εἰκόνος τῆς Θεοτόκου, ἀπαγγέλλει ἐμμελῶς τὴν Α´ Στάσιν τῶν «Χαιρετισμῶν».

ΣΤΑΣΙΣ ΠΡΩΤΗ

γγελος πρωτοστάτης, οὐρανόθεν ἐπέμφθη, εἰπεῖν τῇ Θεοτόκῳ τό, Χαῖρε (ἐκ γ´)· καὶ σὺν τῇ ἀσωμάτῳ φωνῇ, σωματούμενόν σε θεωρῶν Κύριε, ἐξίστατο, καὶ ἵστατο κραυγάζων πρὸς αὐτὴν τοιαῦτα·

Χαῖρε, δι᾿ ἧς ἡ χαρὰ ἐκλάμψει· χαῖρε, δι᾿ ἧς ἡ ἀρὰ ἐκλείψει.

Χαῖρε, τοῦ πεσόντος Ἀδὰμ ἡ ἀνάκλησις· χαῖρε, τῶν δακρύων τῆς Εὔας ἡ λύτρωσις.

Χαῖρε, ὕψος δυσανάβατον ἀνθρωπίνοις λογισμοῖς· χαῖρε, βάθος δυσθεώρητον, καὶ Ἀγγέλων ὀφθαλμοῖς.

Χαῖρε, ὅτι ὑπάρχεις Βασιλέως καθέδρα· χαῖρε, ὅτι βαστάζεις τὸν βαστάζοντα πάντα.

Χαῖρε, ἀστήρ ἐμφαίνων τὸν Ἥλιον· χαῖρε, γαστὴρ ἐνθέου σαρκώσεως.

Χαῖρε, δι᾿ ἧς νεουργεῖται ἡ κτίσις· χαῖρε, δι᾿ ἧς βρεφουργεῖται ὁ Κτίστης.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Βλέπουσα ἡ Ἁγία, ἑαυτὴν ἐν ἁγνείᾳ, φησὶ τῷ Γαβριὴλ θαρσαλέως· Τὸ παράδοξόν σου τῆς φωνῆς, δυσπαράδεκτόν μου τῇ ψυχῇ φαίνεται· ἀσπόρου γὰρ συλλήψεως τὴν κύησιν πῶς λέγεις; κράζων· Ἀλληλούϊα.

Γνῶσιν ἄγνωστον γνῶναι, ἡ Παρθένος ζητοῦσα, ἐβόησε πρὸς τὸν λειτουργοῦντα· Ἐκ λαγόνων ἁγνῶν Υἱόν, πῶς ἐστι τεχθῆναι δυνατόν; λέξον μοι. Πρὸς ἣν ἐκεῖνος ἔφησεν ἐν φόβῳ, πλὴν κραυγάζων οὕτω·

Χαῖρε, βουλῆς ἀποῤῥήτου μύστις· χαῖρε, σιγῆς δεομένων πίστις.

Χαῖρε, τῶν θαυμάτων Χριστοῦ τὸ προοίμιον· χαῖρε, τῶν δογμάτων αὐτοῦ τὸ κεφάλαιον.

Χαῖρε, κλῖμαξ ἐπουράνιε, δι᾿ ἧς κατέβη ὁ Θεός· χαῖρε, γέφυρα μετάγουσα τοὺς ἐκ γῆς πρὸς Οὐρανόν.

Χαῖρε, τὸ τῶν Ἀγγέλων πολυθρύλητον θαῦμα· χαῖρε, τὸ τῶν δαιμόνων πολυθρήνητον τραῦμα.

Χαῖρε, τὸ Φῶς ἀῤῥήτως γεννήσασα· χαῖρε, τὸ πῶς, μηδένα διδάξασα.

Χαῖρε, σοφῶν ὑπερβαίνουσα γνῶσιν· χαῖρε, πιστῶν καταυγάζουσα φρένας.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Δύναμις τοῦ Ὑψίστου, ἐπεσκίασε τότε, πρὸς σύλληψιν τῇ Ἀπειρογάμῳ· καὶ τὴν εὔκαρπον ταύτης νηδύν, ὡς ἀγρὸν ὑπέδειξεν ἡδὺν ἅπασι, τοῖς θέλουσι θερίζειν σωτηρίαν, ἐν τῷ ψάλλειν οὕτως· Ἀλληλούϊα.

χουσα θεοδόχον, ἡ Παρθένος τὴν μήτραν, ἀνέδραμε πρὸς τὴν Ἐλισάβετ· τὸ δὲ βρέφος ἐκείνης εὐθύς, ἐπιγνὸν τὸν ταύτης ἀσπασμόν, ἔχαιρε! καὶ ἅλμασιν ὡς ᾄσμασιν, ἐβόα πρὸς τὴν Θεοτόκον·

Χαῖρε, βλαστοῦ ἀμαράντου κλῆμα· χαῖρε, καρποῦ ἀκηράτου κτῆμα.

Χαῖρε, γεωργὸν γεωργοῦσα φιλάνθρωπον· χαῖρε, φυτουργὸν τῆς ζωῆς ἡμῶν φύουσα.

Χαῖρε, ἄρουρα βλαστάνουσα εὐφορίαν οἰκτιρμῶν· χαῖρε, τράπεζα βαστάζουσα εὐθηνίαν ἱλασμῶν.

Χαῖρε, ὅτι λειμῶνα τῆς τρυφῆς ἀναθάλλεις· χαῖρε, ὅτι λιμένα τῶν ψυχῶν ἑτοιμάζεις.

Χαῖρε, δεκτόν πρεσβείας θυμίαμα· χαῖρε, παντὸς τοῦ κόσμου ἐξίλασμα.

Χαῖρε, Θεοῦ πρὸς θνητοὺς εὐδοκία· χαῖρε, θνητῶν πρὸς Θεὸν παῤῥησία.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Ζάλην ἔνδοθεν ἔχων, λογισμῶν ἀμφιβόλων, ὁ σώφρων Ἰωσὴφ ἐταράχθη, πρὸς τὴν ἄγαμόν σε θεωρῶν, καὶ κλεψίγαμον ὑπονοῶν Ἄμεμπτε· μαθὼν δέ σου τὴν σύλληψιν ἐκ Πνεύματος ἁγίου, ἔφη· Ἀλληλούϊα.

Εἶτα οἱ Χοροὶ ἐναλλάξ, τό· Τῇ Ὑπερμάχῳ… (σύντομον). Τρισάγιον. Δόξα. Καὶ νῦν. Παναγία Τριάς. Κύριε, ἐλέησον (γ´). Δόξα. Καὶ νῦν. Πάτερ ἡμῶν. Ὅτι σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία…

Ὁ Ἀναγνώστης· Ἀμήν. Καὶ ἀναγινώσκει τὸ Κοντάκιον τῆς ἡμέρας, ἤτοι τὸ τοῦ ἁγίου Θεοδώρου.

Πίστιν Χριστοῦ ὡσεὶ θώρακα, ἔνδον λαβὼν ἐν καρδίᾳ σου, τὰς ἐναντίας δυνάμεις κατεπάτησας, Πολύαθλε, καὶ στέφει οὐρανίῳ, ἐστέφθης αἰωνίως, ὡς ἀήττητος.

Κύριε, ἐλέησον (μ´) καὶ τὴν Εὐχὴν ταύτην·

Ὁ ἐν παντὶ καιρῷ, καὶ πάσῃ ὥρᾳ, ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς προσκυνούμενος, καὶ δοξαζόμενος Χριστὸς ὁ Θεός, ὁ μακρόθυμος, ὁ πολυέλεος, ὁ πολυεύσπλαγχνος, ὁ τοὺς δικαίους ἀγαπῶν καὶ τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἐλεῶν, ὁ πάντας καλῶν πρὸς σωτηρίαν διὰ τῆς ἐπαγγελίας τῶν μελλόντων ἀγαθῶν· Αὐτός, Κύριε, πρόσδεξαι καὶ ἡμῶν ἐν τῇ ὥρᾳ ταύτῃ τὰς ἐντεύξεις, καὶ ἴθυνον τὴν ζωὴν ἡμῶν πρὸς τὰς ἐντολάς σου· τὰς ψυχὰς ἡμῶν ἁγίασον, τὰ σώματα ἅγνισον, τοὺς λογισμοὺς διόρθωσον, τὰς ἐννοίας κάθαρον, καὶ ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ πάσης θλίψεως, κακῶν καὶ ὀδύνης. Τείχισον ἡμᾶς ἁγίοις σου Ἀγγέλοις, ἵνα, τῇ παρεμβολῇ αὐτῶν φρουρούμενοι, καὶ ὁδηγούμενοι, καταντήσωμεν εἰς τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ εἰς τὴν ἐπίγνωσιν τῆς ἀπροσίτου σου δόξης· ὅτι εὐλογητὸς εἶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Τό, Κύριε, ἐλέησον (γ´). Δόξα. Καὶ νῦν.

Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ, καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, τὴν ἀδιαφθόρως, Θεὸν Λόγον τεκοῦσαν, τὴν ὄντως Θεοτόκον, Σὲ μεγαλύνομεν.

Ἐν ὀνόματι Κυρίου, εὐλόγησον, Πάτερ.

Ὁ Ἱερεύς· Ὁ Θεὸς οἰκτειρήσαι ἡμᾶς, καὶ εὐλογήσαι ἡμᾶς, ἐπιφάναι τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἐφ᾿ ἡμᾶς, καὶ ἐλεήσαι ἡμᾶς.

Ὁ Ἀναγνώστης· Κύριε, ἐλέησον (γ´). Καὶ σῶσον ἡμᾶς Παναγία Παρθένε.

Εὐχὴ εἰς τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον.
(Παύλου Μοναχοῦ, Μονῆς Εὐεργέτιδος)

Ἄσπιλε, ἀμόλυντε, ἄφθορε, ἄχραντε, ἁγνὴ Παρθένε, Θεόνυμφε Δέσποινα, ἡ Θεὸν Λόγον τοῖς ἀνθρώποις, τῇ παραδόξῳ σου κυήσει, ἑνώσασα, καὶ τὴν ἀπωσθεῖσαν φύσιν τοῦ γένους ἡμῶν τοῖς οὐρανίοις συνάψασα, ἡ τῶν ἀπηλπισμένων μόνη ἐλπίς, καὶ τῶν πολεμουμένων βοήθεια, ἡ ἑτοίμη ἀντίληψις τῶν εἰς σὲ προστρεχόντων, καὶ πάντων τῶν Χριστιανῶν τὸ καταφύγιον, μὴ βδελύξῃ με τὸν ἁμαρτωλόν, τὸν ἐναγῆ, τὸν αἰσχροῖς λογισμοῖς καὶ λόγοις καὶ πράξεσιν ὅλον ἐμαυτὸν ἀχρειώσαντα, καὶ τῇ τῶν ἡδονῶν τοῦ βίου ῥᾳθυμίᾳ γνώμης, δοῦλον γενόμενον. Ἀλλ᾿ ὡς τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ Μήτηρ, φιλανθρώπως σπλαγχνίσθητι ἐπ᾿ ἐμοὶ τῷ ἁμαρτωλῷ καὶ ἀσώτῳ, καὶ δέξαι μου τὴν ἐκ ῥυπαρῶν χειλέων προσφερομένην σοι δέησιν, καὶ τὸν σὸν Υἱόν, καὶ ἡμῶν Δεσπότην καὶ Κύριον, τῇ μητρικῇ σου παῤῥησίᾳ χρωμένη, δυσώπησον, ἵνα ἀνοίξῃ κἀμοὶ τὰ φιλάνθρωπα σπλάγχνα τῆς αὑτοῦ ἀγαθότητος, καί, παριδών μου τὰ ἀναρίθμητα πταίσματα, ἐπιστρέψῃ με πρὸς μετάνοιαν, καὶ τῶν αὑτοῦ ἐντολῶν ἐργάτην δόκιμον ἀναδείξῃ με. Καὶ πάρεσό μοι ἀεὶ ὡς ἐλεήμων, καὶ συμπαθής, καὶ φιλάγαθος, ἐν μὲν τῷ παρόντι βίῳ, θερμὴ προστάτις καὶ βοηθός, τὰς τῶν ἐναντίων ἐφόδους ἀποτειχίζουσα, καὶ πρὸς σωτηρίαν καθοδηγοῦσά με, καὶ ἐν τῷ καιρῷ τῆς ἐξόδου μου, τὴν ἀθλίαν μου ψυχὴν περιέπουσα, καὶ τὰς σκοτεινὰς ὄψεις τῶν πονηρῶν δαιμόνων πόῤῥω αὐτῆς ἀπελαύνουσα· ἐν δὲ τῇ φοβερᾷ ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως, τῆς αἰωνίου με ῥυομένη κολάσεως, καὶ τῆς ἀποῤῥήτου δόξης τοῦ σοῦ Υἱοῦ καὶ Θεοῦ ἡμῶν κληρονόμον με ἀποδεικνύουσα. Ἧς καὶ τύχοιμι, Δέσποινά μου, ὑπεραγία Θεοτόκε, διὰ τῆς σῆς μεσιτείας καὶ ἀντιλήψεως· χάριτι καὶ φιλανθρωπίᾳ, τοῦ μονογενοῦς σου Υἱοῦ, τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ, καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. ᾯ πρέπει πᾶσα δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις, σὺν τῷ ἀνάρχῳ αὐτοῦ Πατρὶ καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ αὐτοῦ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Εὐχὴ εἰς τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν.
(Ἀντιόχου Μοναχοῦ, τοῦ Πανδέκτου)

Καὶ δὸς ἡμῖν, Δέσποτα, πρὸς ὕπνον ἀπιοῦσιν, ἀνάπαυσιν σώματος καὶ ψυχῆς· καὶ διαφύλαξον ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ ζοφεροῦ ὕπνου τῆς ἁμαρτίας, καὶ ἀπὸ πάσης σκοτεινῆς καὶ νυκτερινῆς ἡδυπαθείας. Παῦσον τὰς ὁρμὰς τῶν παθῶν, σβέσον τὰ πεπυρωμένα βέλη τοῦ πονηροῦ, τὰ καθ᾿ ἡμῶν δολίως κινούμενα· τὰς τῆς σαρκὸς ἡμῶν ἐπαναστάσεις κατάστειλον, καὶ πᾶν γεῶδες καὶ ὑλικὸν ἡμῶν φρόνημα κοίμησον. Καὶ δώρησαι ἡμῖν, ὁ Θεός, γρήγορον νοῦν, σώφρονα λογισμόν, καρδίαν νήφουσαν, ὕπνον ἐλαφρόν, καὶ πάσης σατανικῆς φαντασίας ἀπηλλαγμένον. Διανάστησον δὲ ἡμᾶς ἐν τῷ καιρῷ τῆς προσευχῆς, ἐστηριγμένους ἐν ταῖς ἐντολαῖς σου, καὶ τὴν μνήμην τῶν σῶν κριμάτων ἐν ἑαυτοῖς ἀπαράθραυστον ἔχοντας. Παννύχιον ἡμῖν τὴν σὴν δοξολογίαν χάρισαι εἰς τὸ ὑμνεῖν, καὶ εὐλογεῖν, καὶ δοξάζειν τὸ πάντιμον καὶ μεγαλοπρεπὲς ὄνομά σου, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Καὶ πάλιν.

Ὑπερένδοξε, ἀειπάρθενε, εὐλογημένη Θεοτόκε, προσάγαγε τὴν ἡμετέραν προσευχὴν τῷ Υἱῷ σου καὶ Θεῷ ἡμῶν, καὶ αἴτησαι, ἵνα σώσῃ διὰ σοῦ τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

(Εὐχὴ τοῦ Ἁγίου Ἰωαννικίου).

Ἡ ἐλπίς μου ὁ Πατήρ, καταφυγή μου ὁ Υἱός, σκέπη μου τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, Τριὰς ἁγία, δόξα σοι.

Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου εἰς σὲ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ· φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην σου.

Τὴν Παρασκευὴ τῆς Α´ Ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν ἀναγινώσκεται ὑπὸ τοῦ Ἱερέως τὸ Εὐαγγέλιον τῆς Παννυχίδος (Ἰωάν. 15, 1-7)·

Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ Μαθηταῖς· Ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος ἡ ἀληθινή, καὶ ὁ Πατήρ μου ὁ γεωργός ἐστι. Πᾶν κλῆμα ἐν ἐμοὶ μὴ φέρον καρπόν, αἴρει αὐτό, καὶ πᾶν τὸ καρπὸν φέρον, καθαίρει αὐτό, ἵνα πλείονα καρπὸν φέρῃ. Ἤδη ὑμεῖς καθαροί ἐστε διὰ τὸν λόγον, ὃν λελάληκα ὑμῖν. Μείνατε ἐν ἐμοί, κἀγὼ ἐν ὑμῖν. Καθὼς τὸ κλῆμα οὐ δύναται καρπὸν φέρειν ἀφ’ ἑαυτοῦ, ἐὰν μὴ μείνῃ ἐν τῇ ἀμπέλῳ, οὕτως οὐδὲ ὑμεῖς, ἐὰν μὴ ἐν ἐμοὶ μείνητε. Ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τὰ κλήματα. Ὁ μένων ἐν ἐμοί, κἀγὼ ἐν αὐτῷ, οὗτος φέρει καρπὸν πολύν, ὅτι χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν. Ἐὰν μή τις μείνῃ ἐν ἐμοί, ἐβλήθη ἔξω ὡς τὸ κλῆμα, καὶ ἐξηράνθη, καὶ συνάγουσιν αὐτά, καὶ εἰς πῦρ βάλλουσι, καὶ καίεται. Ἐὰν μείνητε ἐν ἐμοί, καὶ τὰ ῥήματά μου ἐν ὑμῖν μείνῃ, ὃ ἐὰν θέλητε αἰτήσασθε, καὶ γενήσεται ὑμῖν.

Ὁ Ἱερεὺς ἀμέσως τὴν Ἀπόλυσιν·

Δόξα σοι, ὁ Θεός, ἡ ἐλπὶς ἡμῶν, δόξα σοι. Χριστὸς ὁ ἀληθινὸς Θεὸς ἡμῶν, ταῖς πρεσβείαις τῆς παναχράντου καὶ παναμώμου ἁγίας αὐτοῦ Μητρός, τῶν ἁγίων ἐνδόξων καὶ πανευφήμων Ἀποστόλων, (τοῦ Ἁγίου τοῦ Ναοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου τῆς ἡμέρας, ἐφ᾿ ὅσον ἑορτάζηται), καὶ πάντων τῶν Ἁγίων, ἐλεήσαι καὶ σώσαι ἡμᾶς ὡς ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος καὶ ἐλεήμων Θεός. Ἀμήν.

Στὴ συνέχεια ὁ Ἱερέας ἀπαγγέλλει μὲ μέλος τὴν πρώτη Στάση τῶν Χαιρετισμῶν·

ΣΤΑΣΗ ΠΡΩΤΗ

Ἄγγελος ποὺ ἦταν πρῶτος μεταξὺ τῶν ἀγγέλων, στάλθηκε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ νὰ πεῖ στὴ Θεοτόκο τὸ χαῖρε (3 φορές)· καὶ μὲ τὴν ἀσώματή του φωνή, βλέποντάς σε Κύριε νὰ παίρνεις σῶμα (νὰ γίνεσαι ἄνθρωπος), ἐκπλησσόταν καὶ στεκόταν φωνάζοντας πρὸς αὐτὴν αὐτὰ τὰ λόγια·

Χαῖρε ἐσὺ ἀπ᾿ τὴν ὁποία θὰ λάμψει ἡ χαρά· χαῖρε ἐσὺ ποὺ γιὰ χάρη σου θὰ σβήσει ἡ κατάρα.

Χαῖρε ἐσὺ ποὺ ἔκανες νὰ σηκωθεῖ ὁ πεσμένος Ἀδάμ· χαῖρε ἐσὺ ποὺ ἔγινες ἡ λύτρωση τῶν δακρύων τῆς Εὔας.

Χαῖρε ὕψος στὸ ὁποῖο δύσκολα μποροῦν νὰ φθάσουν οἱ ἀνθρώπινοι λογισμοί· χαῖρε βάθος ποὺ ἀδυνατοῦν νὰ κατοπτεύσουν καὶ ἀγγέλων ὀφθαλμοί.

Χαῖρε ἐσὺ ποὺ ἔγινες ὁ θρόνος τοῦ Βασιλιᾶ (Χριστοῦ)· χαῖρε γιατὶ βαστάζεις (στὴν ἀγκάλη σου) Ἐκεῖνον ποὺ βαστάζει τὰ πάντα.

Χαῖρε ἀστέρι ποὺ προμηνύεις τὸν Ἥλιο, χαῖρε κοιλία τῆς θεϊκῆς (τοῦ Λόγου) σαρκώσεως.

