Σχόλιο στη Θεία Ενανθρώπηση

23 12 2009

Θεολογικό, ἑορτολογικό καί λειτουργικό σχόλιο στήν ἑορτή τῆς Θείας Ἐνανθρωπήσεως.

 Ἰωάννου Κανιολάκη, Θεολόγου,

Δ/ντοῦ 3ου Γυμνασίου Ρεθύμνου.

 

Α. Ἑορτολογικά.  Προλογικό.

Ἡ Ἐκκλησία μας παράλληλα μέ τόν κύκλο τῶν κινητῶν ἑορτῶν πού ἔχουν ὡς κέντρο τό Πάσχα ἒχει συνθέσει καί τόν κύκλο τῶν ἀκινήτων ἑορτῶν πού ἒχουν ὡς κέντρο τους τά Χριστούγεννα. Καί οἱ δυό κύκλοι συνθέτουν τόν ἐτήσιο κύκλο τῆς λειτουργίας τοῦ χρόνου. Οἱ κινητές ἑορτές εἶναι κυρίως οἱ ἑορτές τῆς ἐσχατολογικῆς ἀνάβασης τοῦ κόσμου καί τοῦ ἀνθρώπου στό θρόνο τοῦ Θεοῦ, ἡ ἒξοδος ἀπό τόν κόσμο τοῦτο καί ἡ ἀνάβαση στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὡστόσο οἱ ἀκίνητες ἑορτές ἑορτάζουν τήν εἲσοδο, τόν ἐρχομό τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο πού συντελέσθηκε μέ τήν Ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, τοῦ Χριστοῦ.  Ἡ Ἐκκλησία μας ζεῖ τό μυστήριό της, ὂχι μονάχα σάν μιά πορεία ἐσχατολογική, πορεία ἐξόδου ἀπό τόν κόσμο αὐτό, ἀλλά ταυτόχρονα καί σάν χαρούμενη βίωση τῆς Βασιλείας πού ἢδη ἦλθε με τό Χριστό. Τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, δέν τήν προσμένουμε ἁπλῶς, ἀλλά ἢδη τή γευόμαστε τήν παρουσία της, γιατί μᾶς τή χάρισε ὁ ἲδιος ὁ Χριστός, ἀπό τήν Ἃγια κιόλας ἐκείνη νύκτα τῆς Γεννήσεως.

Στή βάση, λοιπόν, τοῦ ἐτήσιου κύκλου τῶν ἀκινήτων ἑορτῶν βρίσκεται ἡ ἑορτή τῆς Ἐνανθρωπήσεως. Στή συνέχεια μέ βάση αὐτήν σχηματίζεται ὁ ἑόρτιος κύκλος τῆς Ἐνανθρωπήσεως πού ξεκινάει σαράντα ἡμέρες πρίν τά Χριστούγεννα καί τελειώνει σαράντα ἡμέρες μετά, ἀκολουθώντας τόν κύκλο τῶν κινητῶν ἑορτῶν. Στόν ἑόρτιο κύκλο τῆς Ἐνανθρωπήσεως προστίθενται καί οἱ δυό μεγάλες ἑορτές τῆς Περιτομῆς καί τῆς Ὑπαπαντῆς.

Ἡ ἑορτή τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, ἀποτελεῖ τό κέντρο τῶν ἀκινήτων ἑορτῶν τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἱστορικά, μέχρι τό 4ο αἰ. τά Χριστούγεννα ἑορτάζονταν μαζί μέ τή Βάπτιση τοῦ Κυρίου ὡς μία κοινή ἑορτή μέ τό ὂνομα Ἐπιφάνεια. Ἡ ἀνάγκη προσηλυτισμοῦ τῶν εἰδωλολατρῶν στή χριστιανική πίστη, πού ἑόρταζαν στίς 25 Δεκεμβρίου τήν ἑορτή τοῦ Ἣλιου, συνέβαλλε κατά πολύ στό νά διαχωρισθοῦν οἱ ἑορτές αὐτές. Στίς 25 Δεκεμβρίου δέν γεννᾶται πιά ὁ φυσικός ἣλιος ἀλλά ὁ νοητός Ἣλιος τῆς δικαιοσύνης, ὁ Χριστός.