Χαῖρε ἐσὺ μὲ τὴν ὁποία γίνεται καινούρια ἡ κτίση· χαῖρε ἐσὺ μὲ τὴν ὁποία γίνεται βρέφος ὁ Κτίστης.

Χαῖρε Νύμφη ἀνύμφευτε.

Γνωρίζοντας τὴν ἁγνότητά της ἡ Παναγία λέγει στὸν Γαβριὴλ μὲ θάρρος· Ὅσα παράδοξα ἀκούω ἀπὸ τὴ φωνή σου, εἶναι δύσκολο νὰ τὰ δεχτῶ στὴν ψυχὴ μου· πῶς μοῦ ἀναγγέλλεις κύηση, ἀφοῦ δὲν προηγήθηκε σύλληψη ἀπὸ ἀνθρώπινη σπορά; Κι ὅμως ἐσὺ τὸ λέγεις καὶ φωνάζεις δυνατά, Ἀλληλούϊα (αἰνεῖτε τὸν Θεό).

Θέλοντας ἡ Παρθένος νὰ γνωρίσει τὸ ἄγνωστο αὐτὸ μυστήριο, εἶπε δυνατὰ πρὸς τὸν λειτουργὸ Ἄγγελο· πές μου, ἀπὸ σῶμα ἁγνὸ (παρθενικὸ) πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γεννηθεῖ γιός; Κι ἐκεῖνος τότε εἶπε πρὸς αὐτὴ μὲ φόβο, φωνάζοντας αὐτὰ τὰ λόγια·

Χαῖρε ἐσὺ ποὺ γνωρίζεις τὴν ἀπόρρητη βουλὴ τοῦ Θεοῦ· χαῖρε ἐσὺ ποὺ εἶσαι ἡ πίστη ἐκείνων ποὺ προσεγγίζονται μὲ τὴ σιγή.

Χαῖρε ἐσύ, ἡ ἀρχὴ τῶν θαυμάτων τοῦ Χριστοῦ. Χαῖρε ἐσὺ ποὺ ἀποτελεῖς τὸ κεφάλαιο στὸ ὁποῖο στηρίζονται τὰ δόγματά Του.

Χαῖρε σκάλα ἐπουράνια μὲ τὴν ὁποία κατέβηκε ὁ Θεός· χαῖρε γέφυρα ποὺ μεταφέρεις αὐτοὺς ποὺ ᾿ναι στὴ γῆ, στὸν οὐρανό.

Χαῖρε, τὸ πολυθρύλητο θαῦμα τῶν Ἀγγέλων, χαῖρε τὸ πολυθρήνητο τραῦμα τῶν δαιμόνων.

Χαῖρε ἐσὺ ποὺ γέννησες μὲ τρόπο ἀνέκφραστο τὸ φῶς· χαῖρε ἐσὺ ποὺ σὲ κανέναν δὲν δίδαξες τὸ πῶς.

Χαῖρε ἐσὺ ποὺ ξεπερνᾶς τὴ γνώση τῶν σοφῶν· χαῖρε ἐσὺ ποὺ διαφωτίζεις τὴ διάνοια τῶν πιστῶν.

Χαῖρε Νύμφη ἀνύμφευτε.

Δύναμη τοῦ Ὑψίστου τότε ἐπισκίασε ἐκείνη ποὺ δὲ γνώρισε γάμο, ὥστε νὰ συλλάβει· καὶ τὴν εὔκαρπή της κοιλιὰ τὴν κατέστησε χωράφι εὐχάριστο γιὰ ὅσους θέλουν νὰ θερίσουν (νὰ βροῦν) τὴ σωτηρία τους καὶ οἱ ὁποῖοι ψάλλουν αὐτὰ τὰ λόγια, Ἀλληλούϊα.

Ἔχουσα ἡ Παρθένος μὲς στὴ μήτρα της τὸν Θεό, ἔτρεξε πρὸς τὴν Ἐλισάβετ. Τὸ βρέφος ἐκείνης (ὁ Ἰωάννης) μόλις κατάλαβε τὸν χαιρετισμό της σκίρτησε ἀπὸ χαρά· καὶ μὲ σκιρτήματα ἀντὶ γιὰ ὕμνους, φώναζε δυνατὰ πρὸς τὴ Θεοτόκο·

Χαῖρε κλῆμα ποὺ πρόβαλες τὸν ἀμάραντο βλαστό· χαῖρε κτῆμα ποὺ πρόσφερες τὸν ἄφθαρτο καρπό.

Χαῖρε ἐσὺ ποὺ γεώργησες τὸν φιλάνθρωπο γεωργό· χαῖρε ἐσὺ ποὺ φύτρωσες τὸν φυτουργὸ τῆς ζωῆς (τὸ Χριστό).

Χαῖρε γῆ ποὺ βλαστάνεις ἄφθονη εὐσπλαγχνία· χαῖρε τραπέζι ποὺ βαστάζεις πλούσιο τὸ ἔλεος.

Χαῖρε γιατὶ κάνεις νὰ ἀνθίσει λιβάδι πνευματικῆς ἀπόλαυσης· χαῖρε γιατὶ ἑτοιμάζεις λιμάνι (σωτηρίας) γιὰ τὶς ψυχές.

Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ εἶσαι θυμίαμα μεσιτείας δεκτὸ ἀπὸ τὸν Θεό, χαῖρε, ἐσὺ τοῦ κόσμου ὅλου ὁ ἐξιλασμός.

Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ εἶσαι ἡ ἀγαθὴ εὐδοκία (εὔνοια) τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους, χαῖρε ἐσὺ ἡ παρρησία τῶν ἀνθρώπων πρὸς τὸν Θεό.

Χαῖρε Νύμφη ἀνύμφευτε.

Ἔχοντας μέσα του ζάλη ἀπὸ λογισμοὺς ἀμφιβολίας, ὁ δίκαιος Ἰωσὴφ ταράχτηκε, κι ἐνῶ σὲ θεωροῦσε ἄγαμη (Παρθένο), τώρα σὲ ὑποπτευόταν γιὰ παράνομες σχέσεις, Ἄμεμπτε· Σὰν πληροφορήθηκε ὅμως ὅτι ἡ σύλληψη προερχόταν ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, φώναξε Ἀλληλούϊα.

Ἔπειτα ψάλλεται καὶ πάλι τὸ τροπάριο Τῇ Ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ… (σύντομο). Καὶ ἀμέσως τὸ Τρισάγιο· Ἅγιος ὁ Θεός… Δόξα Πατρί. Καὶ νῦν. Παναγία Τριάς… Κύριε, ἐλέησον (3 φορές). Δόξα Πατρί. Καὶ νῦν. Πάτερ ἡμῶν… Ὅτι σοῦ ἐστιν…

Ὁ Ἀναγνώστης· Ἀμήν. Καὶ διαβάζει τὸ Κοντάκιο τοῦ ἁγίου Θεοδώρου.

Ἀφοῦ ἔβαλες μὲς στὴν καρδιά σου σὰν θώρακα τὴν πίστη σου στὸ Χριστό, κατενίκησες τὶς ἐχθρικὲς (δαιμονικὲς) δυνάμεις, πολύαθλε (ἅγιε Θεόδωρε), καὶ σὰν ἀνίκητος στεφανώθηκες αἰώνια μὲ οὐράνιο στεφάνι.

Κύριε, ἐλέησέ μας (40 φορές), καὶ τὴν ἑπόμενη Εὐχή·

Χριστὲ ὁ Θεός μας, Ἐσὺ ποὺ σὲ κάθε ὥρα καὶ σὲ κάθε στιγμὴ προσκυνεῖσαι καὶ δοξάζεσαι στὸν οὐρανὸ καὶ στὴ γῆ· ποὺ εἶσαι μακρόθυμος, πολυέλεος καὶ πολυεύσπλαγχνος· ποὺ ἀγαπᾶς τοὺς ἐνάρετους καὶ ἐλεεῖς τοὺς ἁμαρτωλούς· ποὺ μὲ τὴν ὑπόσχεση τῶν ἀγαθῶν τῆς μέλλουσας βασιλείας Σου προσκαλεῖς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους (στὴ μετάνοια καὶ) στὴ σωτηρία, Ἐσὺ ὁ Ἴδιος, Κύριέ μας, δέξου καὶ τὶς δικές μας προσευχὲς ποὺ αὐτὴ τὴν ὥρα Σοῦ ἀπευθύνουμε καὶ κατεύθυνε τὴ ζωή μας ὥστε νὰ εἶναι σύμφωνη πρὸς τὶς ἐντολές Σου. Ἁγίασε τὶς ψυχές μας, ἐξάγνισε τὰ σώματά μας, διόρθωσε τοὺς λογισμούς μας, καθάρισε τὶς σκέψεις μας, καὶ φύλαξέ μας ἀπὸ κάθε θλίψη, κακὸ καὶ ὀδύνη. Περιφρούρησέ μας μὲ τοὺς ἁγίους σου Ἀγγέλους, ὥστε διαφυλαγμένοι καὶ καθοδηγούμενοι μὲ τὴν προστασία τους νὰ φτάσουμε στὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ στὴν ἐπίγνωση τῆς ἀπρόσιτης δόξας Σου· γιατὶ εἶσαι Εὐλογημένος στοὺς ἀπέραντους αἰῶνες. Ἀμήν.

Κύριε, ἐλέησέ μας (3 φορές). Δόξα Πατρί. Καὶ νῦν.

Ἐσένα ποὺ εἶσαι πιὸ τιμημένη ἀπ᾿ τὰ Χερουβεὶμ καὶ ἀσύγκριτα πιὸ ἔνδοξη ἀπὸ τὰ Σεραφείμ, ποὺ χωρὶς νὰ φθαρεῖ ἡ παρθενία σου γέννησες τὸ Θεὸ Λόγο, ποὺ εἶσαι πράγματι ἡ Θεοτόκος, Ἐσένα μεγαλύνουμε.

Στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου, εὐλόγησέ μας, πάτερ.

Ὁ Ἱερέας· Ὁ Θεὸς ἂς μᾶς σπλαγχνιστεῖ καὶ ἂς μᾶς εὐλογήσει. Ἂς φανερώσει τὸ πρόσωπό του σὲ μᾶς κι ἂς μᾶς ἐλεήσει.

Ὁ Ἀναγνώστης· Κύριε, ἐλέησέ μας (3 φορές)· καὶ σῶσε μας Παναγία Παρθένε.

Εὐχὴ στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο.

Ἄμωμη, ἀμόλυντη, ἀδιάφθορη, ἄχραντη, ἁγνὴ Παρθένε, νύφη τοῦ Θεοῦ καὶ Δέσποινα. Ἐσὺ ποὺ μὲ τὴν ὑπέρλογη γέννα σου ἕνωσες τὸ Θεὸ Λόγο μὲ τὸ ἀνθρώπινο γένος καὶ ἐπανασύνδεσες καὶ ὕψωσες τὴν πεσμένη ἀνθρώπινη φύση μας μὲ τὸν οὐράνιο κόσμο. Ἐσύ, ἡ μοναδικὴ ἐλπίδα τῶν ἀπελπισμένων καὶ ἡ βοήθεια ἐκείνων ποὺ πολεμοῦνται (ἀπ᾿ τοὺς δαίμονες), ἡ πάντα πρόθυμη στὴν προστασία ὅσων προστρέχουν σὲ σένα, ποὺ εἶσαι τὸ καταφύγιο ὅλων τῶν χριστιανῶν· μὴ μὲ περιφρονήσεις τὸν ἁμαρτωλό, τὸν ἀκάθαρτο, ποὺ ἐξαχρείωσα τὴν ὕπαρξή μου μὲ αἰσχροὺς λογισμούς, λόγια καὶ πράξεις, καὶ ὑποδουλώθηκα ἐξαιτίας τῆς πνευματικῆς ἀμέλειας στὶς ἡδονὲς τῆς ζωῆς αὐτῆς. Ἀλλὰ ἐσύ, ὡς Μητέρα τοῦ Φιλάνθρωπου Θεοῦ μας, σπλαγχνίσου με δείχνοντας καὶ σὲ μένα τὸν ἁμαρτωλὸ καὶ ἄσωτο τὴ φιλανθρωπία σου, καὶ δέξου τὴ δέηση ποὺ σοῦ προσφέρουν τὰ ἀκάθαρτα χείλη μου· καὶ χρησιμοποιώντας τὴ μητρική σου παρρησία ἱκέτευσε θερμὰ τὸν Υἱό σου καὶ Δεσπότη μας, ν᾿ ἀνοίξει καὶ σὲ μένα τὴ φιλάνθρωπη ἀγκαλιὰ τῆς ἀγάπης Του· καὶ ἀφοῦ μοῦ συγχωρέσει τὶς ἀναρίθμητες ἁμαρτίες μου, νὰ μὲ ὁδηγήσει στὴ μετάνοια καὶ νὰ μὲ ἀναδείξει πιστὸ ἐργάτη τῶν ἐντολῶν Του. Καὶ νὰ εἶσαι, Παναγία μου, πάντοτε κοντὰ μου, ὡς ἐλεήμων καὶ συμπαθὴς καὶ σπλαγχνική, στὴν παρούσα ζωὴ ἰσχυρὴ προστασία καὶ βοήθειά μου, ἀποκρούοντας ὡς τεῖχος τὶς ἐπιθέσεις τῶν ἐχθρῶν (τῶν δαιμόνων) καὶ καθοδηγώντας με στὴ σωτηρία· καὶ ὅταν ἔλθει ἡ ὥρα τοῦ θανάτου μου, νὰ περιφρουρεῖς τὴν ἄθλια ψυχή μου καὶ νὰ ἀποδιώκεις μακριὰ ἀπ᾿ αὐτὴ τὰ σκοτεινὰ πρόσωπα τῶν πονηρῶν δαιμόνων. Καὶ κατὰ τὴ φοβερὴ ἡμέρα τῆς Κρίσεως νὰ μὲ ἀπαλλάξεις ἀπὸ τὴν καταδίκη τῆς αἰωνίας κολάσεως καὶ νὰ μὲ ἀξιώσεις νὰ κληρονομήσω καὶ συμμετάσχω στὴν ἀνέκφραστη δόξα τοῦ Υἱοῦ σου καὶ Θεοῦ μας. Αὐτῆς τῆς δόξας μακάρι κι ἐγὼ νὰ γίνω κληρονόμος μὲ τὴ μεσιτεία καὶ τὴ βοήθειά σου Δέσποινα· ἀλλὰ καὶ μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στὸν Ὁποῖο ἀνήκει ὅλη ἡ δόξα καὶ ἡ τιμὴ καὶ ἡ προσκύνηση, καθὼς καὶ στὸν ἄναρχο Πατέρα Του καὶ στὸ Πανάγιο καὶ ἀγαθὸ καὶ ζωοποιὸ Πνεῦμα Του, τώρα καὶ σὲ κάθε στιγμὴ καὶ στοὺς ἀπέραντους αἰῶνες. Ἀμήν.

Εὐχὴ στὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό.

Καὶ δῶσε μας, Κύριε, τώρα ποὺ πρόκειται νὰ κοιμηθοῦμε, ἀνάπαυση στὸ σῶμα καὶ στὴν ψυχή μας· καὶ διαφύλαξέ μας ἀπὸ τὸν σκοτεινὸ ὕπνο τῆς ἁμαρτίας κι ἀπὸ κάθε σκοτεινὴ καὶ νυκτερινὴ ἡδονὴ ποὺ διεγείρει τὰ πάθη μας. Παῦσε τὶς ὁρμὲς τῶν παθῶν, σβῆσε τὰ πύρινα βέλη (τοὺς πειρασμοὺς) ποὺ τοξεύει μὲ δολιότητα ἐναντίον μας ὁ πονηρός. Κατάστειλε τὶς σαρκικὲς ὁρμές μας καὶ ἀποκοίμησε κάθε γήινη καὶ ὑλικὴ (μάταιη) ἐπιθυμία μας. Δώρισέ μας, Θεέ μας, ἄγρυπνο νοῦ, καθαρὸ λογισμό, καρδιὰ προσεκτική, ὕπνο ἐλαφρό, ἀπαλλαγμένο ἀπὸ κάθε δαιμονικὴ φαντασία. Μὲ προθυμία νὰ σηκωθοῦμε ὅταν ἔλθει ἡ ὥρα τῆς προσευχῆς, στηριγμένοι στὶς ἐντολές Σου καὶ ἔχοντας σταθερὴ μέσα μας τὴν ἐνθύμηση τῶν προσταγμάτων Σου. Χάρισέ μας τὴν ὁλοπρόθυμη διάθεση τῆς ὁλονύχτιας δοξολογίας Σου, γιὰ νὰ ὑμνοῦμε καὶ εὐλογοῦμε καὶ δοξάζουμε τὸ ἀξιότιμο καὶ μεγαλόπρεπο ὄνομά Σου, τοῦ Πατέρα καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τώρα καὶ σὲ κάθε στιγμὴ καὶ στοὺς ἀπέραντους αἰῶνες. Ἀμήν.

Καὶ τὰ ἑπόμενα τροπάρια·

Ὑπερένδοξη, Ἀειπάρθενη, εὐλογημένη Θεοτόκε μετάφερε τὴν προσευχὴ μας στὸν Υἱό σου καὶ Θεό μας καὶ ζήτησέ Του νὰ σώσει μὲ τὶς δικές σου πρεσβεῖες τὶς ψυχές μας.

Ἡ ἐλπίδα μου εἶναι ὁ Πατέρας, καταφυγή μου ὁ Υἱός, σκέπη (προστασία) μου τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Δόξα σ᾿ Ἐσένα Πανάγιε Τριαδικὲ Θεέ μας.

Ὅλη τὴν ἐλπίδα μου σ᾿ ἐσένα ἐμπιστεύομαι, Μητέρα τοῦ Θεοῦ, φύλαξέ με κάτω ἀπὸ τὴ σκέπη (προστασία) σου.

Τὴν Παρασκευὴ τῆς 1ης Ἑβδομάδας τῆς Μεγ. Σαρακοστῆς διαβάζεται ἀπὸ τὸν Ἱερέα τὸ Εὐαγγέλιο τῆς Παννυχίδος·

Εἶπε ὁ Κύριος στοὺς μαθητές Του· Ἐγὼ εἶμαι ἡ ἀληθινὴ κληματαριὰ καὶ ὁ Πατέρας μου ὁ γεωργός. Ὅποιο κλῆμα, ποὺ βρίσκεται σὲ μένα, δὲν καρποφορεῖ, τὸ κόβει, καὶ κάθε κλῆμα καρποφόρο τὸ καθαρίζει, γιὰ νὰ φέρει περισσότερο καρπό. Ἤδη ἐσεῖς εἶστε καθαροί, ἕνεκα τοῦ λόγου τὸν ὁποῖο σᾶς κήρυξα. Μείνετε ἑνωμένοι μαζί μου καὶ θὰ εἶμαι κι Ἐγὼ μαζί σας. Καθὼς τὸ κλῆμα δὲν μπορεῖ νὰ φέρει καρπὸ μόνο του, ἐὰν δὲν μένει στὸ ἀμπέλι, ἔτσι οὔτε ἐσεῖς, ἐὰν δὲν μένετε ἑνωμένοι μ᾿ Ἐμένα. Ἐγὼ εἶμαι τὸ ἀμπέλι, ἐσεῖς τὰ κλήματα. Ἐκεῖνος ποὺ μένει ἑνωμένος μ᾿ ἐμένα, ὅπως κι Ἐγὼ μ᾿ ἐκεῖνον, αὐτὸς φέρει πολὺ καρπό, γιατὶ χωρὶς Ἐμένα δὲν μπορεῖτε νὰ κάνετε τίποτε. Ὅποιος δὲ μένει ἑνωμένος μ᾿ Ἐμένα πετιέται ἔξω, ὅπως τὸ κλῆμα, καὶ ξεραίνεται καὶ τὰ μαζεύουν καὶ τὰ ρίχνουν στὴ φωτιὰ καὶ καίγονται. Ἐὰν μένετε ἑνωμένοι μ᾿ Ἐμένα, καὶ τὰ λόγια μου μένουν μέσα σας, ζητῆστε ὅ,τι θέλετε καὶ θὰ γίνει σ᾿ ἐσᾶς.

Καὶ ὁ Ἱερέας ἀμέσως κάνει τὴν Ἀπόλυση·

Δόξα σ᾿ Ἐσένα Θεέ μας, ποὺ εἶσαι ἡ ἐλπίδα μας, δόξα σ᾿ Ἐσένα. Χριστέ, ἀληθινὲ Θεέ μας, μὲ τὶς πρεσβεῖες τῆς πανάχραντης καὶ πανάμωμης ἁγίας Μητέρας Σου· (μὲ τὶς πρεσβεῖες) τῶν ἁγίων ἐνδόξων καὶ ξακουστῶν ἀποστόλων· τῶν ἐνδόξως θριαμβευσάντων μαρτύρων· τῶν ὁσίων καὶ θεοφόρων πατέρων μας· τοῦ ἁγίου… (τοῦ Ναοῦ)· τῶν ἁγίων καὶ δικαίων προγόνων (τοῦ Κυρίου) Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννας· τοῦ ἁγίου… (τῆς ἡμέρας), τοῦ ὁποίου ἑορτάζουμε τὴ μνήμη, καὶ (μὲ τὶς πρεσβεῖες) ὅλων σου τῶν ἁγίων, ἂς μᾶς ἐλεήσεις κι ἂς σώσεις τὶς ψυχές μας, γιατὶ εἶσαι ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος καὶ ἐλεήμονας Θεός. Ἀμήν.

Εἶτα ὁ Ἱερεὺς λέγει (ἀποκρινομένων ἡμῶν τό· Κύριε, ἐλέησον, συνεχῶς).

Εὐξώμεθα ὑπὲρ εἰρήνης τοῦ κόσμου.

Ὑπὲρ τῶν εὐσεβῶν καὶ ὀρθοδόξων Χριστιανῶν.

Ὑπὲρ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν (δεῖνος) καὶ πάσης τῆς ἐν Χριστῷ ἡμῶν ἀδελφότητος.

Ὑπὲρ τοῦ εὐσεβοῦς ἡμῶν Ἔθνους πάσης ἀρχῆς καὶ ἐξουσίας ἐν αὐτῷ.

Ὑπὲρ εὐοδώσεως καὶ ἐνισχύσεως τοῦ φιλοχρίστου στρατοῦ.

Ὑπὲρ τῶν ἀπολειφθέντων πατέρων καὶ ἀδελφῶν ἡμῶν.

Ὑπὲρ τῶν διακονούντων καὶ διακονησάντων ἡμῖν.

Ὑπὲρ τῶν μισούντων καὶ ἀγαπώντων ἡμᾶς.

Ὑπὲρ τῶν ἐντειλαμένων ἡμῖν τοῖς ἀναξίοις εὔχεσθαι ὑπὲρ αὐτῶν.

Ὑπὲρ ἀναῤῥύσεως τῶν αἰχμαλώτων.

Ὑπὲρ τῶν ἐν θαλάσσῃ καλῶς πλεόντων.

Ὑπὲρ τῶν ἐν ἀσθενείαις κατακειμένων.

Εὐξώμεθα καὶ ὑπὲρ εὐφορίας τῶν καρπῶν τῆς γῆς.

Καὶ ὑπὲρ πάσης ψυχῆς χριστιανῶν Ὀρθοδόξων.

Μακαρίσωμεν τοὺς εὐσεβεῖς ἄρχοντας, τοὺς ὀρθοδόξους Ἀρχιερεῖς. Τοὺς κτίτορας τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας ταύτης, τοὺς γονεῖς ἡμῶν καὶ διδασκάλους καὶ πάντας τοὺς προαπελθόντας πατέρας καὶ ἀδελφοὺς ἡμῶν τοὺς ἐνθάδε εὐσεβῶς κειμένους, καὶ τοὺς ἁπανταχοῦ Ὀρθοδόξους.

Εἴπωμεν καὶ ὑπὲρ ἑαυτῶν, τό· Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον.

Ὁ Χορός, ψάλλει· Ἦχος γ´.

Τὴν ὡραιότητα τῆς παρθενίας σου, καὶ τὸ ὑπέρλαμπρον τὸ τῆς ἁγνείας σου, ὁ Γαβριὴλ καταπλαγείς, ἐβόα σοι Θεοτόκε, ποῖόν σοι ἐγκώμιον, προσαγάγω ἐπάξιον; τί δὲ ὀνομάσω σε; ἀπορῶ καὶ ἐξίσταμαι. Διὸ ὡς προσετάγην βοῶ σοι· Χαῖρε, ἡ Κεχαριτωμένη.

Ὁ Ἱερεύς· Δι᾿ εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.

Καὶ συνεχίζει ὁ Ἱερέας ἐνῶ ἐμεῖς λέμε συνεχῶς τὸ Κύριε, ἐλέησέ μας.

Ἂς προσευχηθοῦμε γιὰ τὴν εἰρήνη τοῦ κόσμου.

Γιὰ τοὺς εὐσεβεῖς καὶ ὀρθοδόξους χριστιανούς.

Γιὰ τὸν Ἀρχιεπίσκοπό μας (…) κι ὅλη τὴν ἀδελφότητά μας ποὺ εἶναι ἑνωμένη με τὴν ἴδια πίστη στὸ Χριστό.

Γιὰ τὸ εὐσεβὲς ἔθνος μας καὶ γιὰ τὶς ἀρχὲς καὶ ἐξουσίες ποὺ τὸ διοικοῦν.

Γιὰ τὴν πρόοδο καὶ ἐνίσχυση τοῦ φιλόχριστου στρατοῦ μας.

Γιὰ τοὺς ἀπόντες πατέρες καὶ ἀδελφούς μας.

Γιὰ ὅσους μᾶς εὐεργετοῦν καὶ ὅσους μᾶς ὑπηρετοῦν.

Γιὰ ὅσους μᾶς μισοῦν κι ὅσους μᾶς ἀγαποῦν.

Γιὰ ὅσους ζήτησαν ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς ἀνάξιους νὰ προσευχόμαστε γι᾿ αὐτούς.

Γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῶν αἰχμαλώτων.

Γιὰ νὰ εἶναι καλοτάξιδοι οἱ ταξιδεύοντες στὴ θάλασσα.

Γιὰ ὅσους εἶναι κατάκοιτοι καὶ ὑποφέρουν ἀπὸ διάφορες ἀσθένειες.

Ἂς προσευχηθοῦμε καὶ γιὰ τὴν εὐφορία τῶν καρπῶν τῆς γῆς.

Καὶ γιὰ κάθε ψυχὴ ὀρθοδόξου χριστιανοῦ.

Ἂς μακαρίσουμε τοὺς εὐσεβεῖς ἄρχοντες, τοὺς ὀρθοδόξους Ἀρχιερεῖς. Τοὺς κτίτορες τῆς Ἐκκλησίας αὐτῆς. Τοὺς γονεῖς μας καὶ τοὺς διδασκάλους μας, καὶ ὅλους τοὺς πατέρες καὶ ἀδελφούς μας ποὺ μ᾿ εὐσέβεια ἔφυγαν ἀπ᾿ τὴ ζωὴ αὐτὴ καὶ τάφηκαν ἐδῶ, καθὼς καὶ ὅλους τοὺς ὀρθοδόξους ἀδελφούς μας, ὅπου κι ἂν τάφηκαν.

Ἂς ποῦμε καὶ γιὰ τοὺς ἑαυτούς μας· Κύριε, ἐλέησέ μας· Κύριε ἐλέησέ μας, Κύριε, ἐλέησέ μας.

Καὶ ψάλλει ὁ Χορός·

Τὴν ὡραιότητα τῆς παρθενίας σου καὶ τὴν ὑπέρλαμπρη ἁγνότητὰ σου, ὅταν μὲ δέος ἀντίκρισε ὁ Γαβριήλ, σοῦ φώναζε Θεοτόκε· ποιό ἐγκώμιο ἄξιο σ᾿ ἐσένα νὰ σοῦ ἀπευθύνω; Μὲ τί ὄνομα νὰ σὲ καλέσω; Ἀπορῶ καὶ διερωτῶμαι. Γι᾿ αὐτό, ὅπως διατάχθηκα ἔτσι καὶ σὲ προσφωνῶ· Χαῖρε ἡ Κεχαριτωμένη (ἐσὺ ποὺ ἔλαβες ἀπὸ τὸ Θεὸ ὅλες τὶς θεῖες χάρες).

Ὁ Ἱερέας· Μὲ τὶς εὐχὲς τῶν ἁγίων Πατέρων μας, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός μας, ἐλέησέ μας. Ἀμήν.

Β´

Τῌ ΠΑΡΑΣΚΕΥῌ
ΤΗΣ Β´ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

Ἀναγινώσκεται τὸ Μικρὸν Ἀπόδειπνον (σελ. 6). Μετὰ τὸ «Ἄξιόν ἐστιν» ψάλλεται ὑπὸ τῶν Χορῶν ὁ Κανὼν τῆς Θεοτόκου (σελ. 28) καὶ τὸ Κοντάκιον· «Τῇ Ὑπερμάχῳ» ἀργῶς (σελ. 54) μεθ᾿ ὃ ἀπαγγέλλεται ἐμμελῶς ὑπὸ τοῦ Ἱερέως ἡ Β´ Στάσις τῶν «Χαιρετισμῶν».

ΣΤΑΣΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ

κουσαν οἱ Ποιμένες, τῶν Ἀγγέλων ὑμνούντων, τὴν ἔνσαρκον Χριστοῦ παρουσίαν· καὶ δραμόντες ὡς πρὸς ποιμένα, θεωροῦσι τοῦτον ὡς ἀμνὸν ἄμωμον, ἐν τῇ γαστρὶ Μαρίας βοσκηθέντα, ἣν ὑμνοῦντες, εἶπον·

Χαῖρε, ἀμνοῦ καὶ ποιμένος Μήτηρ· χαῖρε, αὐλὴ λογικῶν προβάτων.

Χαῖρε, ἀοράτων ἐχθρῶν ἀμυντήριον· χαῖρε, Παραδείσου θυρῶν ἀνοικτήριον.

Χαῖρε, ὅτι τὰ οὐράνια συναγάλλεται τῇ γῇ· χαῖρε, ὅτι τὰ ἐπίγεια συγχορεύει οὐρανοῖς.

Χαῖρε, τῶν Ἀποστόλων τὸ ἀσίγητον στόμα· χαῖρε, τῶν Ἀθλοφόρων τὸ ἀνίκητον θάρσος.

Χαῖρε, στεῤῥὸν τῆς Πίστεως ἔρεισμα· χαῖρε, λαμπρὸν τῆς χάριτος γνώρισμα.

Χαῖρε, δι᾿ ἧς ἐγυμνώθη ὁ ᾍδης· χαῖρε, δι᾿ ἧς ἐνεδύθημεν δόξαν.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Θεοδρόμον Ἀστέρα, θεωρήσαντες Μάγοι, τῇ τούτου ἠκολούθησαν αἴγλῃ· καὶ ὡς λύχνον κρατοῦντες αὐτόν, δι᾿ αὐτοῦ ἠρεύνων κραταιὸν Ἄνακτα· καὶ φθάσαντες τὸν ἄφθαστον, ἐχάρησαν, αὐτῷ βοῶντες· Ἀλληλούϊα.

δον παῖδες Χαλδαίων, ἐν χερσὶ τῆς Παρθένου, τὸν πλάσαντα χειρὶ τοὺς ἀνθρώπους· καὶ Δεσπότην νοοῦντες αὐτόν, εἰ καὶ δούλου ἔλαβε μορφήν, ἔσπευσαν τοῖς δώροις θεραπεῦσαι, καὶ βοῆσαι τῇ Εὐλογημένῃ·

Χαῖρε, ἀστέρος ἀδύτου Μήτηρ· χαῖρε, αὐγὴ μυστικῆς ἡμέρας.

Χαῖρε, τῆς ἀπάτης τὴν κάμινον σβέσασα· χαῖρε, τῆς Τριάδος τοὺς μύστας φωτίζουσα.

Χαῖρε, τύραννον ἀπάνθρωπον ἐκβαλοῦσα τῆς ἀρχῆς· χαῖρε, Κύριον φιλάνθρωπον ἐπιδείξασα Χριστόν.

Χαῖρε, ἡ τῆς βαρβάρου λυτρουμένη θρησκείας· χαῖρε, ἡ τοῦ βορβόρου ῥυομένη τῶν ἔργων.

Χαῖρε, πυρὸς προσκύνησιν παύσασα· χαῖρε, φλογὸς παθῶν ἀπαλλάττουσα.

Χαῖρε, πιστῶν ὁδηγὲ σωφροσύνης· χαῖρε, πασῶν γενεῶν εὐφροσύνη.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Κήρυκες θεοφόροι, γεγονότες οἱ Μάγοι, ὑπέστρεψαν εἰς τὴν Βαβυλῶνα· ἐκτελέσαντές σου τὸν χρησμόν, καὶ κηρύξαντές σε τὸν Χριστὸν ἅπασιν, ἀφέντες τὸν Ἡρώδην ὡς ληρώδη, μὴ εἰδότα ψάλλειν· Ἀλληλούϊα.

Λάμψας ἐν τῇ Αἰγύπτῳ, φωτισμὸν ἀληθείας, ἐδίωξας τοῦ ψεύδους τὸ σκότος· τὰ γὰρ εἴδωλα ταύτης Σωτήρ, μὴ ἐνέγκαντά σου τὴν ἰσχύν, πέπτωκεν· οἱ τούτων δὲ ῥυσθέντες, ἐβόων πρὸς τὴν Θεοτόκον·

Χαῖρε, ἀνόρθωσις τῶν ἀνθρώπων· χαῖρε, κατάπτωσις τῶν δαιμόνων.

Χαῖρε, τῆς ἀπάτης τὴν πλάνην πατήσασα· χαῖρε, τῶν εἰδώλων τὸν δόλον ἐλέγξασα.

Χαῖρε, θάλασσα ποντίσασα Φαραὼ τὸν νοητόν· χαῖρε, πέτρα ἡ ποτίσασα τοὺς διψῶντας τὴν ζωήν.

Χαῖρε, πύρινε στῦλε, ὁδηγῶν τοὺς ἐν σκότει· χαῖρε, σκέπη τοῦ κόσμου, πλατυτέρα νεφέλης.

Χαῖρε, τροφὴ τοῦ μάννα διάδοχε· χαῖρε, τρυφῆς ἁγίας διάκονε.

Χαῖρε, ἡ γῆ τῆς ἐπαγγελίας· χαῖρε, ἐξ ἧς ῥέει μέλι καὶ γάλα.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Μέλλοντος Συμεῶνος, τοῦ παρόντος αἰῶνος, μεθίστασθαι τοῦ ἀπατεῶνος, ἐπεδόθης ὡς βρέφος αὐτῷ, ἀλλ᾿ ἐγνώσθης τούτῳ καὶ Θεὸς τέλειος· διό περ ἐξεπλάγη, σοῦ τὴν ἄῤῥητον σοφίαν, κράζων· Ἀλληλούϊα.

Εἶτα, τό· Τῇ Ὑπερμάχῳ… (σύντομον). Τρισάγιον καὶ τὸ Κοντάκιον·

Ὡς ἀπαρχὰς τῆς φύσεως, τῷ φυτουργῷ τῆς κτίσεως, ἡ οἰκουμένη προσφέρει σοι, Κύριε, τοὺς θεοφόρους Μάρτυρας. Ταῖς αὐτῶν ἱκεσίαις, ἐν εἰρήνῃ βαθείᾳ τὴν Ἐκκλησίαν σου, διὰ τῆς Θεοτόκου συντήρησον, Πολυέλεε.

Κύριε, ἐλέησον (μ´). Ὁ ἐν παντὶ καιρῷ… καὶ Ἄσπιλε, ἀμόλυντε… Καὶ δὸς ἡμῖν Δέσποτα… (ἄνευ Εὐαγγελίου). Ἀπόλυσις. Εὐξώμεθα… Τὴν ὡραιότητα… Δι᾿ εὐχῶν… (σελ. 62-80).

Β´

ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ
ΤΗΣ 2ης ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

Διαβάζεται τὸ Μικρὸ Ἀπόδειπνο (σελ. 7). Μετὰ τὸ Ἄξιόν ἐστιν ψάλλεται ὁ Κανόνας τῆς Θεοτόκου (σελ. 29), κι ἔπειτα τὸ Κοντάκιο «Τῇ Ὑπερμάχῳ…» σὲ ἀργὸ μέλος (σελ. 55). Ἀκολουθεῖ ἡ ἀπὸ τὸν Ἱερέα ἐμμελὴς ἀπαγγελία τῆς Β´ Στάσης τῶν Χαιρετισμῶν.

ΣΤΑΣΗ ΔΕΥΤΕΡΗ

Ἄκουσαν οἱ ποιμένες τοὺς Ἀγγέλους νὰ ὑμνοῦν τὴν ἔνσαρκη παρουσία τοῦ Χριστοῦ (στὴ γῆ) καὶ σπεύδοντας νὰ Τὸν δοῦν ὡς ποιμένα, τὸν ἀντίκρισαν ὡς πρόβατο ἄκακο ποὺ βοσκήθηκε στὴν κοιλιὰ τῆς Μαρίας, καὶ μὲ ὕμνους εἶπαν πρὸς αὐτήν·

Χαῖρε μητέρα τοῦ προβάτου καὶ ποιμένα, χαῖρε μαντρὶ λογικῶν προβάτων (τῶν πιστῶν).

Χαῖρε τὸ ἀμυντήριο κατὰ τῶν ἀοράτων ἐχθρῶν· χαῖρε ἐσὺ ποὺ μᾶς ἀνοίγεις τὶς (κλειστὲς) πόρτες τοῦ Παραδείσου.

Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ γίνεσαι ἀφορμὴ τὰ οὐράνια νὰ ἀγάλλονται μὲ τὴ γῆ· χαῖρε, γιατὶ τὰ ἐπίγεια συγχορεύουν μὲ τὰ οὐράνια.

Χαῖρε ἐσὺ ποὺ εἶσαι τὸ ἀσίγητο στόμα τῶν Ἀποστόλων· χαῖρε ἐσὺ ποὺ εἶσαι τὸ ἀκατάβλητο θάρρος τῶν ἀθλοφόρων μαρτύρων.

Χαῖρε ἰσχυρὸ στήριγμα τῆς πίστεως· χαῖρε φωτεινὸ γνώρισμα τῆς Χάρης (τοῦ Θεοῦ).

Χαῖρε ἐσὺ διὰ τῆς ὁποίας ἀπογυμνώθηκε ὁ Ἅδης, χαῖρε ἐσὺ διὰ τῆς ὁποίας ντυθήκαμε τὴ δόξα.

Χαῖρε Νύμφη, ἀνύμφευτε.

Οἱ Μάγοι, ἀφοῦ εἶδαν τὸ ἀστέρι ποὺ ὁδηγοῦσε στὸ Θεό, ἀκολούθησαν τὴ φωτεινὴ λάμψη του· καὶ σὰν νὰ κρατοῦσαν αὐτὸ γιὰ λυχνάρι, ἔψαχναν γιὰ τὸν ἰσχυρὸ Βασιλιά· κι ὅταν ἔφθασαν σ᾿ Αὐτὸν ποὺ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ φθάσει, χάρηκαν καὶ φώναξαν δυνατὰ σ᾿ Αὐτόν· Ἀλληλούϊα.

Εἶδαν τὰ παιδιὰ τῶν Χαλδαίων (οἱ μάγοι) στὰ χέρια τῆς Παρθένου Ἐκεῖνον ποὺ μὲ τὰ χέρια Του ἔπλασε τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ κατανοώντας πὼς εἶναι ὁ Κύριος τοῦ κόσμου, ἂν καὶ ἔλαβε τὴν ἀνθρώπινη μορφή, ἔσπευσαν νὰ τοῦ προσφέρουν τὰ δῶρα τους καὶ νὰ φωνάξουν δυνατὰ στὴν Εὐλογημένη·

Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ ᾿γινες Μητέρα τοῦ ἀστεριοῦ (τοῦ Χριστοῦ) ποὺ δὲν πρόκειται νὰ δύσει ποτέ· χαῖρε ἡ αὐγὴ τῆς μυστικῆς ἡμέρας (τοῦ Κυρίου).

Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ ἔσβησες τὸ καμίνι τῆς πλάνης· χαῖρε ἐσὺ ποὺ φωτίζεις τοὺς λάτρεις τῆς Παναγίας Τριάδος.

Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ ἔδιωξες ἀπὸ τὴν ἐξουσία του τὸν ἀπάνθρωπο τύραννο (τὸν διάβολο)· χαῖρε, ἐσὺ ποὺ μᾶς ἔδειξες τὸν φιλάνθρωπο Χριστό.

Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ μᾶς λύτρωσες ἀπ᾿ τὴ βάρβαρη θρησκεία (τὴν εἰδωλολατρία)· χαῖρε ἐσὺ ποὺ μᾶς ἔσωσες ἀπὸ τὸ βόρβορο τῶν ἁμαρτωλῶν ἔργων.

Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ ἔπαυσες τὴν προσκύνηση τῆς φωτιᾶς (τὴν πυρολατρία)· χαῖρε ἐσὺ ποὺ λυτρώνεις ἀπ᾿ τὴ φλόγα τῶν παθῶν.

Χαῖρε ἐσὺ ποὺ ὁδηγεῖς τοὺς πιστοὺς στὴ σωφροσύνη, χαῖρε ὅλων τῶν γενεῶν ἡ εὐφροσύνη.