Ἡ λειτουργιή διαμόρφωση τῆς ἑορτῆς μοιάζει μέ αὐτή τοῦ Πάσχα πού πολύ πρίν εἶχε καθιερωθεῖ. Ἢδη σαράντα ἡμέρες πρίν ἀρχίζει ἡ νηστεία τῶν Χριστουγέννων. Στίς ὀρθρινές Ἀκολουθίες ψάλλονται οἱ Καταβασίες τῆς ἑορτῆς. Ἡ ἑβδομάδα πρίν τά Χριστούγεννα μοιάζει άπως μέ τή Μεγ. Ἑβδομάδα τοῦ Πάσχα. Μᾶς τό βεβαώνουν αὐτό οἱ Ἀκολουθίες τῶν Μεγ. Ὡρῶν καθώς καί τῆς ἑσπερινῆς Θείας Λειτουργίας  τοῦ Μεγ. Βασιλείου, κατά τό πρότυπο τῆς Μεγ. Παρασκευῆς καί τοῦ Μεγ. Σαββάου. Πρίν τά Χριστούγεννα ὑπάρχουν καί δυό Κυριακές προεόρτιες.  Ἡ Κυριακή τῶν Προπατόρων καί ἡ Κυριακή πρίν τήν Γέννηση.  Ἡ λειτουργική μίμηση τοῦ Πάσχα συνεχίζεται καί μετά τά Χριστούγεννα. Γιά μιά ἑβδομάδα κυριαρχεῖ τό μεθεόρτιο στοιχεῖο. Τήν ἑπομένη τῆς ἑορτῆς, ἑορτάζεται ἡ Σύναξη τῆς Θετόκου.  Τήν ἑπομένη ἐπίσης Κυριακή πού λέγεται ἑορτή μετά τή Γέννηση τοῦ Χριστοῦ ἑορτάζεται ὁ μνήστωρ Ἰωσήφ, ὁ πρῶτος ἀψευδής μάρτυρας τῆς Γεννήσεως κατά ό πρότυπο τῆς Κυριακῆς τῶν Μυροφόρων. Ὀκτώ ἡμέρες μετά τή Γέννηση ἑορτάζεται ἡ Περιτομή τοῦ Κυρίου γιά νά ἐπιβεβαιωθεί ἐπίσημα ἡ ἀλήθεια τῆς Ἐνανθρωπήσεως καί νά διατρανωθεῖ ὁ εἰκονισμός τῆς Ὀγδόης Ἡμέρας πού εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, σύμφωνα μέ τήν Κυριακή τοῦ Θωμᾶ μετά τό Πάσχα. Ὁ ἑόρτιος κύκλος τῆς Ἐνανθρωπήσεως κλείνει λειτουργικά μέ τήν ἑορτή τῆς Ὑπαπαντῆς.          Τέλος, πρέπει νά σημειωθεῖ, πώς στήν ἀρχαία μας Ἐκκλησία ἡ ἑορτή τῶν Χριστουγέννων ἀποτέλεσε γρήγορα μιά βαπτισματική ἑορτή. Δηλ. ἐξ αἰτίας τῆς αὒξησης τῶν προσερχομένων στό Βάπτσμα, καθιερώθηκε τό Βάπτισμα νά τελεῖται ὂχι μόνο τό Μέγα Σάββατο ἀλλά καί τά Χριστούγεννα. Τοῦτο ἐνισχύσει ἀκόμα περισσότερο τό γεγονός τῆς λειτουργικῆς μίμησης τῆς πασχάλιας περιόδου ἀπό τόν ἑόρτιο κύκλο τῆς Ἐνανθρωπήσεως.

Β. Τό  μυστήριο τῆς Ἐνανθρωπήσεως. Θεολογικά.

 Ὃταν διαμορφώθηκε ἡ ἑορτή τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως, αὐτό πού ἀπασχολοῦσε τήν Ἑκκλησία, δέν ἦταν ὁ ἱστορικός της προσδιορισμός ἀλλά κυρίως ἡ διατύπωση καί ἡ διακήρυξη τῆς ἀλήθειάς της. Ὁ Χριστός γιά τήν Ἐκκλησία μας ἦταν καί εἶναι ὁ  Ἐνανθρωπήσας λόγος τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἲδιος ὁ Θεός πού ἀπό θεϊκή σγκατάβαση γίνεται ἂνθρωπος. Ἡ πίστη αὐτή ἀπειλεῖται ἀπό τήν αἳρεση τοῦ Ἀρείου. Στήν Α´ Οἰκουμενική Σύνοδο τῆς Νικαίας ἡ Ἐκκλησία ἐπίσημα πιά διατυπώνει τήν πίστη της γιά τή Θεότητα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἑορτή τῆς Γεννήσεως γίνεται πιά ἡ χαρούμενη ἑορτή πού διακυρύσσει τό Μυστήριο τῆς Ἐνανθρωπήσεως, εἶναι ἡ νίκη τοῆ Ἡλίου τῆς δικαιοσύνης  ἐπάνω στά σκοτάδια τοῦ κόσμου τούτου καί ἀποτελεῖ τό σημεῖο πού ἐξαγγέλει τή νίκη τῆς Ἐκκλησίας ἐναντίον τῆς αἳρεσης τοῦ Ἀρείου.

Ἔκτοτε, κάθε Χριστούγεννα,  ‘Σήμερον’ καί ‘εἰς τούς αἰ­ώ­νας τῶν αἰ­ώ­νων’  ἑ­ορ­τά­ζου­με ὅ,τι συ­νέ­βη τό­τε, ‘τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νῳ’ στή Βη­θλε­έμ: Τή Σάρ­κωση τοῦ Λό­γου το­ῦ Θε­ο­ῦ.  Ἑορ­τά­σου­με τή μη­τρό­πο­λη τῶν ἑ­ορ­τῶν, τό ὑπε­ρε­όρ­τιο μυ­στή­ριο τῆς Ἐ­ναν­θρω­πή­σε­ως τοῦ Λό­γου το­ῦ Θε­οῦ. Ὁ Θε­ός ‘τῷ και­ρῷ ἐκείνῳ’  ἀλ­λά καί ‘σή­με­ρον’ καί ‘­εἰς τούς αἰ­ώ­νας τῶν αἰώ­νω­ν’, προ­ω­θεῖ τό προ­αι­ώ­νιο καί αἰ­ώ­νιο σχέ­διό Του γιά τή σω­τη­ρί­α τοῦ κό­σμου καί το­ῦ ἀν­θρώ­που: Σαρ­κώ­νε­ται ὁ Υἱ­ός Τοῦ ‘ἐκ Πνεύ­μα­τος  Ἁ­γί­ου καί Μα­ρί­ας τῆς Παρ­θέ­νου’.  Ὁ Υἱ­ός καί Λό­γος εἰ­σέρ­χε­ται στήν ἱ­στο­ρί­α, ‘φύ­σει γε­νό­με­νος ἄν­θρω­πος δι’ ἡ­μᾶς’. Ὁ Ἰ­η­σοῦς ὁ ἀ­πό Να­ζα­ρέτ εἶ­ναι ὁ Σαρ­κω­μέ­νος Υἱ­ός το­ῦ Θε­οῦ. Ὁ Θε­ός συγ­κα­τα­βαί­νει ὡς Θε­άν­θρω­πος, προσ­λαμ­βά­νει τήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση, ὅ­λα τά σχή­μα­τα το­ῦ κό­σμου καί τῆς ἱ­στο­ρί­ας, ἐν­τάσ­σε­ται σέ ἕ­να λα­ό, μι­λά­ει τή γλώσ­σα τῶν ἀν­θρώ­πων, ζε­ῖ καί ἀ­νή­κει σέ μιά ἀν­θρώ­πι­νη οἰ­κο­γέ­νεια, ἔ­χει συγ­γε­νεῖς καί φί­λους, ἔ­χει ἐ­πάγ­γελ­μα, εἶ­ναι πο­λί­της το­ῦ κρά­τους τοῦ ἰ­ου­δα­ϊ­κοῦ καί μιᾶς παν­το­δύ­να­μης ρω­μα­ϊ­κῆς αὐ­το­κρα­το­ρί­ας, συγ­κρού­ε­ται μέ τίς πο­λι­τι­κές καί θρη­σκευ­τι­κές δυ­νά­μεις καί ἐ­ξου­σί­ες, κη­ρύτ­τει τή και­νούρ­για Βα­σι­λεί­α τῆς ἀ­γά­πης, τῆς εἰ­ρή­νης καί τῆς δι­και­ο­σύ­νης το­ῦ Θε­ο­ῦ, πε­θαί­νει καί ἀ­να­στή­νε­ται γιά τή Βα­σι­λεί­α αὐ­τή καί γιά τό λα­ό Του, ἀ­να­λαμ­βά­νει με­τα­μορ­φω­μέ­νο καί θε­ω­μέ­νο τό κτι­στό στό θρό­νο τοῦ Θε­ο­ΰ καί Πα­τέ­ρα. Μέ ὅ­λα τοῦ­τα γί­νε­ται φα­νε­ρό πώς ὁ Θε­ός, ὁ Θε­άν­θρω­πος καί Λό­γος ἀ­πο­δέ­χε­ται καί κα­τα­φά­σκει τήν ἀν­θρώ­πι­νη ἱ­στο­ρί­α, τήν προσ­λαμ­βά­νει γιά νά τή με­τα­μορ­φώ­σει. Ὁ Λό­γος εἰ­σερ­χό­με­νος στήν ἱ­στο­ρί­α ἐγ­και­νιά­ζει ἕνα νέ­ο ἦ­θος ζω­ῆς γιά τόν κό­σμο, και­νές ἀν­θρώ­πι­νες σχέ­σεις, και­νά κρι­τή­ρια ἀ­ξι­ο­λό­γη­σης τοῦ κα­θη­με­ρι­νοῦ βί­ου καί τῶν ἀν­θρω­πί­νων πρά­ξε­ων. Ἡ Ἐ­ναν­θρώ­πη­ση το­ῦ Θε­οῦ σή­μα­νε τήν ὕ­ψι­στη πρά­ξη κα­το­χύ­ρω­σης τῆς ἀ­ξί­ας καί ἱ­ε­ρό­τη­τας τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης, τή δυ­να­τό­τη­τα τοῦ ἀν­θρώ­που νά ἀν­τα­πο­κρι­θεῖ στή κλή­ση το­ῦ Θε­ο­ῦ, στό κα­τά φύ­σιν προ­ο­ρι­σμό του. Ὁ Θε­ός προ­σφέ­ρε­ται ὄ­χι ὡς Δι­δά­σκα­λος τῆς ἠ­θι­κῆς, ἀλ­λά προ­σφέ­ρει τό Σῶ­μα Του καί τό Αἷ­μα Του στόν ἄν­θρω­πο γιά νά συγ­κρο­τη­θεῖ κα­τά χά­ριν τό Θε­αν­θρώ­πι­νο πρό­σω­πό Του, νά συ­στα­θεῖ ἡ και­νή κτίσις το­ῦ Θε­ο­ῦ.