Χαῖρε Νύμφη, ἀνύμφευτε.

Ἀφοῦ οἱ Μάγοι ἔγιναν θεοφόροι κήρυκες, γύρισαν πίσω στὴ Βαβυλώνα. Ἐκπλήρωσαν ἔτσι τὸν χρησμό σου καὶ σὲ ὅλους κήρυξαν πὼς εἶσαι ὁ Χριστός. Κι ἄφησαν τὸν Ἡρώδη στὸ παραλήρημά του, βουβὸ καὶ ἀνίκανο νὰ ψέλνει (στὸ Θεό)· Ἀλληλούϊα.

Ἀφοῦ ἔλαμψες στὴν Αἴγυπτο τὸ φωτισμὸ τῆς θείας ἀλήθειας, ἀφάνισες τὸ σκοτάδι τοῦ ψεύδους· γιατὶ τὰ εἴδωλα αὐτῆς, μὴ μπορώντας νὰ ἀντέξουν τὴ δύναμὴ σου, Σωτήρα, γκρεμίστηκαν· κι ἐκεῖνοι ποὺ λυτρώθηκαν ἀπὸ αὐτὰ φώναζαν δυνατὰ στὴ Θεοτόκο·

Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ ἔγινες ἡ ἀνόρθωση τῶν ἀνθρώπων· χαῖρε, ἐσὺ ποὺ ἔγινες ἡ κατάπτωση τῶν δαιμόνων.

Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ διέλυσες τὴν πλάνη τῆς ἀπάτης· χαῖρε, ἐσὺ ποὺ ἤλεγξες τὸ δόλο τῶν εἰδώλων.

Χαῖρε, θάλασσα ποὺ καταπόντισες (στὰ νερά σου) τὸ νοητὸ Φαραὼ (τὸν διάβολο)· χαῖρε, πέτρα ποὺ ξεδίψασες ὅσους διψοῦν τὴν ἀληθινὴ ζωή.

Χαῖρε, φωτεινὲ στύλε ποὺ ὁδηγεῖς ὅσους πορεύονται στὸ σκοτάδι· χαῖρε, σκέπη τοῦ κόσμου ποὺ ᾿σαι πιὸ πλατιὰ ἀπ᾿ τὴ νεφέλη.

Χαῖρε, τροφὴ ποὺ διαδέχτηκε τὸ μάννα· χαῖρε, ἐσὺ ποὺ μοιράζεις τὴ θεία ἀπόλαυση (στὸν ἄνθρωπο).

Χαῖρε, ἡ γῆ τῆς ἐπαγγελίας· χαῖρε, ἐσὺ ἀπ᾿ τὴν ὁποία ρέει μέλι καὶ γάλα.

Χαῖρε Νύμφη, ἀνύμφευτε.

Ὅταν ἐπρόκειτο ὁ Συμεὼν νὰ φύγει ἀπὸ αὐτὴν ἐδῶ τὴ ζώη, τὴν ψεύτικη κι ἀπατηλή, τοῦ δόθηκες ὡς βρέφος· ἐκεῖνος ὅμως κατάλαβε πὼς εἶσαι τέλειος Θεός. Γι᾿ αὐτὸ ἐκπλησσόμενος ἀπὸ τὴν ἀνέκφραστη σοφία σου, σοῦ φώναζε δυνατά· Ἀλληλούϊα.

Ἔπειτα· «Τῇ Ὑπερμάχῳ…» (σύντομο). Τρισάγιο· «Ἅγιος ὁ Θεός…» καὶ τὸ Κοντάκιο·

Σ᾿ Ἐσένα, τὸν Δημιουργὸ τῆς κτίσεως, σοῦ προσφέρει, Κύριε, ἡ οἰκουμένη σὰν ἀπαρχὲς (τοὺς πρώτους καρποὺς) τῆς φύσεως, τοὺς θεοφόρους Μάρτυρες. Μὲ τὶς ἱκεσίες τους καὶ τὶς πρεσβεῖες τῆς Θεοτόκου διατήρησε, Πολυέλεε, τὴν Ἐκκλησία σου σὲ μακρὰ εἰρήνη.

Στὴ συνέχεια ὅλα ὅσα ἀναφέρονται στὴν πρώτη Ἑβδομάδα ἐκτὸς ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ ἡ ἀπόλυση· «Δι᾿ εὐχῶν…» (σελ. 63-81).

Γ´

Τῌ ΠΑΡΑΣΚΕΥῌ
 
ΤΗΣ Γ´ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

Ἀναγινώσκεται τὸ Μικρὸν Ἀπόδειπνον (σελ. 6). Μετὰ τὸ «Ἄξιόν ἐστιν» ψάλλεται ὑπὸ τῶν Χορῶν ὁ Κανὼν τῆς Θεοτόκου (σελ. 28) καὶ τὸ Κοντάκιον· «Τῇ Ὑπερμάχῳ» ἀργῶς (σελ. 54), μεθ᾿ ὃ ἀπαγγέλλεται ἐμμελῶς ὑπὸ τοῦ Ἱερέως ἡ Γ´ Στάσις τῶν «Χαιρετισμῶν».

ΣΤΑΣΙΣ ΤΡΙΤΗ

Νέαν ἔδειξε κτίσιν, ἐμφανίσας ὁ Κτίστης, ἡμῖν τοῖς ὑπ᾿ αὐτοῦ γενομένοις· ἐξ ἀσπόρου βλαστήσας γαστρός, καὶ φυλάξας ταύτην, ὥσπερ ἦν, ἄφθορον· ἵνα τὸ θαῦμα βλέποντες, ὑμνήσωμεν αὐτήν, βοῶντες·

Χαῖρε, τὸ ἄνθος τῆς ἀφθαρσίας· χαῖρε, τὸ στέφος τῆς ἐγκρατείας.

Χαῖρε, ἀναστάσεως τύπον ἐκλάμπουσα· χαῖρε, τῶν Ἀγγέλων τὸν βίον ἐμφαίνουσα.

Χαῖρε, δένδρον ἀγλαόκαρπον, ἐξ οὗ τρέφονται πιστοί· χαῖρε, ξύλον εὐσκιόφυλλον, ὑφ᾿ οὗ σκέπονται πολλοί.

Χαῖρε, κυοφοροῦσα ὁδηγὸν πλανωμένοις· χαῖρε, ἀπογεννῶσα λυτρωτὴν αἰχμαλώτοις.

Χαῖρε, Κριτοῦ δικαίου δυσώπησις· χαῖρε, πολλῶν πταιόντων συγχώρησις.

Χαῖρε, στολὴ τῶν γυμνῶν παῤῥησίας· χαῖρε, στοργὴ πάντα πόθον νικῶσα.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Ξένον τόκον ἰδόντες, ξενωθῶμεν τοῦ κόσμου, τὸν νοῦν εἰς οὐρανὸν μεταθέντες· διὰ τοῦτο γὰρ ὁ ὑψηλὸς Θεός, ἐπὶ γῆς ἐφάνη ταπεινὸς ἄνθρωπος, βουλόμενος ἑλκύσαι πρὸς τὸ ὕψος, τοὺς αὐτῷ βοῶντας· Ἀλληλούϊα.

λος ἦν ἐν τοῖς κάτω, καὶ τῶν ἄνω οὐδόλως ἀπῆν, ὁ ἀπερίγραπτος Λόγος· συγκατάβασις γὰρ θεϊκή, οὐ μετάβασις δὲ τοπικὴ γέγονε· καὶ τόκος ἐκ Παρθένου θεολήπτου, ἀκουούσης ταῦτα·

Χαῖρε, Θεοῦ ἀχωρήτου χώρα· χαῖρε, σεπτοῦ μυστηρίου θύρα.

Χαῖρε, τῶν ἀπίστων ἀμφίβολον ἄκουσμα· χαῖρε, τῶν πιστῶν ἀναμφίβολον καύχημα.

Χαῖρε, ὄχημα πανάγιον τοῦ ἐπὶ τῶν Χερουβείμ· χαῖρε, οἴκημα πανάριστον τοῦ ἐπὶ τῶν Σεραφείμ.

Χαῖρε, ἡ τἀναντία εἰς ταὐτὸ ἀγαγοῦσα· χαῖρε, ἡ παρθενίαν καὶ λοχείαν ζευγνῦσα.

Χαῖρε, δι᾿ ἧς ἐλύθη παράβασις! χαῖρε δι᾿ ἧς ἠνοίχθη Παράδεισος.

Χαῖρε, ἡ κλεὶς τῆς Χριστοῦ Βασιλείας· χαῖρε, ἐλπὶς ἀγαθῶν αἰωνίων.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Πᾶσα φύσις Ἀγγέλων, κατεπλάγη τὸ μέγα, τῆς σῆς ἐνανθρωπήσεως ἔργον· τὸν ἀπρόσιτον γὰρ ὡς Θεόν, ἐθεώρει πᾶσι προσιτὸν ἄνθρωπον· ἡμῖν μὲν συνδιάγοντα, ἀκούοντα δὲ παρὰ πάντων οὕτως· Ἀλληλούϊα.

ήτορας πολυφθόγγους, ὡς ἰχθύας ἀφώνους, ὁρῶμεν ἐπὶ σοὶ Θεοτόκε· ἀποροῦσι γὰρ λέγειν τό, πῶς καὶ Παρθένος μένεις, καὶ τεκεῖν ἴσχυσας· ἡμεῖς δὲ τὸ μυστήριον θαυμάζοντες, πιστῶς βοῶμεν·

Χαῖρε, σοφίας Θεοῦ δοχεῖον· χαῖρε, προνοίας αὐτοῦ ταμεῖον.

Χαῖρε, φιλοσόφους ἀσόφους δεικνύουσα· χαῖρε, τεχνολόγους ἀλόγους ἐλέγχουσα.

Χαῖρε, ὅτι ἐμωράνθησαν οἱ δεινοὶ συζητηταί· χαῖρε, ὅτι ἐμαράνθησαν οἱ τῶν μύθων ποιηταί.

Χαῖρε, τῶν Ἀθηναίων τὰς πλοκὰς διασπῶσα· χαῖρε, τῶν ἁλιέων τὰς σαγήνας πληροῦσα.

Χαῖρε, βυθοῦ ἀγνοίας ἐξέλκουσα· χαῖρε, πολλοὺς ἐν γνώσει φωτίζουσα.

Χαῖρε, ὁλκὰς τῶν θελόντων σωθῆναι· χαῖρε, λιμὴν τῶν τοῦ βίου πλωτήρων.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Σῶσαι θέλων τὸν κόσμον, ὁ τῶν ὅλων Κοσμήτωρ, πρὸς τοῦτον αὐτεπάγγελτος ἦλθε· καὶ ποιμὴν ὑπάρχων ὡς Θεός, δι᾿ ἡμᾶς ἐφάνη καθ᾿ ἡμᾶς ἄνθρωπος· ὁμοίῳ γὰρ τὸ ὅμοιον καλέσας, ὡς Θεὸς ἀκούει· Ἀλληλούϊα.

Εἶτα, τό· Τῇ Ὑπερμάχῳ… (σύντομον). Τρισάγιον καὶ τό Κοντάκιον· Ὡς ἀπαρχὰς τῆς φύσεως…, Κύριε, ἐλέησον (μ´). Ὁ ἐν παντὶ καιρῷ… Ἄσπιλε ἀμόλυντε…, Καὶ δὸς ἡμῖν Δέσποτα…, (ἄνευ Εὐαγγελίου). Ἡ Ἀπόλυσις. Εὐξώμεθα…, Τὴν ὡραιότητα…, ΖΔι᾿ εὐχῶν… (σελ. 62-80).

Γ´

ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ
ΤΗΣ 3ης ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

Διαβάζεται τὸ Μικρὸ Ἀπόδειπνο (σελ. 7). Μετὰ τὸ Ἄξιόν ἐστιν ψάλλεται ὁ Κανόνας τῆς Θεοτόκου (σελ. 29), κι ἔπειτα τὸ Κοντάκιο «Τῇ Ὑπερμάχῳ…» σὲ ἀργὸ μέλος (σελ. 55). Ἀκολουθεῖ ἡ ἀπὸ τὸν Ἱερέα ἐμμελὴς ἀπαγγελία τῆς Γ´ Στάσης τῶν Χαιρετισμῶν.

ΣΤΑΣΗ ΤΡΙΤΗ

Νέα (πνευματικὴ) κτίση φανέρωσε ὁ Κτίστης σ᾿ ἐμᾶς ποὺ γίναμε ἀπ᾿ Αὐτόν, ἀφοῦ βλάστησε χωρὶς σπορὰ ἀπὸ παρθενικὴ κοιλιὰ καὶ τὴν διαφύλαξε ὅπως ἦταν ἄφθορη. Ὣστε βλέποντας ἐμεῖς τὸ θαῦμα, μὲ ὕμνους νὰ φωνάζουμε πρὸς αὐτή·

Χαῖρε, ἄνθος τῆς ἀφθαρσίας· χαῖρε, στεφάνι τῆς ἐγκρατείας.

Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ μᾶς δίνεις εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως, χαῖρε ἐσὺ ποὺ μᾶς φανερώνεις τὴ ζωὴ τῶν Ἀγγέλων.

Χαῖρε, δέντρο ποὺ παράγεις καρποὺς γευστικοὺς καὶ καλούς, ἀπ᾿ τοὺς ὁποίους τρέφονται οἱ πιστοί· χαῖρε, ξύλο (δέντρο) πυκνόφυλλο, κάτω ἀπ᾿ τὸ ὁποῖο σκεπάζονται πολλοί.

Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ κυοφόρησες ὁδηγὸ γιὰ τοὺς πλανωμένους, χαῖρε, ἐσὺ ποὺ γέννησες Λυτρωτὴ γιὰ τοὺς αἰχμαλώτους.

Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ καθικετεύεις τὸν δίκαιο Κριτή, χαῖρε ἐσὺ ποὺ (μὲ τὴ μεσιτεία σου) παρέχεις συγχώρηση στοὺς ἁμαρτωλούς.

Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ γίνεσαι στολὴ γιὰ τοὺς γυμνοὺς ἀπὸ πνευματικὴ παρρησία (πρὸς τὸ Θεό)· χαῖρε στοργὴ ποὺ νικᾶς κάθε πόθο.

Χαῖρε Νύμφη, ἀνύμφευτε.

Ἀφοῦ γνωρίσαμε τὴν παράδοξη γέννηση (τοῦ Χριστοῦ), ἂς ἀποξενωθοῦμε ἀπὸ τὸν κόσμο, μεταφέροντας τὸ νοῦ μας στὸν οὐρανό. Γιὰ τοῦτο ὁ ὑψηλὸς Θεὸς φανερώθηκε στὴ γῆ ὡς ἕνας ταπεινὸς ἄνθρωπος· γιατὶ ἤθελε νὰ τραβήξει πρὸς τὸ δικό Του ὕψος αὐτοὺς ποὺ τοῦ φωνάζουν Ἀλληλούϊα.

Ὁλόκληρος βρισκόταν κάτω στὴ γῆ, κι ὡστόσο δὲν ἀπουσίαζε ἀπὸ τὰ ἄνω (τὸν οὐρανὸ) ὁ ἀπερίγραπτος Υἱὸς καὶ Λόγος (τοῦ Θεοῦ). Κι αὐτὸ ἔγινε μὲ θεϊκὴ συγκατάβαση κι ὄχι μὲ τοπικὴ μετακίνηση· κι ἔτσι συντελέστηκε ἡ γέννηση ἀπὸ Παρθένο ἀφιερωμένη στὸ Θεό, ἡ ὁποία ἀκούει αὐτά·

Χαῖρε, χώρα ποὺ χώρεσες τὸν ἀχώρητο Θεό· χαῖρε, θύρα τοῦ σεπτοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας μας.

Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ γιὰ τοὺς ἀπίστους εἶσαι ἀμφίβολο ἄκουσμα· χαῖρε, ἐσὺ ποὺ γιὰ τοὺς πιστοὺς εἶσαι ἀναμφίβολο καύχημα.

Χαῖρε, ὄχημα πανάγιο (τοῦ Χριστοῦ) ποὺ κάθεται πάνω στὰ Χερουβείμ· χαῖρε, οἴκημα ὑπερτέλειο Ἐκείνου ποὺ κάθεται στὰ Σεραφείμ.

Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ ἕνωσες μεταξύ τους τὰ ἀντίθετα· χαῖρε, ἐσὺ ποὺ συνδύασες τὴν παρθενία μὲ τὴ μητρότητα.

Χαῖρε, ἐσὺ μὲ τὴν ὁποία καταλύθηκε ἡ παράβαση, χαῖρε, ἐσὺ χάρη στὴν ὁποία ἀνοίχτηκε ὁ Παράδεισος.

Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ ᾿σαι τὸ κλειδὶ τῆς βασιλείας (τοῦ Χριστοῦ)· χαῖρε, ἐσὺ ἡ ἐλπίδα τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν.

Χαῖρε Νύμφη, ἀνύμφευτε.

Κάθε φύση Ἀγγέλων κατεπλάγη γιὰ τὸ μεγάλο γεγονὸς τῆς ἐνανθρωπήσεὼς Σου· γιατὶ ἔβλεπε τὸν ἀπρόσιτο Θεό, νὰ γίνεται προσιτὸς σὲ ὅλους ἄνθρωπος, νὰ συναναστρέφεται μαζί μας καὶ νὰ ἀκούει ἀπὸ ὅλους τὸ Ἀλληλούϊα.

Τοὺς ἐπιδέξιους ρήτορες, τοὺς βλέπουμε σὰν ψάρια ἄφωνα νὰ στέκονται μπροστὰ στὸ μυστήριό σου Θεοτόκε· γιατὶ δὲν μποροῦν νὰ ἐξηγήσουν πῶς καὶ Παρθένος ἔμεινες καὶ μπόρεσες νὰ γεννήσεις. Ἐμεῖς ὅμως θαυμάζοντας τὸ μυστήριο, σοῦ φωνάζουμε μὲ πίστη·

Χαῖρε, δοχεῖο τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ, χαῖρε ταμεῖο τῆς πρόνοιάς Του.

Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ ἀποδείχνεις ἄσοφους τοὺς φιλοσόφους· χαῖρε, ἐσὺ ποὺ ἐλέγχεις ὡς ἄμυαλους τοὺς τεχνολόγους.

Χαῖρε, γιατὶ μὲ σένα ἀποδείχτηκαν ἀνόητοι οἱ διαβόητοι συζητητές· χαῖρε, γιατὶ μὲ σένα ἐξαφανίστηκαν οἱ μυθοπλάστες.

Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ διαλύεις τοὺς περίπλοκους συλλογισμοὺς καὶ σοφίες τῶν Ἀθηναίων· χαῖρε, ἐσὺ ποὺ γεμίζεις (μὲ ἀνθρώπινες ψυχὲς) τὰ δίχτυα τῶν πνευματικῶν ψαράδων.

Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ ἀνασύρεις ἀπὸ τὸ βυθὸ τῆς ἄγνοιας, χαῖρε ἐσὺ ποὺ φωτίζεις πολλοὺς μὲ θεία γνώση.

Χαῖρε, πλοῖο αὐτῶν ποὺ θέλουν νὰ σωθοῦνε, χαῖρε, λιμάνι αὐτῶν ποὺ ταξιδεύουν στὸ πέλαγος τῆς ζωῆς.

Χαῖρε Νύμφη, ἀνύμφευτε.

Θέλοντας νὰ σώσει τὸν κόσμο Ἐκεῖνος ποὺ γιὰ χάρη μας τὸν κόσμησε, ἦλθε πρὸς αὐτὸν μὲ δική του πρωτοβουλία. Καὶ ὄντας Ποιμένας, ὡς Θεός, γιὰ χάρη μας φάνηκε ὅμοιος μὲ μᾶς ἄνθρωπος, καὶ κάλεσε ἔτσι (στὴ σωτηρία) τοὺς ὅμοιους μὲ Αὐτόν, ποὺ ὡς Θεὸς ἀκούει· Ἀλληλούϊα.

Ἔπειτα· «Τῇ Ὑπερμάχῳ…» (σύντομο). Τρισάγιο· «Ἅγιος ὁ Θεός…», Κοντάκιο· «Ὡς ἀπαρχὰς τῆς φύσεως…», καὶ ὅλα ὅσα ἀναφέρονται τὴν πρώτη Ἑβδομάδα ἐκτὸς ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο, καὶ ἡ ἀπόλυση· «Δι᾿ εὐχῶν…» (σελ. 63-81).

Δ´

Τῌ ΠΑΡΑΣΚΕΥῌ
ΤΗΣ Δ´ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

Ἀναγινώσκεται τὸ Μικρὸν Ἀπόδειπνον (σελ. 6). Μετὰ τὸ «Ἄξιόν ἐστιν» ψάλλεται ὑπὸ τῶν Χορῶν ὁ Κανὼν τῆς Θεοτόκου (σελ. 28) καὶ τὸ Κοντάκιον· «Τῇ Ὑπερμάχῳ» ἀργῶς (σελ. 54), μεθ᾿ ὃ ἀπαγγέλλεται ἐμμελῶς ὑπὸ τοῦ Ἱερέως ἡ Δ´ Στάσις τῶν «Χαιρετισμῶν».

ΣΤΑΣΙΣ ΤΕΤΑΡΤΗ

Τεῖχος εἶ τῶν παρθένων, Θεοτόκε Παρθένε, καὶ πάντων τῶν εἰς σὲ προστρεχόντων· ὁ γὰρ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, κατεσκεύασέ σε Ποιητὴς Ἄχραντε, οἰκήσας ἐν τῇ μήτρᾳ σου, καὶ πάντας σοι προσφωνεῖν διδάξας·

Χαῖρε, ἡ στήλη τῆς παρθενίας· χαῖρε, ἡ πύλη τῆς σωτηρίας.

Χαῖρε, ἀρχηγὲ νοητῆς ἀναπλάσεως· χαῖρε, χορηγὲ θεϊκῆς ἀγαθότητος.

Χαῖρε, σὺ γὰρ ἀνεγέννησας τοὺς συλληφθέντας αἰσχρῶς· χαῖρε, σὺ γὰρ ἐνουθέτησας τοὺς συληθέντας τὸν νοῦν.

Χαῖρε, ἡ τὸν φθορέα τῶν φρενῶν καταργοῦσα· χαῖρε, ἡ τὸν σπορέα τῆς ἁγνείας τεκοῦσα.

Χαῖρε, παστὰς ἀσπόρου νυμφεύσεως· χαῖρε, πιστοὺς Κυρίῳ ἁρμόζουσα.

Χαῖρε, καλὴ κουροτρόφε παρθένων· χαῖρε, ψυχῶν νυμφοστόλε Ἁγίων.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

μνος ἅπας ἡττᾶται, συνεκτείνεσθαι σπεύδων, τῷ πλήθει τῶν πολλῶν οἰκτιρμῶν σου· ἰσαρίθμους γὰρ τῇ ψάμμῳ ᾠδάς, ἂν προσφέρωμέν σοι, Βασιλεῦ ἅγιε, οὐδὲν τελοῦμεν ἄξιον, ὧν δέδωκας ἡμῖν, τοῖς σοὶ βοῶσιν· Ἀλληλούϊα.

Φωτοδόχον λαμπάδα, τοῖς ἐν σκότει φανεῖσαν, ὁρῶμεν τὴν ἁγίαν Παρθένον· τὸ γὰρ ἄϋλον ἅπτουσα φῶς, ὁδηγεῖ πρὸς γνῶσιν θεϊκὴν ἅπαντας, αὐγῇ τὸν νοῦν φωτίζουσα, κραυγῇ δὲ τιμωμένη ταῦτα·

Χαῖρε, ἀκτὶς νοητοῦ Ἡλίου· χαῖρε, βολὶς τοῦ ἀδύτου φέγγους.

Χαῖρε, ἀστραπὴ τὰς ψυχὰς καταλάμπουσα· χαῖρε, ὡς βροντὴ τοὺς ἐχθροὺς καταπλήττουσα.

Χαῖρε, ὅτι τὸν πολύφωτον ἀνατέλλεις φωτισμόν· χαῖρε, ὅτι τὸν πολύῤῥητον ἀναβλύζεις ποταμόν.

Χαῖρε, τῆς κολυμβήθρας ζωγραφοῦσα τὸν τύπον· χαῖρε, τῆς ἁμαρτίας ἀναιροῦσα τὸν ῥύπον.

Χαῖρε, λουτὴρ ἐκπλύνων συνείδησιν· χαῖρε, κρατὴρ κιρνῶν ἀγαλλίασιν.

Χαῖρε, ὀσμὴ τῆς Χριστοῦ εὐωδίας· χαῖρε, ζωὴ μυστικῆς εὐωχίας.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Χάριν δοῦναι θελήσας, ὀφλημάτων ἀρχαίων, ὁ πάντων χρεωλύτης ἀνθρώπων, ἐπεδήμησε δι᾿ ἑαυτοῦ, πρὸς τοὺς ἀποδήμους τῆς αὐτοῦ χάριτος· καὶ σχίσας τὸ χειρόγραφον, ἀκούει παρὰ πάντων οὕτως· Ἀλληλούϊα.

Ψάλλοντές σου τὸν τόκον, ἀνυμνοῦμέν σε πάντες, ὡς ἔμψυχον ναὸν Θεοτόκε· ἐν τῇ σῇ γὰρ οἰκήσας γαστρί, ὁ συνέχων πάντα τῇ χειρὶ Κύριος, ἡγίασεν, ἐδόξασεν, ἐδίδαξε βοᾶν σοι πάντας·

Χαῖρε, σκηνὴ τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου· χαῖρε, Ἁγία Ἁγίων μείζων.

Χαῖρε, Κιβωτὲ χρυσωθεῖσα τῷ Πνεύματι· χαῖρε, θησαυρὲ τῆς ζωῆς ἀδαπάνητε.

Χαῖρε, τίμιον διάδημα βασιλέων εὐσεβῶν· χαῖρε, καύχημα σεβάσμιον ἱερέων εὐλαβῶν.

Χαῖρε, τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἀσάλευτος πύργος· χαῖρε, τῆς βασιλείας τὸ ἀπόρθητον τεῖχος.

Χαῖρε, δι᾿ ἧς ἐγείρονται τρόπαια· χαῖρε, δι᾿ ἧς ἐχθροὶ καταπίπτουσι.

Χαῖρε, χρωτὸς τοῦ ἐμοῦ θεραπεία· χαῖρε, ψυχῆς τῆς ἐμῆς σωτηρία.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

πανύμνητε Μῆτερ, ἡ τεκοῦσα τὸν πάντων Ἁγίων ἁγιώτατον Λόγον (ἐκ γ´)· δεξαμένη τὴν νῦν προσφοράν, ἀπὸ πάσης ῥῦσαι συμφορᾶς ἅπαντας· καὶ τῆς μελλούσης λύτρωσαι κολάσεως, τοὺς σοὶ βοῶντας· Ἀλληλούϊα.

Καὶ πάλιν τὸν πρῶτον Οἶκον· Ἄγγελος πρωτοστάτης (σελ. 54). Εἶτα, τό· Τῇ Ὑπερμάχῳ… (σύντομον)· Τρισάγιον καὶ τὸ οἰκεῖον Κοντάκιον· Ὡς ἀπαρχὰς τῆς φύσεως… Κύριε, ἐλέησον (μ´). Ὁ ἐν παντὶ καιρῷ… Ἄσπιλε, ἀμόλυντε…, Καὶ δὸς ἡμῖν Δέσποτα… κ.λπ. (ἄνευ Εὐαγγελίου). Ἡ Ἀπόλυσις. Εὐξώμεθα…, Τὴν ὡραιότητα…, Δι᾿ εὐχῶν… (σελ. 62-80).

Δ´

ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ
ΤΗΣ 4ης ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

Διαβάζεται τὸ Μικρὸ Ἀπόδειπνο (σελ. 7). Μετὰ τὸ Ἄξιόν ἐστιν ψάλλεται ὁ Κανόνας τῆς Θεοτόκου (σελ. 29), κι ἔπειτα τὸ Κοντάκιο «Τῇ Ὑπερμάχῳ…» σὲ ἀργὸ μέλος (σελ. 55). Ἀκολουθεῖ ἡ ἀπὸ τὸν Ἱερέα ἐμμελὴς ἀπαγγελία τῆς Δ´ Στάσης τῶν Χαιρετισμῶν.

ΣΤΑΣΗ ΤΕΤΑΡΤΗ

Τεῖχος εἶσαι προστατευτικὸ τῶν παρθένων, Θεοτόκε Παρθένε, καθὼς καὶ ὅλων ὅσοι προστρέχουν στὴ χάρη σου. Γιατὶ ὁ Ποιητὴς τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ σὲ ἀνέδειξε στὸ θεομητορικό σου ἀξίωμα, ἄχραντε, σκηνώνοντας στὴ μήτρα σου καὶ διδάσκοντας ὅλους νὰ σὲ προσφωνοῦν·

Χαῖρε, ἡ στήλη τῆς παρθενίας· χαῖρε ἡ πύλη ποὺ ὁδηγεῖς στὴ σωτηρία.

Χαῖρε, ἀρχὴ τῆς νοητῆς ἀνάπλασής μας, χαῖρε χορηγὲ τῆς θεϊκῆς εὐσπλαγχνίας.

Χαῖρε, γιατὶ ἐσὺ ἀναγέννησες αὐτοὺς ποὺ συνελήφθησαν αἰσχρῶς (ποὺ ἔπεσαν στὰ δίχτυα τῆς ἁμαρτίας)· χαῖρε, γιατὶ ἐσὺ νουθέτησες αὐτοὺς τῶν ὁποίων ὁ νοῦς εἶχε πλανηθεῖ.

Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ καταργεῖς ἐκεῖνον (τὸν διάβολο) ποὺ ἔφθειρε τὸ μυαλό μας· χαῖρε, ἐσὺ ποὺ γέννησες τὸν σπορέα τῶν ἁγνῶν λογισμῶν.

Χαῖρε, δωμάτιο νυφικὸ στὸ ὁποῖο τελέστηκε ἡ ἄσπορη νύμφευση· χαῖρε, ἐσὺ ποὺ ἑνώνεις τοὺς πιστοὺς μὲ τὸν Κύριο.

Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ ἀνατρέφεις καλῶς τὶς παρθένες (ψυχές)· χαῖρε, ἐσὺ ποὺ στολίζεις σὰν νύφες τὶς ἅγιες ψυχές.

Χαῖρε Νύμφη, ἀνύμφευτε.

Κάθε ὕμνος (ἀνθρώπινος) ἀποδεικνύεται μηδαμινός, ὅταν συγκριθεῖ μὲ τὸ πλῆθος τῆς μεγάλης Σου εὐσπλαγχνίας· γιατὶ κι ἂν ἀκόμα Σοῦ ἀναπέμπαμε τόσους ὕμνους ὅσους καὶ οἱ κόκκοι τῆς ἄμμου, Βασιλέα Ἅγιε, τίποτε δὲ θὰ κάναμε ἀντάξιο στὰ ὅσα πρόσφερες σὲ μᾶς ποὺ σοῦ φωνάζουμε δυνατά· Ἀλληλούϊα.

Σὰν λαμπάδα φωτεινή, ποὺ φάνηκες σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ἦσαν στὸ σκοτάδι, σὲ βλέπουμε ἁγία Παρθένε· γιατὶ ἀνάβεις τὸ ἄυλο φῶς καὶ ὁδηγεῖς σὲ γνώση θεϊκὴ ὅλους, φωτίζοντας μὲ καθαρὸ σὰν τὴν αὐγὴ φῶς τὸ νοῦ μας καὶ τιμᾶσαι μὲ δυνατὴ φωνὴ ὡς ἑξῆς·

Χαῖρε ἀκτίνα τοῦ νοητοῦ Ἡλίου (τοῦ Χριστοῦ)· χαῖρε, οὐράνιο φῶς ποὺ ἡ λάμψη σου ποτὲ δὲ σβήνει.

Χαῖρε ἀστραπὴ ποὺ καταλάμπεις τὶς ψυχές· χαῖρε, βροντὴ ποὺ τοὺς ἐχθροὺς (τοὺς δαίμονες) φοβερίζεις.

Χαῖρε, γιατὶ ἀνατέλλεις τὸ πλουσιότερο φῶς (τοῦ Χριστοῦ), χαῖρε γιατὶ ἀναβλύζεις τὸν ἀστείρευτο ποταμό.

Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ εἰκονίζεις τὸν τύπο τῆς κολυμβήθρας· χαῖρε, ἐσὺ ποὺ ἀπαλείφεις τὸ ρύπο τῆς ἁμαρτίας.

Χαῖρε λουτήρα (λουτρὸ) ποὺ ξεπλένεις τὴ συνείδηση· χαῖρε, κανάτι ποὺ κερνᾶς ἀγαλλίαση.

Χαῖρε, ὀσμὴ τῆς εὐωδίας τοῦ Χριστοῦ· χαῖρε, ζωὴ τῆς μυστικῆς τράπεζας.

Χαῖρε Νύμφη, ἀνύμφευτε.

Ὁ πληρωτὴς τοῦ χρέους ὅλων τῶν ἀνθρώπων, θέλοντας νὰ πληρώσει τὶς παλιὲς ὀφειλές, ἦλθε αὐτοπροσώπως πρὸς αὐτοὺς ποὺ ἔφυγαν μακριὰ ἀπ᾿ τὴ θεία Χάρη Του· καὶ ἀφοῦ ἔσχισε τὸ γραμμάτιο τῆς ὀφειλῆς, ἀκούει ἀπ᾿ ὅλους Ἀλληλούϊα.

Καθὼς ψέλνουμε ὕμνους στὸν τόκο σου (στὸ Χριστό), Θεοτόκε, ἐσένα ἀνυμνοῦμε ὡς ἔμψυχο ναὸ τοῦ Θεοῦ. Γιατὶ μὲ τὸ νὰ κατοικήσει στὴ κοιλιά σου ὁ Κύριος, ποὺ κρατεῖ στὸ χέρι Του τὰ πάντα, σὲ ἁγίασε, σὲ δόξασε καὶ δίδαξε ὅλους νὰ σοῦ φωνάζουν·

Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ ἔγινες σκηνὴ τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου· χαῖρε, ἐσὺ ποὺ ἀναδείχτηκες Ἁγία πάνω ἀπ᾿ ὅλους τοὺς Ἁγίους.

Χαῖρε, κιβωτὲ ποὺ χρυσώθηκες μὲ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· χαῖρε, θησαυρὲ τῆς ζωῆς ἀνεξάντλητε.

Χαῖρε, στέμμα πολύτιμο βασιλέων εὐσεβῶν· χαῖρε, σεβάσμιο καύχημα ἱερέων εὐλαβῶν.

Χαῖρε, ὁ ἀκλόνητος πύργος τῆς Ἐκκλησίας· χαῖρε, τὸ ἀπόρθητο τεῖχος τῆς βασιλείας.

Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ μὲ τὴ χάρη σου στήνονται τρόπαια (νίκες πνευματικές)· χαῖρε, ἐσὺ ποὺ μὲ τὴ δύναμή σου οἱ ἐχθροὶ συντρίβονται.

Χαῖρε, τοῦ σώματός μου ἡ θεραπεία· χαῖρε, τῆς ψυχῆς μου ἡ σωτηρία.

Χαῖρε Νύμφη, ἀνύμφευτε.

Ὦ πανύμνητη Μητέρα, ποὺ γέννησες τῶν Ἁγίων ὅλων τὸν Ἁγιώτατο Λόγο (3 φορές)· ἀφοῦ δέχτηκες αὐτὴ τὴν προσφορὰ τῆς δοξολογίας μας, φύλαξέ μας ὅλους ἀπὸ κάθε συμφορὰ καὶ λύτρωσε ἀπὸ τὴ μέλλουσα κόλαση ἐμᾶς ποὺ σοῦ φωνάζουμε δυνατὰ Ἀλληλούϊα.

Καὶ πάλι τὸν πρῶτο Οἶκο· Ἄγγελος πρωτοστάτης… (σελ. 55). Ἔπειτα· «Τῇ Ὑπερμάχῳ…» (σύντομο). Τρισάγιο· «Ἅγιος ὁ Θεός…», Κοντάκιο· «Ὡς ἀπαρχὰς τῆς φύσεως…», καὶ ὅλα ὅσα ἀναφέρονται τὴν πρώτη Ἑβδομάδα ἐκτὸς ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο, καὶ ἡ ἀπόλυση· «Δι᾿ εὐχῶν…» (σελ. 63-81).

Ε´

Τῌ ΠΑΡΑΣΚΕΥῌ
ΤΗΣ Ε´ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

Τῇ Παρασκευῇ τῆς Ε´ ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν, καθ᾿ ἣν ἀναγινώσκονται ἅπαντες οἱ Οἶκοι τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, μετὰ τὸ Ἄξιόν ἐστιν, τοῦ Μικροῦ Ἀποδείπνου, ψάλλεται δὶς εἰς ἀργὸν βυζαντινὸν μέλος καὶ ἅπαξ σύντομον, τὸ Ἀπολυτίκιον Τροπάριον.

Ἦχος πλ. δ´. Αὐτόμελον.

Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς, λαβὼν ἐν γνώσει, ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ Ἰωσήφ, σπουδῇ ἐπέστη, ὁ Ἀσώματος, λέγων τῇ Ἀπειρογάμῳ· Ὁ κλίνας τῇ καταβάσει τοὺς οὐρανούς, χωρεῖται ἀναλλοιώτως ὅλος ἐν σοί. Ὃν καὶ βλέπων ἐν μήτρᾳ σου, λαβόντα δούλου μορφήν, ἐξίσταμαι κραυγάζειν σοι· Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε!

Ε´

ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ
ΤΗΣ 5ης ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

Ψάλλεται ὁλόκληρη ἡ Ἀκολουθία τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου μὲ τὴν ἑξῆς τάξη·

Τὸ Μικρὸ Ἀπόδειπνο μέχρι τὸ «Ἄξιόν ἐστι…» (σελ. 26). Ἀκολούθως τὸ τροπάριο·

Ὅταν ὁ Ἀσώματος (ἀρχάγγελος Γαβριὴλ), πληροφορήθηκε αὐτὸ ποὺ μὲ τρόπο μυστηριώδη τοῦ παραγγέλθηκε (ἀπὸ τὸ Θεό), παρουσιάστηκε ἀμέσως στὴν οἰκία τοῦ Ἰωσήφ, λέγοντας σ᾿ αὐτὴν ποὺ δὲ γνώρισε γάμο (στὴ Θεοτόκο)· Αὐτὸς ποὺ μὲ τὴν κατάβασή Του (στὴ γῆ) χαμήλωσε τοὺς οὐρανούς, ἔρχεται νὰ χωρέσει ὁλόκληρος χωρὶς καμιὰ ἀλλοίωση μέσα σου. Αὐτὸν βλέποντάς Τον μὲς στὴν κοιλιά σου νὰ παίρνει τὴ μορφὴ δούλου (νὰ ταπεινώνεται καὶ νὰ γίνεται ἄνθρωπος) μὲ καταλαμβάνει ἔκσταση καὶ δέος καὶ σοῦ φωνάζω δυνατά· Χαῖρε Νύμφη ἀνύμφευτε.

Στὴ συνέχεια ὁ ἱερέας διαβάζει τὴν πρώτη στάση τῶν Χαιρετισμῶν (Α-Ζ). Ἔπειτα ψάλλονται οἱ Α´ καὶ Γ´ ὠδὲς τοῦ Κανόνα καὶ τὸ «Τῇ Ὑπερμάχῳ…». Ἀκολουθεῖ ὑπὸ τοῦ ἱερέως ἡ ἀνάγνωση τῆς δευτέρας στάσης (Η-Μ). Ψάλλονται στὴ συνέχεια οἱ Δ´, Ε´ καὶ ΣΤ´ ὠδὲς τοῦ Κανόνα, καὶ μετὰ πάλι τὸ «Τῇ Ὑπερμάχῳ…». Ἀκολουθεῖ ἡ ἀνάγνωση τῆς τρίτης στάσης (Ν-Σ). Ψάλλονται οἱ ὑπόλοιπες ὠδὲς τοῦ Κανόνα· Ζ´, Η´ καὶ Θ´ καὶ πάλι τὸ «Τῇ Ὑπερμάχῳ…». Ἀκολούθως ἡ τέταρτη καὶ τελευταία στάση τῶν Χαιρετισμῶν (Τ-Ω καὶ Α). Τὸ «Τῇ Ὑπερμάχῳ…»· τὸ Τρισάγιο καὶ τὰ ὑπόλοιπα τοῦ Ἀποδείπνου. Πρὶν ἀπὸ τὸ «Δι᾿ εὐχῶν…» ψάλλεται τὸ «Τὴν ὡραιότητα τῆς παρθενίας σου…».


Πηγή: http://www.phys.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/prayers/service_theotokos_greetings_translation.htm





Θρησκευτική και πολιτισμική ετερότητα

11 07 2009

Robert Jackson

Εισαγωγή 

Το παρόν κεφάλαιο διαπραγματεύεται μερικές βασικές έννοιες που σχετίζονται με τη μελέτη της θρησκευτικής ετερότητας μέσω της διαπολιτισμικής εκπαίδευσης. Συμμεριζόμαστε την άποψη ότι η θρησκεία δεν θα έπρεπε να μελετάται απομονωμένα, αλλά στο πλαίσιο άλλων κοινωνικών κατηγοριών, όπως ο πολιτισμός, η φυλή και η εθνικότητα και σε αντιδιάσταση με την ευρεία γενική συζήτηση περί πλουραλισμού. Καμία από αυτές τις αντιλήψεις δεν μπορεί να ορισθεί με σαφήνεια. Όλες, αποτελούν αντικείμενο διαλόγου σε εξέλιξη. Η εκπαιδευτική προσέγγιση της θρησκευτικής ετερότητας θα πρέπει να εισάγει τους μαθητές στις συζητήσεις του επιπέδου τους. 