Μέ τή Γέν­νη­ση τοῦ Κυ­ρί­ου πραγ­μα­το­ποι­οῦν­ται οἱ ὑ­πο­σχέ­σεις τοῦ Θε­οῦ καί οἱ ὁ­ρα­μα­τι­σμοί τῶν προ­φη­τῶν. «ἰ­δού ἡ παρ­θέ­νος ἐν γα­στρί ἔ­ξει καί τέ­ξε­ται υἱόν, καί κα­λέ­σου­σιν τό ὄνο­μα αὐ­το­ῦ Ἐμ­μα­νου­ήλ, ὅ ἐ­στί με­θερ­μη­νευ­ό­με­νον με­θ’ ἡμῶν ὁ Θε­ός». (Μάτθ. Α΄, 23). Ὄντως πλέ­ον ὁ Θε­ός εἶ­ναι μέ τό λα­ό Του.  «Καί ὁ Λό­γος σάρξ ἐγέ­νε­το καί ἐ­σκή­νω­σεν ἐν ἡμῖν καί ἐθε­α­σά­με­θα τήν δό­ξαν αὐ­το­ῦ. Εἰς τά ἴδια ἦλ­θε, καί οἱ ἴ­διοι αὐ­τόν οὐ πα­ρέ­λα­βον. Ὅ­σοι δέ ἔ­λα­βον αὐ­τόν, ἔ­δω­κεν αὐ­τοῖς ἐ­ξου­σί­αν τέ­κνα Θε­οῦ γε­νέ­σθαι, τοῖς πι­στεύ­ου­σιν εἰς τό ὄ­νο­μα αὐ­το­ῦ».(Ἰ­ω­άν. Α΄, 14, 11-12). «Ὁ Θε­άν­θρω­πος Χρι­στός εἶ­ναι ἡ ἐ­νυ­πό­στα­τη κα­θο­λι­κή ἀ­λή­θεια. Ἡ ἀ­λή­θεια γιά τό Θε­ό καί ἡ ἀ­λή­θεια γιά τόν ἄν­θρω­πο… Εἶ­ναι ὁ πλή­ρης καί ἀ­λη­θι­νός Θε­ός, ὁ ἑ­νω­μέ­νος μέ τήν Ἁ­γί­α Τριά­δα καί ὁ πλή­ρης καί ἀ­λη­θι­νός ἄν­θρω­πος, ὁ ἑ­νω­μέ­νος μέ ὅ­λους­ τούς ἀν­θρώ­πους, πού ἀ­πο­τε­λοῦν τό σῶ­μα Του, τήν Ἐκ­κλη­σία….. Ἡ Ἐ­ναν­θρώ­πη­ση εἶ­ναι τό κεν­τρι­κό μυ­στή­ριο ὅ­λης τῆς Θεί­ας Οἰ­κο­νο­μί­ας. Ἡ δη­μι­ουρ­γί­α καί ἡ σω­τη­ρί­α, δλη ἡ ἐ­λε­η­μο­σύ­νη καί ἡ φι­λαν­θρω­πί­α τῆς  Ἁ­γί­ας Τριά­δος, τό νό­η­μα καί ὁ σκο­πός τοῦ εἶ­ναι καί το­ῦ γί­γνε­σθαι ἀ­να­κε­φα­λαι­ώ­νε­ται στό Θε­άν­θρω­πο Χρι­στό, πού μέ τήν ἔν­σαρ­κη πα­ρου­σί­α Τοῦ ἀ­πο­κά­λυ­ψε τή χρι­στο­λο­γι­κή καί χρι­στο­κεν­τρι­κή ρίζα καί προ­ο­­πτι­κή κά­θε πραγ­μα­τι­κό­τη­τας καί ὁ­λό­κλη­ρης της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας»[1]. Μέ τήν Ἐ­ναν­θρώ­πη­ση ὁ ἄν­θρω­πος καί ὁ κό­σμος εἰ­σέρ­χον­ται πιά σέ κρί­ση ζω­ῆς καί θα­νά­του. Ὅ­λα πιά κρί­νον­ται ἀ­πό τή θέ­λη­ση καί τή δυ­να­τό­τη­τά τους νά ἐν­σω­μα­τω­θοῦν, νά ἐγ­κεν­τρι­σθο­ῦν στό Θε­αν­θρώ­πι­νο Σῶ­μα, νά ἀ­πο­κα­λύ­ψουν τό μυ­στή­ριό της προσ­λή­ψε­ως τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης στό Θε­αν­θρώ­πι­νο Σῶ­μα καί νά φα­νε­ρω­θεῖ ἔ­τσι ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τῆς προσ­λή­ψε­ως αὐ­τῆς στό μυ­στή­ριο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ‘Τό ἀπρό­σληπτον, ἀ­θε­ρά­πευ­τον, ὅ δέ ἥ­νωται τῷ Θεῶ, τοῦτο καί σ­ώ­ζε­ται’, θά πεῖ ὁ ἅ­γιος Γρη­γό­ριος ὁ Θε­ο­λό­γος.