1. Πολλαπλότητα 

Όλες οι Ευρωπαϊκές κοινωνίες παρουσιάζουν σε κάποιο βαθμό ετερότητα ή πολλαπλότητα στο χώρο των θρησκειών, των αξιών και του πολιτισμού. Κατ’ αρχάς, υπάρχει μια πολλαπλότητα που αντιστοιχεί στην αισθητή πολιτισμική ετερότητα, παρούσα σε πολλές δυτικές κοινωνίες, συχνά ως αποτέλεσμα της μετανάστευσης, ή σε ορισμένες περιπτώσεις, ή της παρουσίας αυτοχθόνων (όπως οι Σάμι στη Νορβηγία). Στην περίπτωση της Βρετανίας, ιδιαίτερα από τις αρχές της δεκαετίας του 50, μετακινήθηκαν μετανάστες από τη νότιο Ασία, την ανατολική Αφρική και τη Καραϊβική, και εισήγαγαν σημαντικό αριθμό οικογενειακών παραδόσεων, όπως για παράδειγμα Μουσουλμανικές, Ινδουϊστικές και Σικχικές, καθώς και μειονότητες με διαφορετικό υπόβαθρο, όπως Πεντηκοστιανοί και Ρασταφαριανοί. Για να δώσουμε ένα ακόμη παράδειγμα, πριν το τέλος της δεκαετίας του 60, η Νορβηγία είχε σχετικά λίγους μετανάστες. Κατόπιν υπήρξε συρροή Πακιστανών μεταναστών, μια αλυσίδα από τυπικούς οικονομικούς μετανάστες, παρόμοια σε χαρακτηριστικά με τη μετανάστευση Πακιστανών στη Βρετανία ή αλλού στην Ευρώπη. Στη Νορβηγία, υπάρχει επιπλέον μειονότητα μεταναστευτικού πληθυσμού από το Βιετνάμ και την πρώην Γιουγκοσλαβία. Ένα τρίτο παράδειγμα αποτελεί η Γαλλία, στην οποία, όπως και στη Βρετανία, υπάρχουν μετανάστες από τις πρώην αποικίες, δηλαδή από τη βόρειο Αφρική (Αλγερία, Μαρόκο και Τυνησία), αλλά και από Αφρικανικά κράτη του νότου. Οι περισσότεροι από αυτούς τους μετανάστες είναι Μουσουλμάνοι. Στη Γαλλία, υπάρχουν επίσης μετανάστες από Ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Πορτογαλία και η Ισπανία, με Καθολικό υπόβαθρο. Η εμφάνιση νέων θρησκευτικών κινημάτων και διαφόρων φαινομένων της νέας εποχής, αποτελούν ένα ακόμη στοιχείο της θρησκευτικής ετερότητας στις δυτικές κοινωνίες. Αυτή η μορφή πολλαπλότητας, που εστιάζει σε διαφορετικές ομάδες μέσα σε μια κοινωνία, έχει ονομαστεί «παραδοσιακή πολλαπλότητα» (Skeie 1995) 

Μια άλλη μορφή πολλαπλότητας αντικατοπτρίζει το γεγονός ότι, στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες, οι άνθρωποι είναι συχνά σε θέση να επιλέξουν αξίες και ιδέες από ποικίλες πηγές. Κάποιοι, για παράδειγμα, μπορεί να απορρίψουν θρησκείες και θρησκευτικές αξιώσεις και να βασίσουν τις αξίες τους σε κάποια μορφή α-θρησκευτικής φιλοσοφίας, όπως είναι ο κοσμικός ανθρωπισμός. Άλλοι μπορεί να συνθέσουν πιστεύω και αξίες χρησιμοποιώντας θρησκευτικές και ουμανιστικές πηγές. Όσον αφορά τη θρησκεία, οι άνθρωποι ενδεχομένως αναφέρουν ότι προέρχονται από ένα συγκεκριμένο θρησκευτικό υπόβαθρο, αλλά δεν αποδέχονται πια μερικές από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις που ακολουθούν οι «ορθόδοξοι» πιστοί. Έτσι, για παράδειγμα, ένας μετα-νεωτερικός Χριστιανός, ενδεχομένως θεωρεί τη θρησκεία περισσοτερο ως πνευματικό και ηθικό τρόπο ζωής, παρά ως παραδοσιακό σύστημα πίστης. Δεν είναι σπάνιο να βρεθούν άνθρωποι που δίνουν αξία στη μία ή στην άλλη μορφή πνευματικότητας, ενώ την ίδια ώρα απορρίπτουν παραδοσιακά θρησκευτικά πιστεύω. Αυτοί οι άνθρωποι συχνά συνθέτουν μια προσωπική ιδεολογία με στοιχεία από διαφορετικές θρησκευτικές και πνευματικές πηγές, ενώ ταυτόχρονα χρησιμοποιούν πλειάδα πολιτιστικών ιδεών και πρακτικών. Αυτή η μορφή πολλαπλότητας έχει ονομαστεί από μερικούς «μοντέρνα» ή «μεταμοντέρνα» πολλαπλότητα. (Skeie 1995)

Είναι απαραίτητο να σημειωθεί ότι η παραδοσιακή και η μοντέρνα/μεταμοντέρνα πολλαπλότητα είναι συνυφασμένες. Κατά συνέπεια παρατηρούνται αλλαγές και εξελίξεις στη θρησκευτική παράδοση – για παράδειγμα αλλαγές στα θρησκευτικά πιστεύω και τη θρησκευτική πρακτική από γενιά σε γενιά – όχι μόνο στο χώρο της παραδοσιακής πολλαπλότητας, αλλά και μέσω των επιδράσεων που ασκεί η μοντέρνα/μεταμοντέρνα πολλαπλότητα. Όταν οι θρησκείες εξετάζονται «καθ’ αυτό» παρατηρείται ότι περιέχουν μια ποικιλία παραδοχών, πρακτικών και πολιτισμικών εκφράσεων. Η προσοχή στην μοντέρνα/μεταμοντέρνα πολλαπλότητα, τονίζει την ετερότητα στο εσωτερικό των θρησκειών και ακόμα περισσότερο αμβλύνει τα αιχμηρά τους σημεία. Στη μελέτη των θρησκειών, είναι ξεκάθαρο, πως πρέπει να ληφθεί υπόψη αυτή η ετερότητα, ώστε να αποφευχθούν τα στερεότυπα. 

2. Πολλαπλότητα και Πλουραλισμός 

Ως τώρα, χρησιμοποιήσαμε τον όρο «πολλαπλότητα» ως περιγραφικό όρο. Μερικοί συγγραφείς κάνουν διάκριση ανάμεσα στην «πολλαπλότητα» με την περιγραφική της έννοια και τον «πλουραλισμό» ως κανονιστική αντίληψη. Ίσως, ο καθένας θα συμφωνήσει, ότι πράγματι υπάρχει πολλαπλότητα, με την περιγραφική έννοια,. Όμως, η οπτική με την οποία διαφορετικοί άνθρωποι ορίζουν ή διερμηνεύουν την πολλαπλότητα αυτή, αντιπροσωπεύει τη δική τους συγκεκριμένη οπτική στον διάλογο για τον πλουραλισμό. Αυτός ο τρόπος προσέγγισης της πολλαπλότητας και του πλουραλισμού βοηθά στην ανάλυση κομβικών εννοιών που σχετίζονται με την παρουσία της θρησκείας στην κοινωνία, όπως ο πολιτισμός, η εθνικότητα και η ιθαγένεια. Στις σχετικές μελέτες παρουσιάζεται μια  ποικιλία θέσεων. Στο ένα άκρο βρίσκονται οι «κλειστές» απόψεις που ορίζουν τις έννοιες πολύ συγκεκριμένα και απεικονίζουν τις θρησκείες ως ομοιογενή συστήματα. Στο άλλο άκρο βρίσκονται οι μεταμοντέρνες απόψεις οι οποίες παρουσιάζουν μια πλήρη αποδόμηση των «θρησκειών» και των «πολιτισμών». Σύμφωνα με αυτές τις απόψεις οι «θρησκείες» και οι «πολιτισμοί» είναι τεχνητές κατασκευές που υπηρετούν τα ενδιαφέροντα συγκεκριμένων ομάδων ανθρώπων. Υπάρχουν πολλές πιθανές θέσεις ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο άκρα. 

Το κομβικό εκπαιδευτικό καθήκον είναι να εμπλακούν οι μαθητές, στη διάρκεια της σχολικής τους ζωής, σε μια κριτική ανάλυση τρόπων χρήσης τέτοιων ιδεών, τόσο όσον αφορά σε παραδείγματα από τη θρησκεία, όσο, ιδιαίτερα, σε σχέση με το κοινωνικό περιβάλλον, αλλά και την προσωπική τους εμπειρία. Συμμετέχοντας σε τέτοιου είδους συζητήσεις, οι μαθητές ενημερώνονται για την ύπαρξη διαφορετικών θρησκευτικών και πολιτισμικών θέσεων και απόψεων, εξετάζουν τις προσωπικές τους παραδοχές αλλά και τις αντίστοιχες των ομοίων τους και βαθμιαία διαμορφώνουν και ξεκαθαρίζουν τις δικές τους απόψεις.  Αυτό το εκπαιδευτικό σχήμα, προχωρεί πέρα από την απλή παροχή πληροφοριών για τις διαφορετικές θρησκείες και εμπλέκει τους μαθητές στο δημοκρατικό πλαίσιο του σχολείου. Οι διαφορετικές θέσεις που παρουσιάζονται στον διάλογο μπορούν να χρησιμοποιηθούν ώστε να αποσαφηνιστούν, να προκληθούν ή να αναδυθούν διαφορετικές απόψεις, κάποιες από τις οποίες είναι δυνατόν να προτείνουν οι μαθητές. Σαφώς, τόσο το ακριβές περιεχόμενο των σπουδών που σχετίζονται με αυτά τα θέματα, όσο και οι μέθοδοι που θα χρησιμοποιηθούν, θα εξαρτηθούν από την ηλικία και τις ικανότητες των μαθητών και των νέων, καθώς και από άλλους σχετικούς παράγοντες. Σ’ αυτούς περιέχεται η ιδιαίτερη ιστορία της θρησκείας και του κράτους στη χώρα τους και το σχετικό πρότυπο της δημόσιας θρησκείας μέσα στην κοινωνία τους.

3. Δημιουργώντας στερεότυπα

 Βασική αρχή στη μελέτη της θρησκευτικής ετερότητας στο πλαίσιο της πολλαπλότητας που περιγράφηκε παραπάνω, είναι η αποφυγή της δημιουργίας στερεοτύπων. Ο όρος εισήχθη από τον Γάλλο τυπογράφο Didot το 1789 για τις πλάκες που χρησιμοποιούσε στην εκτύπωση, αλλά αργότερα χρησιμοποιήθηκε μεταφυσικά από ψυχιάτρους και από τον Pavlov στα πειράματά του, και στη συνέχεια η χρήση του γενικεύτηκε στις κοινωνικές επιστήμες. Τα στερεότυπα είναι υπερ-γενικεύσεις (συχνά ειρωνικές και υπερ-απλουστευτικές), συχνά σχετικές με ανθρώπους ή ομάδες, και στηρίζονται περισσότερο σε εικασίες και παραπληροφόρηση, παρά σε γεγονότα. Τα στερεότυπα δεν λαμβάνουν υπόψη τους την τεράστια ετερότητα των ανθρώπων μιας δεδομένης ομάδας. Δεν υπολογίζουν την τωρινή κατάσταση του ατόμου ή τους λόγους για τους οποίους μέλη μιας ομάδας ή κατηγορίας, μπορεί να διαφέρουν μεταξύ τους με πολλούς τρόπους. Τα στερεότυπα μπορεί να οδηγήσουν σε μεροληπτική συμπεριφορά και συχνά χρησιμοποιούνται ως άλλοθι για τις προκαταλήψεις. Οι προσεγγίσεις σε θρησκείες, πολιτισμούς, εθνικότητα και ιθαγένεια που παρατίθενται στη συνέχεια, έχουν ως στόχο την αποφυγή της δημιουργίας στερεοτύπων.

4. Θρησκείες 

Μια βασική ερώτηση όσων εισηγούνται τη μελέτη της θρησκευτικής ετερότητας είναι η ακόλουθη: «Τι ‘είναι’ οι θρησκείες;» Δεν υπάρχουν μονοσήμαντες απαντήσεις σ’ αυτή την ερώτηση, και όταν την απευθύνουμε σε εκπαιδευτικούς και μαθητές, μάλλον θέτουμε το θέμα προς συζήτηση, παρά βρίσκουμε ξεκάθαρες λύσεις με τις οποίες επιτυγχάνουμε γενική συμφωνία. Σε σχέση με τη διαπολιτισμική εκπαίδευση και την εναντίωση στο ρατσισμό, η ερώτηση για τη φύση των θρησκειών είναι πολύ σημαντική, καθότι τέτοια θέματα στοχεύουν στην εξουδετέρωση κάθε μορφής στερεοτύπων. 

Οι πλέον συντηρητικές απόψεις περιγράφουν τις θρησκείες ως απόλυτα διακριτά συστήματα πίστης. Άνθρωποι που ανήκουν σε μια συγκεκριμένη θρησκεία, περιγράφονται να έχουν μια ξεκάθαρη σειρά από πιστεύω και πρακτικές που μοιράζονται με άλλους που έχουν το ίδιο υπόβαρθο. Όμως, αν εξετάσουμε το θέμα από την οπτική των ομάδων ή των ατόμων και όχι των θρησκευτικών συστημάτων, λαμβάνουμε μια διαφορετική εικόνα. Κατ’ αρχάς αν εστιάσουμε σε θρησκευτικές ομάδες ή άτομα, είναι πιθανόν να βρούμε σημαντικά σημεία ετερότητας μέσα σε κάθε θρησκεία –είτε είναι ομολογιακή, σέκτα ή πολιτιστική, ή αν απαρτίζεται από κάποιο συνδυασμό αυτών των κατηγοριών. Κατά δεύτερον, πολλοί άνθρωποι μπορεί να έχουν μια προσωπική φιλοσοφία ή πνευματικότητα που χρησιμοποιεί ιδέες από ποικίλες πηγές – μερικές από τις οποίες μπορεί να προέρχονται μέσα ή έξω από μια συγκεκριμένη θρησκεία – ή που διερμηνεύει τις παραδοσιακές ιδέες με νέο τρόπο. Μια εμπεριστατωμένη περιγραφή της πραγματικότητας, όπως κατατίθεται σε μελέτες πεδίου της θρησκείας που διεξήγαγαν ανθρωπολόγοι και άλλοι κοινωνικοί επιστήμονες, φανερώνουν σύνθετες δομές πίστης, πρακτικής και πολιτισμικής επιρροής που αψηφούν κάθε απλή ταξινόμηση. 

Πολλές φορές στην ιστορία, ιδιαίτερα σε καιρούς συγκρούσεων, κάποιοι θρησκευόμενοι πιστοί είχαν την τάση να δημιουργούν στερεότυπα για άλλες θρησκείες. Όμως, η σύγχρονη τάση οι θρησκείες να απεικονίζονται ως ευδιάκριτα συστήματα διανοητικής πίστης, έχει επηρεαστεί από τον ορθολογισμό της Ευρώπης του 18ου αιώνα, καθώς επίσης και από τη συνάντηση των θρησκειών και των πολιτισμών μέσω της αποικιοκρατίας. Όπως έχουν δείξει συγγραφείς όπως ο Edward Said, οι ισχυρότεροι Ευρωπαίοι αποικιοκράτες ήσαν σε θέση να παραλληλίζουν τη δική τους αντίληψη για τα πιστεύω και τις θρησκευτικές πρακτικές των άλλων, με τις δικές τους παγιωμένες αντιλήψεις για τον Χριστιανισμό (Said 1978). Για παράδειγμα, μέχρι τον 18ο αιώνα, όταν οι Βρετανοί και άλλοι αποικιοκράτες πήγαν στην Ινδία, δεν υπήρχε κάτι που να ονομάζεται «Ινδουϊστική θρησκεία». Οι Δυτικοί εισήγαγαν αυτή την ιδέα, ώστε να διακρίνουν τη μάζα των πολυποίκιλων λατρευτικών πρακτικών που βρήκαν στην Ινδία και που δεν ήταν Ισλάμ, Χριστιανισμός ή Ιουδαϊσμός. Στις αρχές του 19ου αιώνα ο όρος «Ινδουϊσμός» επινοήθηκε από έναν Ιρλανδό στρατιώτη, όταν έγραφε από την Ινδία για την Ινδική θρησκεία, σε κάποιους στη Βρετανία. Όροι όπως Βουδδσιμός και Σικχισμός, προέκυψαν επίσης κατά τον 19ο αιώνα. Οι λέξεις υιοθετήθηκαν από επαγγελματίες και φοιτητές του νέου κλάδου της συγκριτικής θεολογίας και δεσπόζουν ακόμα στα Ευρωπαϊκά σχολικά εγχειρίδια. 

Ένα πρόβλημα που προκύπτει όταν εξετάζει κάποιος τις θρησκείες μ’ αυτό τον τρόπο, είναι ότι προσφέρονται για τη δημιουργία στερεοτύπων. Είναι εύκολο να συμπεράνουμε πως κάθε θρησκεία διαθέτει μια σειρά αμετάβλητων πιστεύω, για τα οποία εικάζεται ότι συμφωνούν όλοι όσοι είναι μυημένοι. Κάθε μελέτη της θρησκείας, στην καθημερινή ζωή θα μπορούσε να δείξει πως δεν συμβαίνει αυτό. Από τη σκοπιά της διδασκαλίας και της μάθησης για τη θρησκευτική ετερότητα, έχουμε ανάγκη από παιδαγωγικά μοντέλα που να αντιστέκονται στη δημιουργία στερεοτύπων και να επιτρέπουν στις διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στις θρησκευτικές παραδόσεις να εκφράζονται και να γίνονται κατανοητές. Στο επόμενο κεφάλαιο αυτού του βιβλίου, θα δούμε μερικές παιδαγωγικές προσεγγίσεις που θα ήταν δυνατόν να χρησιμοποιηθούν για τη μελέτη της θρησκευτικής ετερότητας. Παραδείγματος χάριν, η ερμηνευτική προσέγγιση απεικονίζει τις θρησκείες δυναμικά και ενθαρρύνει μια εύκαμπτη προσέγγιση της μάθησης που αποφεύγει τη δημιουργία στερεοτύπων (Jackson 1997; 2004γ; 2005β; 2005γ). Αντί να παρουσιάζει τις θρησκείες απλώς ως συστήματα πίστης, αυτό το μοντέλο απεικονίζει τη «θρησκεία» ως δυναμική σχέση ανάμεσα στα πρόσωπα, στις ομάδες που τα χαρακτηρίζουν (σέκτες, ομολογιακές, εθνικές, πολιτισμικές κ.λπ.) και σε μια πλατειά περιγραφή της θρησκευτικής παράδοσης. Η προσέγγιση αυτή δεν αρνείται πως υπάρχουν πράγματι θρησκείες, αλλά επιδεικνύει την ετερότητα και τη συνθετότητα των θρησκευτικών παραδόσεων, και των διαφορετικών τρόπων που χρησιμοποιείται ο όρος «θρησκεία». Η προσέγγιση αυτή έχει χρησιμοποιηθεί με επιτυχία σε μικρά παιδιά (Barratt 1994α, β, γ, δ, ε), καθώς και σε εφήβους (Mercier 1996, Robson 1995, Wayne κ. ά.  1996). 