Τό μυστήριο τῆς Ἐνανθρωπήσεως ἀνήκει στήν προαιώνια βούληση τοῦ Θεοῦ καί Πατέρα Στήν προοπτική τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ἀξία τῆς κτίσεως καί ὅλης τῆς Δημιουργίας συνοψίζεται καί ἀνακεφαλαιώνεται στό Χριστό, στήν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ. Στούς Πατέρες τό ‘ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία’, ὑποδηλώνει ὅτι ἡ Ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου εἶναι τό προηγούμενο θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἡ Ἐνανθρώπηση ὑπῆρχε στή βούληση τοῦ Θεοῦ, ἀνεξάρτητα ἀπό τήν πτώση τοῦ Ἀδάμ. Ἡ ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μέ τό Θεό δέν θά μποροῦσε νά πραγματοποιηθεῖ, ἄν δέν ὑπῆρχε τό συγκεκριμμένο πρόσωπο, στό ὁποῖο θά ἑνωνόταν ὑποστατικά ἡ θεία μέ τήν ἀνθρώπινη φύση. Ἡ Ἐνανθρώπηση ἦταν τό τέλος τῆς Δημιουργίας. Ἡ κτίση ὅλη καί ὁ ἄνθρωπος ἔγιναν γιά τόν Θεάνθρωπο[2].

Ὁ Χρι­στός ἔρ­χε­ται ἀ­πό ἀ­γά­πη, εἶ­ναι ἡ ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ. Ὁ­λό­κλη­ρη ἡ Δη­μι­ουρ­γί­α ὁ­ρί­ζε­ται ἀ­πό τή Δη­μι­ουρ­γι­κή ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ καί Πα­τέ­ρα Ὁ Δη­μι­ουρ­γός Θε­ός κι­νού­με­νος ἀ­πό ἀ­γά­πη δη­μι­ουρ­γεῖ καί τε­λει­ώ­νει α­γα­πη­τι­κά τή Δη­μουρ­γί­α Του ἀ­πο­κα­λύ­πτον­τας τό σκο­πό της πού εἶ­ναι ἡ ἀ­γα­πη­τι­κή κοι­νω­νί­α της μέ Αὐ­τόν, «..μέ τή σάρ­κω­ση Του ὁ Λό­γος κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά ‘πάν­τα πε­ρι­έ­λα­βε καί ἐν ἑ­αυ­τῷ ἐ­νυ­πέ­στη­σε­ν’, γι­νό­με­νος ‘τά πάν­τα ἐν πᾶ­σι αὐ­τός ὁ Θε­ό­ς’, ἀ­κρι­βῶς μέ­σω τῆς ἀ­λη­θι­νῆς καί πλή­ρους ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σε­ως πού προ­σέ­λα­βε. Αὐ­τός ἦ­ταν ἐξ ἀρ­χῆς ὁ σκο­πός τοῦ ἀν­θρώ­που ἀ­πό τόν ὁ­ποῖ­ον ἐ­ξέ­πε­σε, καί ἀ­πο­κα­τα­στά­θη­κε ἐν Χρι­στῷ. Νά φτειά­ξει αὐ­τός ὁ ‘μι­κρό­κο­σμο­ς’ ἀ­πό τόν κό­σμο ἕ­ναν ‘μα­κρο­άν­θρω­πο’ ἐ­νυ­πο­στα­σι­α­σμέ­νο στό  Λό­γο. Ὁ ἄν­θρω­πος μέ τήν ἀ­γά­πη του, ἐ­νο­ποι­ών­τας τόν κό­σμο καί προ­σά­γον­τάς τον κα­τά τήν Πρό­νοι­α τοῦ Θε­οῦ σ’ Αὐ­τόν, θά ἐ­ξε­πλή­ρω­νε τό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ στόν κό­σμο ὁ­δη­γών­τας τον στήν ἐ­σχα­το­λο­γι­κή πλη­ρό­τη­τα»[3]. Τό ἀ­γα­πη­τι­κό τοῦ­το μυ­στή­ριο τῆς Δη­μι­ουρ­γί­ας πραγ­μα­το­ποι­εῖ­ται στό πρό­σω­πο τοῦ τε­λει­ό­τε­ρου τῶν δη­μι­ουρ­γη­μά­των, ἀν­θρώ­που. Στήν πραγ­μα­το­ποί­η­ση τοῦ σκο­ποῦ αὐ­τοῦ, τήν ‘ἐν σαρ­κί’ ἕ­νω­ση τοῦ ἄν­θρω­που καί τοῦ Θε­οῦ, ἡ ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι ἀ­πό­λυ­τη καί φα­νε­ρώ­νε­ται πάν­το­τε ὡς ἀ­έ­να­η θυ­σί­α καί αὐ­το­προ­σφο­ρά ἀ­γά­πης. Κο­ρυ­φαί­α ἀ­πο­κά­λυ­ψη αὐ­τῆς τῆς ἀ­γά­πης εἶ­ναι ἡ Ἐ­ναν­θρώ­πη­ση τοῦ Λό­γου.