5. Πολιτισμός και Πολιτισμοί 

Υπάρχει στις μέρες μας ένας συνεχιζόμενος διάλογος για τη σχέση θρησκείας και πολιτισμού, που αντανακλά στις μελέτες των θρησκειών στις Ευρωπαϊκές κοινωνίες, γι’ αυτό είναι απαραίτητο να εξετάσουμε τα στοιχεία του πολιτισμού και των πολιτισμών, όταν προετοιμαζόμαστε να διδάξουμε για τις θρησκείες. Αν κοιτάξουμε τον όρο «πολιτισμός» από ιστορική σκοπιά, τότε, στον 15ο αιώνα, θα βρούμε ότι αναφερόταν στη φροντίδα της σοδιάς και των ζώων. Στη διάρκεια των δύο επόμενων αιώνων, χρησιμοποιήθηκε, κατ’ αναλογία, για τον ανθρώπινο νου. Κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα, ο όρος «πολιτισμός» συνδέθηκε με τις τέχνες και την κατάρτιση –για παράδειγμα τη φιλοσοφία και την ιστορία- και θεωρείτο ότι αφορά στους πλούσιους[1].  Την ίδια περίπου εποχή, υπό την επίδραση του Γερμανού φιλοσόφου Herder, παρουσιάζεται μια εναλλακτική οπτική, δηλαδή η έννοια των ευδιάκριτων και ευμετάβλητων πολιτισμών, οπτική που εξελίχθηκε στο κίνημα του Ρομαντισμού. Ο πολιτισμός αντιμετωπίστηκε ως γενικευμένη και «στοιχειώδης» συλλογική «κληρονομιά» μιας ομάδας με κοινή καταγωγή και προσδιόριζε την ταυτότητα μιας συγκεκριμένης εθνικής ομάδας.  

Αυτή η περιορισμένη οπτική για τους πολιτισμούς εισήχθη στην πρώιμη κοινωνική και πολιτιστική ανθρωπολογία. Για παράδειγμα, η Ruth Benedict, συγκρίνει τους πολιτισμούς με διαφορετικούς τύπους έμβιων οργανισμών, θεωρώντας τους σαφώς διαφορετικούς μεταξύ τους. Για την Benedict, οι πολιτισμοί είτε επέζησαν είτε εξέλειπαν, χωρίς να υπάρχει η δυνατότητα να διαμορφωθούν νέες πολιτισμικές εκφράσεις μέσω της πολιτισμικής αλληλεπίδρασης (Benedict 1935). Η άποψη ότι οι πολιτισμοί είναι ομοιογενείς και απολύτως διαφορετικοί μεταξύ τους, συντηρήθηκε στις πρώιμες δραστηριότητες της πολυπολιτισμικής εκπαίδευσης στη Βρετανία, και απαντάται ακόμη, για παράδειγμα, στη ρητορική της πολιτικής άκρας δεξιάς και σε κάποιες δημοφιλείς εφημερίδες σε διάφορες Ευρωπαϊκές χώρες.

Στο αντίθετο άκρο υπάρχουν μεταμοντέρνες αποδομήσεις της έννοιας του «ενός πολιτισμού», όπου κάθε ιδέα περί συνεχούς παράδοσης να θεωρείται ως «μετα-αφήγηση», διαστεβλωμένη περιγραφή, που εφευρέθηκε από τους κρατούντες για το συμφέρον τους. Σύμφωνα με αυτή την οπτική, ο τρόπος ζωής που υιοθετεί κάποιος, αποτελεί προσωπική, ατομική επιλογή. Ανάμεσα στους δύο πόλους υπάρχουν ενδιάμεσες θέσεις, που δίνουν έμφαση στο γεγονός ότι ο πολιτισμός από τη φύση του αλλάζει συνεχώς και παλεύει για την επιβίωσή του ανά τους αιώνες. Μία από τις θέσεις αυτές είναι η οπτική του Clifford Geetz, ο οποίος υποστηρίζει ότι οι πολιτισμοί είναι εσωτερικά ποικιλόμορφοι, αλλά παρουσιάζουν πολιτισμική συνέχεια που συντηρείται μέσω των ιδεών που κληρονομούνται, και εκφράζονται μέσω συγκεκριμένων συμβόλων (Geetz 1973: 89). Μια άλλη θέση, που απηχείται στο έργο του James Glifford (1986) και του Edward Said (1978), δίνει έμφαση στην εσωτερική (και μερικές φορές από γενιά σε γενιά) διαμάχη ή διαπραγμάτευση που γίνεται καθώς δημιουργούνται πολιτισμικές αλλαγές στη διάρκεια του χρόνου. Η τελευταία αυτή θέση, τονίζει επίσης το ρόλο του παρατηρητή (ανθρωπολόγου, ιστορικού, δημοσιογράφου ή φοιτητή) στη οικοδόμηση των «πολιτισμών». Κατ’ αυτή την οπτική, όπως συμβαίνει και με τις βιογραφίες, δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν απλές και τελεσίδικες αφηγήσεις ενός πολιτισμού. Οι πολιτισμικές αφηγήσεις είναι «καλύτερες» ή «χειρότερες». 

Υπάρχουν επίσης εκείνοι, οι οποίοι στην κατασκευή και την περιγραφή του πολιτισμού, δίνουν έμφαση περισσότερο στη διαδικασία παρά στο περιεχόμενο. Ο πολιτισμός αντιμετωπίζεται, όχι τόσο ως «αντικείμενο», αλλά ως ενεργός διαδικασία μέσω της οποίας οι άνθρωποι παράγουν αλλαγή. Άτομα και ομάδες, αντί να έχουν μια σαφή και αμετάβλητη πολιτισμική ταυτότητα, προσδιορίζονται με στοιχεία του πολιτισμού, ή δημιουργούν νέο πολιτισμό συνενώνοντας διαφορετικά στοιχεία. Η έμφαση δίδεται στους ανθρώπους που εμπλέκονται με τον πολιτισμό και χρησιμοποιούν διαφορετικές πολιτισμικές πηγές (π.χ. Østberg 2003). Η έμφαση στον τρόπο που συγκροτείται η ατομική ταυτότητα, δίνεται λιγότερο στην καταγωγή και την κληρονομιά και περισσότερο σε μια σειρά στοιχείων που αποκτώνται με διαλόγου και επικοινωνία με τους άλλους.

6. Μελέτη για τον πολιτισμό 

Μελέτες πεδίου που έγιναν από κοινωνικούς επιστήμονες επιβεβαιώνουν ότι στη συζήτηση για τον πολιτισμό, συνυπάρχουν τόσο άκαμπτες όσο και πολύ εύκαμπτες προσεγγίσεις της εθνικότητας, της ιθαγένειας, της θρησκείας, και των μεταξύ τους σχέσεων (Baumann 1999). Σε διάφορες περιπτώσεις, υπάρχουν κάποιοι που το ενδιαφέρον τους θα μπορούσε να είναι να παρουσιάσουν μια συγκεκριμένη σχέση ανάμεσα σε μια παγιωμένη όψη του πολιτισμού (ή των πολιτισμών) και αφηρημένες έννοιες που όμως τις θεωρούν συγκεκριμένες ή αφηρημένες όψεις της εθνικότητας, της ιθαγένειας και της θρησκείας. Έτσι, η Βρετανική εθνική ταυτότητα περιγράφεται συχνά από την πολιτική άκρα δεξιά ως να ήταν κάποιου είδους σταθερή οντότητα (συχνά συνδυασμένη ρομαντικά με όρους όπως «Αγγλο-Σαξωνική»), με τον δικό της ξεχωριστό πολιτισμό, συγγενή προς μια κλειστή αντίληψη εθνικότητας (συχνά με την «Βρετανικότητα» που σχετίζεται με το να είναι κάποιος λευκός), και θρησκείας (τον Χριστιανισμό σε πολύ συγκεκριμένης μορφής). Παρόμοια πρότυπα είναι δυνατόν να βρεθούν σε άλλα Ευρωπαϊκά κράτη. Τέτοιες κλειστές απόψεις παρέχουν απλουστευτικά κριτήρια με τα οποία κρίνεται αν κάποιος είναι «αληθινά» Βρετανός, Γάλλος, Γερμανός ή οτιδήποτε. Κατά τον ίδιο τρόπο, κάποιοι, που βρίσκονται εντός ή εκτός των συνόρων μιας τέτοιας περιγραφής, θα ήταν δυνατόν να χρησιμοποιήσουν ορολογία του τύπου «η Μουσουλμανική κοινότητα» ή «ο Ασιατικός πολιτισμός», όταν, αυτό, βοηθά στο σκοπό τους. Ο Γερμανός ανθρωπολόγος Gerd Baumann, την τάση να μεταχειρίζεται κάποιος μια αφηρημένη ιδέα σαν να ήταν απτή πραγματικότητα την ονομάζει «κυρίαρχο λόγο». Ο «κυρίαρχος λόγος» χρησιμοποιείται συχνά από ακραίες ομάδες, πολιτικούς, τα μέσα ενημέρωσης και μερικές φορές από τις ίδιες τις πολιτισμικές κοινότητες. Ο Baumann τον διακρίνει από τον «δημώδη λόγο», τη γλώσσα που αναδεικνύει τον πολιτισμό, και που συχνά γίνεται χρηστική όταν άνθρωποι με ποικίλο διαφορετικό παρελθόν αλληλεπιδρούν καθώς συζητούν θέματα που τους απασχολούν εξίσου ή όταν ασχολούνται με έργα κοινού ενδιαφέροντος. Ο Baumann συμπεραίνει ότι ο «πολιτισμός» μπορεί να θεωρηθεί ως κτήμα μιας εθνικής ή θρησκευτικής «κοινότητας», αλλά και ως δυναμική διαδικασία που βασίζεται στην ατομική επιλογή, στην οποία, για παράδειγμα, τα όρια της κοινότητας μπορεί να είναι διαπραγματεύσιμα. (Baumann 1996)

7. Πολυπολιτισμικές κοινωνίες

Ο όρος «πολυπολιτισμικός» συχνά χρησιμοποιείται στενά, για να μεταφέρει την απλή και ανακριβή ιδέα ότι παντελώς ευδιάκριτοι και ξεχωριστοί πολιτισμοί είναι παρόντες μέσα σε μια και μοναδική κοινωνία. Μερικές απόψεις της πολυπολιτισμικής εκπαίδευσης, για παράδειγμα, εκφράζονται εξ ολοκλήρου με όρους κυρίαρχου λόγου, απεικονίζοντας τους πολιτισμούς ως ξεχωριστές παραδόσεις, με τους μειονοτικούς πολιτισμούς να λειτουργούν στον δικό τους ιδιωτικό χώρο, και να εξαρτούν τη διάρκεια της ύπαρξής τους από τις αξίες του κυρίαρχου πολιτισμού. Όπως δείχνουν τα στοιχεία που προκύπτουν από έρευνες πεδίου, αυτή η αντίληψη για την πολυπολιτισμική κοινωνία δεν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που πολλοί συγγραφείς προτιμούν τον όρο «διαπολιτισμικός». Όμως, όπως συμβαίνει με τον όρο «διαπολιτισμικός», ο όρος «πολυπολιτισμικός» είναι ευπροσάρμοστος.

Ο όρος «πολυπολιτισμικός», όταν χρησιμοποιείται σε κοινωνικό πλαίσιο, είναι ανάγκη να συμπεριλαμβάνει τόσο την «κυρίαρχη» όσο και τη «δημώδη» μορφή του λόγου. Ο τρόπος που απεικονίζουμε μια πολυπολιτισμική κοινωνία πρέπει να είναι εύκαμπτος. Δεν είναι μόνο τα όρια μεταξύ των ομάδων ασαφή, αλλά οι μειονοτικοί πολιτισμοί, οι θρησκείες και οι εθνότητες είναι πλουραλιστικές στο εσωτερικό τους, όπως επίσης, τα σύμβολα και οι αξίες των ποικίλων ομάδων που απαρτίζουν τους πολιτισμούς αυτούς, είναι ανοιχτά σε διαπραγμάτευση, αμφισβήτηση και αλλαγή. Ακόμη περισσότερο, άνθρωποι από κάθε υπόβαθρο μπορεί να προσδιορίζουν την ταυτότητά τους με αξίες που σχετίζονται με έναν αριθμό πηγών και μπορεί να δημιουργούν νέο πολιτισμό, ανασύροντας, επιλεκτικά, στοιχεία από ποικίλες πηγές. Ένας νέος, μια νέα, θα μπορούσε να είναι ένας «επιδέξιος πολιτισμικός πλοηγός» (Ballard 1994) ή να παρουσιάσει «πολλαπλές πολιτισμικές δεξιότητες» (Jackson και Nesbitt 1993). Ταυτόχρονα, στο επίπεδο των ομάδων, θα υπάρχουν εκείνοι που διεκδικούν μια πιο περιορισμένη θρησκευτική ή πολιτισμική ταυτότητα. Επομένως, η πολυπολιτισμική κοινωνία δεν είναι συνονθύλευμα από διάφορες αμετάβλητες πολιτισμικές ταυτότητες, αλλά «ένας ελαστικός ιστός από μονταρισμένους και πάντοτε περιστασιακούς προσδιορισμούς ταυτότητας» (Baumann 1999, σελ. 118). Για τη συντήρηση και την ανάπτυξη τέτοιων κοινωνιών, είναι απαραίτητο να προβλεφθεί μια  εκπαιδευτική στρατηγική που να βοηθά στη συνειδητοποίηση αυτών των αντιπαραθέσεων και να ενισχύει τον διάλογο και την επικοινωνία. Η εκπαιδευτική στρατηγική είναι απαραίτητο να προσδιορίσει κοινά αποδεκτές ιδέες και αξίες, πρέπει ωστόσο να αναγνωρίσει ότι υπάρχει ανομοιότητα και να καταπιαστεί με τις διαφορές. Οι αλληλεπιδράσεις αυτές, προωθούν την διαπολιτισμική αντίληψη. 

8. Εθνικότητα 

Μελετώντας τη θρησκευτική ετερότητα, είναι απαραίτητο να εξετάσουμε τους όρους «εθνικότητα» και τις παρεμφερείς λέξεις, καθώς η χρήση τους είναι στενά συνδεδεμένη με τη θρησκευτική ταυτότητα. Για παράδειγμα, ο όρος «Ινδουϊσμός» συχνά συνδέεται με ανθρώπους που έχουν Ινδική εθνική καταγωγή, αν και μπορεί να μην έχουν Ινδούς προγόνους.

Η λέξη εθνικός – που προέρχεται από το έθνος, την Ελληνική λέξη για τον «λαό»- είναι κοινή λέξη στην Αγγλική γλώσσα και έχει αντίστοιχους όρους σε άλλες Ευρωπαϊκές γλώσσες. Ένας εκπαιδευτικός που σκέπτεται να μετακινηθεί σε άλλο σχολείο, ίσως ρωτούσε «Ποια είναι η εθνική σύσταση του σχολείου; Ποιες εθνικές ομάδες εκπροσωπούνται;» Στις ανταποκρίσεις τους από τον εμφύλιο πόλεμο στην πρώην Γιουγκοσλαβία, οι δημοσιογράφοι χρησιμοποίησαν τον ανατριχιαστικό όρο «εθνοκάθαρση» για πρώτη φορά. Στις διαφορετικές αυτές περιπτώσεις, ο όρος «εθνικός» αναφέρεται σε ομάδες, οι οποίες αξιωματικά μπορούν να αλληλεπιδράσουν. Ο όρος εθνικότητα είναι δυνατόν να αναφέρεται επίσης σε κατηγορίες, για παράδειγμα να ταξινομεί μέλη ενός συγκεκριμένου πληθυσμού κατά χρώμα δέρματος, ή κατά κάποια άλλη γενική κατηγορία, όπως «Ασιάτης» ή «Λευκός». Όπως και στην περίπτωση της «φυλής» και του «πολιτισμού», η «εθνικότητα» μπορεί να γίνει στερεότυπο, να χωρίσει και να απομονώσει κάποιες ομάδες. Πρόκειται, λοιπόν, για έναν όρο που χρειάζεται προσοχή. 

Ο περισσότερος κόσμος νομίζει ότι οι εθνικές ομάδες έχουν κοινό γενεαλογικό δένδρο και προγόνους, και σημαδεύονται από κάποιου είδους πολιτισμική συνέχεια που τις ξεχωρίζει από άλλες ομάδες που τις περιβάλλουν. Υπάρχει επίσης η συνήθης ταύτιση της υποτιθέμενης φανερής «φυλετικής» διαφοράς και της εθνικής διαφοράς. Οι εθνικές διαφορές είναι πιθανόν να προβληθούν με νομικούς ορισμούς, όπως σε μια δικαστική απόφαση στην Αγγλία το 1983, όπου ορίσθηκε ότι οι Σίκχ αποτελούν εθνική ομάδα (Jones and Welengama 2000, σελ 40). 

Αν βάλουμε σε κάποιον την ετικέτα ότι προέρχεται από μια συγκεκριμένη εθνική ομάδα, κάποιοι, που δεν ανήκουν στην ομάδα αυτή ή κάποια μέλη της κυρίαρχης πολιτισμικής ομάδας είναι δυνατόν να δημιουργήσουν γι’ αυτόν στερεότυπα, «φυλακισμένοι» σε μια ορισμένη ταυτότητα που μπορεί να μην τους εκφράζει, αλλά θεωρείται φυσικό να φέρονται με συγκεκριμένο και προδικασμένο τρόπο. Αλλά και μέλη μιας ομάδας, κάποιες φορές ενδιαφέρονται να παρουσιάζουν μια κλειστή όψη της  ομάδας τους. Η στατική οπτική επικρίνεται ιδιαίτερα από ερευνητές πεδίου, που μετά από έρευνα, έχουν δεχθεί ότι η εθνικότητα έχει περιστασιακό χαρακτήρα. Ο Νορβηγός ερευνητής Fredrik Barth, εστιάζει στις αλλαγές που γίνονται στα κοινωνικά κατασκευασμένα εθνικά όρια, όπου η μία ομάδα επηρεάζει την άλλη, είτε θετικά, είτε αρνητικά (Barth 1969). Ένας τέτοιος εθνικός ανασχηματισμός γίνεται, για παράδειγμα, ανάμεσα σε ομάδες που, καθώς περιθωριοποιούνται επειδή περιβάλλονται από ισχυρότερες ομάδες, ανακαλύπτουν εκ νέου θρησκευτικά και εθνικά σύμβολα, ή ανάμεσα σε ομάδες που επιχειρούν να επαναπροσδιορισθούν, όταν δέχονται επιδράσεις ή πιέσεις από άλλες κοινωνικές ομάδες ή θεσμούς. Η ανάλυση του Barth για την εθνικότητα εστιάζει την προσοχή στη συντήρηση των εθνικών ορίων. Η εθνική ταυτότητα δεν είναι αμετάβλητη, αλλά καθορίζεται ανάλογα με τις περιστάσεις. 

Η Jessica Jacobson, στην έρευνά της για τους νέους Πακιστανούς Μουσουλμάνους στη Βρετανία, υπογραμμίζει την ευμετάβλητη φύση της εθνικής ταυτότητας. Η Jacobson παρατήρησε ότι η αίσθηση της εθνικής ταυτότητας μπορεί να διαφέρει ανάλογα με περιβάλλον. Άλλοτε συσχετίζεται  με την Πακιστανική καταγωγή, ή, σε ορισμένα πλαίσια (για παράδειγμα στην οικογένεια) μπορεί να είναι «Βρετανο-Πακιστανική» ή να είναι «Ασιατική» ή «Βρετανο-Ασιατική» ( για παράδειγμα σε μια ομάδα συνομηλίκων). Η έρευνα της Jacobson καταλήγει ότι, στην περίπτωση των Βρετανών Πακιστανών Μουσουλμάνων, υπάρχει ένδειξη πως η εθνικότητα βρίσκεται σε στάδιο ρευστότητας και γρήγορων αλλαγών, ενώ η θρησκεία θεωρείται σταθερή και εφαρμόσιμη σε παγκόσμιο επίπεδο (Jacobson 1997). Παράλληλα αποτελέσματα είχε η έρευνα της Sissel Østberg, για τους Πακιστανούς Μουσουλμάνους μικρής ηλικίας στο Όσλο, στην οποία οι νέοι καθώς διαμορφώνουν τις δικές τους «ολοκληρωμένες πολυεθνικές ταυτότητες» ταυτίζονται με τόπους και παραδόσεις της Νορβηγίας και του Πακιστάν (Østberg 2003) 

Κάποιοι συγγραφείς μιλούν επίσης για «μικτές» εθνικές ταυτότητες. Για παράδειγμα, η ανάλυση της «Σινο-Αμερικανικής» εθνικής ταυτότητας του Michael Fischer, παρουσιάζει μια ομάδα με γενεαλογία που φθάνει εν τέλει στην Κίνα (οπότε υπάρχει ακόμα κάποια αίσθηση καταγωγής). Ωστόσο, υποστηρίζει ότι η εθνικότα είναι δυναμική, και δεν διδάσκεται ή μαθαίνεται, δεν περνάει απλά από γενιά σε γενιά. Το να είναι κάποιος «Σινο-Αμερικανός» είναι ζήτημα ανεύρεσης μιας φωνής ή ενός στυλ που δεν καταστρατηγεί τα διάφορα συστατικά στοιχεία της ταυτότητας (Fisher 1986, σελ. 196). Η κοινή καταγωγή παραμένει συστατικό στοιχείο της εθνικότητας, αλλά σε μια εθνική ομάδα, υπάρχει εσωτερική ποικιλία, καθώς και κάποια πρωτοτυπία, μέσω της οποίας οι άνθρωποι αποπειρώνται να εκφράσουν τη δική τους «ολοκληρωμένη πολυεθνική ταυτότητα».