Ὁ Χρι­στός ἔρ­χε­ται ἀ­πό ἀ­γά­πη γιά νά ἑ­νώ­σει ‘ἐν ἑ­αυ­τῷ’ καί μέ τό Θε­ό τόν ἄν­θρω­πο. Ἐν­δύ­ε­ται τήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση καί διά τῆς ἀλ­λη­λο­πε­ρι­χω­ρη­σε­ως τῆς Θεί­ας καί ἀν­θρω­πί­νης φύ­σε­ως στό Πρό­σω­πό Του ἐν­σαρ­κώ­νει καί πραγ­μα­το­ποι­εῖ τό δη­μουρ­γι­κό ἀ­γα­πη­τι­κό Τρι­α­δι­κό θέ­λη­μα τῆς κοι­νω­νί­ας τοῦ κτι­στοῦ μέ τό Ἄ­κτι­στο. Στό πρό­σω­πο τοῦ Λό­γου ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται ἡ Δη­μι­ουρ­γί­α καί ὁ σκο­πός της καί μά­λι­στα κα­τά τρό­πο πραγ­μα­τι­κό καί ἱ­στο­ρι­κό. Ἡ ‘ἐν Χρι­στῷ’ Θε­αν­θρώ­πι­νη κοι­νω­νί­α εἶ­ναι τό μυ­στή­ριον καί ὁ σκο­πός τοῦ κό­σμου. Ἡ Ἐ­ναν­θρώ­πη­ση τοῦ Υἱ­οῦ καί Λό­γου ἀ­πο­κα­λύ­πτει καί χα­ρί­ζει τή Τρι­α­δι­κή ἀ­γά­πη στό κό­σμο, εἶ­ναι δι­α­κή­ρυ­ξη τῆς ἀ­πό­λυ­της ἑ­νώ­σε­ως τοῦ ἀν­θρώ­που μέ τό Τρι­α­δι­κό Θε­ό, πού πραγ­μα­το­ποι­εῖ­ται ‘ἐν Χρι­στῷ καί ἐν Ἁ­γί­ω Πνεύ­μα­τι καί ἐν­τός τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Στήν ἐν Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι και­νή κοι­νω­νί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας πραγ­μα­το­ποι­εῖ­ται ἡ ἕ­νω­ση μέ τό Χρι­στό, καί δι’ αὐ­τῆς ἡ ἕ­νω­ση μέ τόν Πα­τέ­ρα. «Ἡ κοι­νω­νί­α αὐ­τή εἶ­ναι, λοι­πόν, ἡ πρώ­τη πραγ­μα­τι­κό­της γι­γνο­μέ­νη ἐν τῆ Δη­μι­ουρ­γί­α, δρᾶ ἐν χρό­νῳ καί ἐν τόπω.Ἔχει πλήρως τούς χαρακτήρας τοῦ αἰτίου τῆς Δημιουργίας- τῆς ἀγάπης – τοῦ κατ’ ἐξοχήν στοιχείου αὐτῆς – τῆς σαρκός- καί τῆς κοινωνίας τῶν δυό εἰς τόν τέλειον βαθμόν ὑπ’ Ἐκείνου, ὁ ὁποιος μόνον ἔχει τήν δυνατότητα ταύτην, ἤτοι ὑπό του ἐνσαρκωθέντος δημιουργικοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ…Ὁ Χριστός, κατά ταῦτα, εἶναι διά τήν Κ. Διαθήκην ἡ ἕνωσις, ἡ συμπερίληψις πάσης κινήσεως πρός γνῶσιν, ἀπό τοῦ Θεοῦ Πατρός ἐν ἀγάπῃ ἀρχομένης καί ἐν Ἐαυτῷ μέσῳ τῆς διά τοῦ Σταυροῦ σωτηρίας καί τῆς Ἀναστάσεως τελειουμένης καί διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐν ἑνί ἑκάστῳ ἡμῶν πραγματοποιούμενης»[4].

Γ.  Ἐνανθρώπηση και Εὐχαριστία. Λειτουργικά.

Ἡ Σάρ­κω­ση τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι ἕ­να γε­γο­νός καί μυ­στή­ριο δι­πλό: Στό μυ­στή­ριο τῆς Σαρ­κώ­σε­ως ὁ Θε­ός προσ­λαμ­βά­νει τόν ἄν­θρω­πο ἀ­φ’ ἐ­νός καί ἀ­φ’ ἑ­τέ­ρου ὁ ἄν­θρω­πος προσ­λαμ­βα­νό­με­νος