Οι πιο ριζοσπαστικές θέσεις στον διάλογο αυτόν, απορρίπτουν την ιδέα της εθνικότητας καθ’ αυτήν. Περιλαμβάνουν μορφές φυλετισμού, στις οποίες αφομοιώνονται οι εθνικές και πολιτισμικές αντιθέσεις, όπως η άποψη που θεωρεί την κοινωνία «χωνευτήρι», όπου οι διαφορές εξαλείφονται – όπως, δηλαδή, διαφορετικά μέταλλα όταν θερμαίνονται στο ίδιο σκεύος, λειώνουν και συγχωνεύονται σε ένα και μοναδικό κράμα. Μια ακόμη τέτοια θέση είναι η μετα-νεωτερική, η οποία αντιμετωπίζει την εθνικότητα ως καταπιεστική κοινωνική κατασκευή. Κατ’ αυτήν, ακόμα και η περιστασιακή ανάλυση της εθνικότητας, με τη χρήση όρων όπως «ομάδα» «όριο» και «συντήρηση», είναι δυνατόν να περιφράξει τους ανθρώπους σε τεχνητές ταυτότητες. 

Πολλές μελέτες πεδίου βρίσκουν ότι η «εθνικότητα» υπονοεί κάποιο βαθμό ταυτοποίησης με μια προγονική παράδοση, ή με μια αίσθηση «κοινής ανθρώπινης ποιότητας» (Dashefsky 1972). Όμως, η εθνικότητα αλλάζει κατά περίπτωσιν, εμπεριέχει ένα στοιχείο πολιτισμικής επιλογής και δε μπορεί ποτέ να παγιωθεί ή να γίνει στατική. (Jackson και Nesbitt 1993). Όπως το θέτει ο Gerd Baumann: «Το κρασί και η εθνικότητα είναι … δημιουργίες του νου, της δεξιοτεχνίας και του σχεδιασμού του ανθρώπου – που πράγματι βασίζονται σε κάποια φυσικά συστατικά, αλλά προχωρεί πολύ πέρα από οτιδήποτε θα μπορούσε να κάνει η φύση από μόνη της» (Baumann 1999, σελ. 64). 

9. Έθνος – κράτος και εθνικότητα 

Οι έννοιες έθνος – κράτος και εθνικισμός είναι επίσης συναφείς με τις εκπαιδευτικές μελέτες για τη θρησκευτική ετερότητα, αφού υπάρχουν κάποιοι που συνδέουν ένα συγκεκριμένο κράτος, τις αξίες και τις παραδόσεις του με ένα μόνο θρήσκευμα, ενώ άλλοι υιοθετούν μια πολύ ευρύτερη οπτική.

Ο εθνικισμός είναι η ιδεολογία μιας ή περισσότερων προνομιούχων εθνικών ομάδων ή κατηγοριών, που θεωρούν έναν «ουσιοποιημένο» και ρομαντικά ιδωμένο πολιτισμό, ως «κληρονομιά» μιας εθνικής ομάδας. Άκαμπτες και στενές όψεις της φυλετικής, εθνικής και θρησκευτικής ταυτότητας τείνουν να εμφανισθούν, όταν παγιωμένες απόψεις για τη φύση των πολιτισμών συνδυάζονται με όψεις του εθνικισμού, της εθνικότητας και της θρησκείας που ενώ είναι αφηρημένες θεωρούνται πραγματικές. Ο εθνικισμός οδηγεί σε «βιολογικό ρατσισμό» και σε «πολιτισμικό ρατσισμό», όπως τον ονομάζει ο Tariq Modood. Ο πολιτισμικός ρατσισμός οικοδομείται στον βιολογικό ρατσισμό, ώστε να διαβάλει την πολιτισμική διαφορά (Modood 1997). (Δες κατωτέρω, περί φυλής και φυλετισμού). 

Εντούτοις, κάποια κράτη – έθνη προσπαθούν να βρουν τρόπους να ενσωματώσουν περισσότερες από μια εθνικές ομάδες, και κάνουν τη ρομαντική ιδέα της «υπερ-εθνικότητας» αφηρημένη, προσθέτοντάς της ιδέες όπως «ο Αμερικανικός λαός» ή την ιδέα της ενσωμάτωσης με το «χωνευτήρι» πολιτισμών. Ίσως αυτή η οπτική είναι έκδηλη σε τμήμα της Γαλλικής πολιτικής, όσον αφορά τον πολιτισμό στη δημόσια έκφρασή του. Η τάση αυτή συγκρούεται με κάθε ιδέα διατήρησης των διακριτών αλλά μεταβλητών πολιτισμικών παραδόσεων των μειονοτήτων.  

Ένας άλλος τρόπος προσαρμογής της εθνικής ή θρησκευτικής διαφοράς, εφαρμόζεται με την εξεύρεση τρόπων που να ενσωματώνουν διαφορετικές ομάδες, τροποποιώντας τη δημόσια θρησκεία ή τα εθνικά έθιμα. Για παράδειγμα, στη Βρετανία, γίνεται βαθμιαία ενσωμάτωση των βασικών θρησκευτικών εκφράσεων που εκπροσωπούνται στη χώρα, σε μια εθνική και τοπική δημόσια θρησκευτική ζωή –είτε πρόκειται για βασιλικούς γάμους ή κηδείες, είτε για την ανάληψη καθηκόντων ενός δημάρχου ή ενός ιερέα σε νοσοκομείο ή φυλακή (Beckford και Gilliat 1998). Ένα άλλο παράδειγμα αποτελεί η δήλωση του τωρινού κληρονόμου του Βρετανικού θρόνου, ότι δε βλέπει τον εαυτό του ως τον μέλλοντα «Υπερασπιστή της μίας Πίστης», αλλά ως  «υπερασπιστή της πίστης». Ένα ακόμη παράδειγμα προέρχεται από τη Γερμανία, όπου δεν υπάρχει κρατική εκκλησία. Το κράτος και οι θρησκευτικές κοινότητες είναι ανεξάρτητες. Το άρθρο 137 του βασικού συνταγματικού νόμου, εγγυάται το νομικό καθεστώς των θρησκευτικών κοινοτήτων ως δημόσιων οργανισμών, όπως η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, η Προτεσταντική Εκκλησία της Γερμανίας (Το EKD που είναι δίκτυο των 26 τοπικών Προτεσταντικών εκκλησιών), καθώς και πολλές μικρότερες θρησκευτικές κοινότητες και κοσμοαντιλήψεις. Στη Γερμανία γίνεται αυτή τη στιγμή ένας διάλογος για το πώς οι Ισλαμικές κοινότητες μπορούν να αποκτήσουν τις προϋποθέσεις, ώστε να αναγνωρισθούν ως δημόσιος οργανισμός. Αυτό που είναι ξεκάθαρο στη σκέψη της δημόσιας θρησκείας είναι, ότι κάθε κράτος – έθνος, έχει τη δική του διαφορετικότητα, που εξαρτάται από τη δική του ιδιαίτερη ιστορία. Υπ’ αυτή την έννοια, το κράτος – έθνος δεν μπορεί να είναι απολύτως ουδέτερο, όταν διαπραγματεύεται θέματα θρησκευτικής και πολιτισμικής ετερότητας. 

Όποιες κι αν είναι οι δυσκολίες, είναι ουσιαστικό, μέλη διαφορετικών μειονοτήτων, να ενέχονται άμεσα στη δημοκρατική διαδικασία της κοινωνίας. Οι απόψεις για τους τρόπους με τους οποίους είναι δυνατόν να επιτευχθεί αυτός ο στόχος διαφέρουν, ανάλογα με το βαθμό που οι θρησκείες, οι εθνικές ομάδες και οι πολιτισμοί θεωρούνται ως εσωτερικά ομοιογενείς. Όσοι υιοθετούν την «στενή» οπτική (και είναι δυνατόν να βλέπουν το ζήτημα απ’ έξω ή από μέσα) τείνουν να υιοθετήσουν τη γραμμή πως «εκπρόσωποι» είναι δυνατόν να μιλήσουν αξιωματικά εκ μέρους των μελών της ομάδας τους, ενώ εκείνοι που δίνουν έμφαση στην ιδιόμορφη και αμφισβητήσιμη φύση των ομάδων, αναζητούν μια πολύ ευρύτερη σειρά δραστηριοτήτων, μέσω των οποίων, πολλοί διαφορετικοί άνθρωποι (συμπεριλαμβανομένων των γυναικών και των παιδιών), έχουν τη δυνατότητα να λάβουν μέρος στο διάλογο και τη διαπραγμάτευση με τους άλλους. 

10. «Φυλή» και «Ρατσισμός» 

Οι έννοιες «φυλή» και «ρατσισμός» σχετίζονται στενά με τις εκπαιδευτικές μελέτες περί της θρησκευτικής ετερότητας. Ο όρος «φυλή» είναι επιστημονικά αναξιόπιστος, και χρησιμοποιήθηκε στο παρελθόν για να περιγράψει -κάτι που ήταν αποδεκτό τότε- βιολογικά σαφείς ομάδες ανθρώπων. Ο «ρατσισμός» (ή ο «βιολογικός ρατσισμός») αναφέρεται στην άνιση μεταχείριση άλλων, στη βάση της υποθετικής συμμετοχής σε μία «φυλή». Πολλοί που έχουν γράψει για τον ρατσισμό, συμφωνούν πως στην ουσία του ρατσισμού βρίσκεται η πίστη ότι υπάρχει μια ισχυρή σχέση ή μια σχέση ταυτότητας ανάμεσα στην ιδιότητα του μέλους μιας κοινωνικής κατηγορίας (π.χ. μιας «πολιτισμικής» ή «θρησκευτικής» ομάδας) και στην απόκτηση συγκεκριμένων χαρακτηριστικών (όπως το χρώμα του δέρματος). Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η βαθύτερη ερμηνεία των «φυλετικών» διαφορών μπορεί να είναι, για παράδειγμα, πολιτισμική ή θρησκευτική και όχι «βιολογική». Κάποιοι συγγραφείς χρησιμοποιούν τον όρο «πολιτισμικός ρατσισμός» για να τονίσουν τον συσχετισμό της όψης με μια στερεοτυπική όψη ενός πολιτισμού ή θρησκείας (Modood 1997). 

Μια άλλη μορφή ρατσισμού είναι ο «θεσμικός ρατσισμός». Αυτός έχει οριστεί ως:

«Συλλογική αποτυχία ενός οργανισμού να παρέχει κατάλληλες και επαγγελματικές υπηρεσίες σε ανθρώπους, εξ αιτίας του χρώματος, του πολιτισμού ή της εθνικής τους καταγωγής, και παρατηρείται ή εντοπίζεται στις διαδικασίες’ στάσεις και συμπεριφορά που καταλήγουν σε διακρίσεις και εκφράζονται με αθέλητη προκατάληψη, αγνόηση, έλλειψης ενδιαφέροντος και δημιουργία ρατσιστικών στερεοτύπων που ζημιώνουν ανθρώπους από εθνικές μειονότητες. [Έκθεση Machherson][2].

Οργανισμοί όπως η αστυνομία, οι υπηρεσίες υγείας και εκπαίδευσης, πρέπει στις διαδικασίες τους να είναι ενήμερες για τους κινδύνους του αθέλητου θεσμικού ρατσισμού. Στο χώρο των σχολείων, μπορεί να σχετίζονται με τις διαδικασίες εισαγωγής, τη σχολική πολιτική για τον ρατσισμό και τον βαθμό που το σχολείο εκτιμά τη θρησκευτική ετερότητα και τις διαφορές, ή που κάνει τους γονείς των παιδιών από θρησκευτικές ή εθνικές μειονότητες να αισθάνονται ευπρόσδεκτοι στο σχολείο. 

11. Αντιρατσισμός, Πολυπολιτισμικότητα και Διαπολιτισμική εκπαίδευση 

Από τη δεκαετία του 70, συγγραφείς στη Βρετανία που αυτοπεριγράφονταν ως αντιρατσιστές, ασκούσαν δριμεία κριτική στην πολυπολιτισμική εκπαίδευση, διότι στο μεγαλύτερο μέρος της ασχολείτο με στερεοτυπικές (δες παραπάνω «Η δημιουργία στερεοτύπων») ή γενικευμένες ιδέες για τους πολιτισμούς και τις θρησκείες. Αυτή η μορφή πολυπολιτισμικότητας, θεωρείτο ότι χωρίς να το θέλει, ενίσχυε τον ρατσισμό (Jackson 2004α, β, δ, 2005β). Οι πρόσφατες εργασίες για την διαπολιτισμική και την πολυπολιτισμική εκπαίδευση έχουν σε λαμβάνουν περισσότερο υπόψη τις μελέτες που σχετίζονται με τον πολιτισμό και την ταυτότητα. Πολλοί συγγραφείς δεν χωρίζουν πλέον τους χώρους του αντιρατσισμού και της πολυπολιτισμικότητας, θεωρώντας ότι ο ένας αναπληρώνει τις ελλείψεις του άλλου. Αντιρατσιστές, που έγραφαν κυρίως για την αλλαγή των δομών εξουσίας στην κοινωνία, ώστε να δημιουργηθεί ισότητα για όλους, σήμερα ασχολούνται και με θέματα πολιτισμού. 

Όπως σημειώθηκε παραπάνω, πολλοί εκπαιδευτές προτιμούν τον όρο διαπολιτισμική, από τον όρο πολυπολιτισμική εκπαίδευση, ώστε να δώσουν έμφαση σε μια πιο κριτική και διαδραστική όψη του πολιτισμού, απ’ όσο προέβλεπε η πρώιμη πολυπολιτισμική εκπαίδευση. Μια τέτοια οπτική, για παράδειγμα, υιοθετήθηκε από το Ευρωπαϊκό περιοδικό Διαπολιτισμική Εκπαίδευση. Όπως το τοποθετεί η Micheline Rey, 

«Ανεξάρτητα από τον χώρο που χρησιμοποιείται, ο όρος «διαπολιτισμικός», ακριβώς επειδή περιέχει τον σύνδεσμο «δια», υποδηλώνει απαραίτητα: διάδραση, ανταλλαγή, κατάργηση των φυλετικών διακρίσεων, αμοιβαιότητα, αλληλοεξάρτηση και αλληλεγγύη. Καθώς περιέχει και τον όρο «πολιτισμός», υποδηλώνει με τον πληρέστερο τρόπο: αναγνώριση των αξιών, των τρόπων ζωής και των συμβολικών παραδοχών, στις οποίες οι άνθρωποι, ως άτομα και ως ομάδες, αναφέρονται στις συνδιαλλαγές τους με τους άλλους, στον τρόπο που βλέπουν τον κόσμο, καθώς και στην αποδοχή ότι οι συνδιαλλαγές διαδραματίζονται παράλληλα τόσο ανάμεσα στις πολλαπλές καταγραφές του ενός και ίδιου πολιτισμού, όσο και ανάμεσα στους διαφόρους πολιτισμούς στο χώρο και το χρόνο. (Rey 1991, σελ. 142). 

Συμπέρασμα

Η μελέτη των εννοιών που εκτέθηκαν παραπάνω, μας βοηθά να δούμε πως οι όροι πρέπει να χρησιμοποιείται με ακρίβεια, τόσο στη διδασκαλία και την μάθηση, όσο και σε κάθε άλλο ευρύτερο πλαίσιο, και, όποτε κρίνεται αναγκαίο, με κάποια επεξήγηση. Όροι όπως «θρησκευτικός» και «εθνικός» μπορεί να χρησιμοποιούνται πολύ στενά και αποκλειστικά, αλλά όχι απαραίτητα έτσι. Για παράδειγμα, πολιτικοί χρησιμοποιούν τον όρο «πολυπολιτισμικό» με υποτιμητικό τρόπο, εννοώντας μια κοινωνία που συγκροτήθηκε από διαφορετικές και λίγο ή πολύ κλειστές πολιτισμικές ομάδες. Έχουμε δει πως ο όρος μπορεί εξίσου να χρησιμοποιηθεί πολύ πιο εύκαμπτα. Παρομοίως, μερικοί πολιτικοί χρησιμοποιούν τον όρο «ένταξη», όταν στην πραγματικότητα εννοούν «αφομοίωση». Είναι απαραίτητο να ξεκαθαρίζει κάποιος τη χρήση της ορολογίας και να βοηθάει τους μαθητές να βλέπουν κριτικά τον τρόπο που χρησιμοποιούν οι άλλοι όρους όπως «θρησκεία», «πολυπολιτισμική κοινωνία», «εθνικό», «πολιτισμός» και «ένταξη». Η εξοικείωση με τη χρήση πρέπουσας γλώσσας μπορεί να βοηθήσει τόσο τους εκπαιδευτικούς όσο και τους μαθητές να εκτιμήσουν ότι μια πολυπολιτισμική κοινωνία μπορεί να ειδωθεί, όχι ως συλλογή χωριστών και μερικές φορές ασύμβατων πολιτισμών, αλλά ως ολότητα, στην οποία αναγνωρίζονται θεμελιώδεις θρησκευτικές, πολιτισμικές και εθνικές διαφορές με πνεύμα ανεκτικότητας, μέσα σε ένα κοινό, ενιαίο δημοκρατικό πλαίσιο. 

Βασικά σημεία της θρησκευτικής και πολιτισμικής ετερότητας: μερικές βασικές έννοιες 

Θα πρέπει να γίνεται διάκριση ανάμεσα στην πλειονότητα και τον πλουραλισμό. 

Η θρησκεία δεν θα πρέπει να μελετάται απομονωμένα, αλλά στο πλαίσιο άλλων κοινωνικών κατηγοριών, όπως ο πολιτισμός, η φυλή και η εθνικότητα και σε συσχετισμό με την πλατειά γενική συζήτηση για τον πλουραλισμό.

Ένα πρόβλημα που ανακύπτει όταν προσεγγίζουμε τις θρησκείες ή τα συστήματα πίστης μ’ αυτό τον τρόπο, είναι ότι προσφέρονται για τη δημιουργία στερεοτύπων. Είναι εύκολο να υποθέσουμε ότι κάθε θρησκεία διαθέτει μια σειρά πιστεύω στα οποία όλα τα μέλη της αναμένεται να συμφωνούν. 

Η ερμηνευτική προσέγγιση απεικονίζει δυναμικά τις θρησκείες και ενθαρρύνει μια εύκαμπτη προσέγγιση μάθησης, που αποφεύγει τη δημιουργία στερεοτύπων. Αντί να παρουσιάζονται οι θρησκείες απλώς ως συστήματα πίστης, το μοντέλο αυτό απεικονίζει μια «θρησκεία» ως δυναμική σχέση μεταξύ: ανθρώπων, των ομάδων με τις οποίες αυτοπροσδιορίζονται (σέκτες, ομολογιακές, εθνικές, πολιτισμικές κ.λπ.) και μιας αδρά περιγραμμένης θρησκευτικής παράδοσης. 

Υπάρχουν σημαντικές εννοιολογικές διαφορές ανάμεσα στον πολιτισμό, τους πολιτισμούς και την πολιτισμική ανάλυση. 

Ο όρος πολυπολιτισμικός έχει ποικίλες χρήσεις. Πρόσφατες εργασίες στην διαπολιτισμική και πολυπολιτισμική εκπαίδευση λαμβάνουν υπόψη τους ολοένα και περισσότερο τον διάλογο που γίνεται στους ακαδημαϊκούς κύκλους σχετικά με τον πολιτισμό και την ταυτότητα.

Υπάρχουν σημαντικές εννοιολογικές διαφορές ανάμεσα στην εθνικότητα, την ιθαγένεια, τον εθνικισμό, την φυλή, τον ρατσισμό, τον αντι-ρατσισμό και την πολυπολιτισμικότητα. 

Είναι σημαντικό να χρησιμοποιούμε την ορολογία με ακρίβεια και κριτικό πνεύμα. 


[1] Στη διάρκεια του 20ου αιώνα, εμφανίστηκε ο όρος «λαϊκός πολιτισμός» -ο μαζικός πολιτισμός που διαπέρασε τα μέσα μαζικής επικοινωνίας- έννοια που αντιδιαστέλλεται με τον «υψηλό πολιτισμό» (π.χ. την άποψη του 18ου αιώνα για την έννοια του πολιτισμού ως «υψηλής τέχνης»).

[2] http://www.archive.official-documents.co.uk/document/cm42/4262/4262.htm

Θρησκευτική ετερότητα και διαπολιτισμική εκπαίδευση: ένα βοήθημα για τα σχολεία σελ. 33-47, Συμβούλιο της Ευρώπης

Πηγή: http://pi-schools.gr/content/index.php?lesson_id=2&ep=36








Αρέσει σε %d bloggers: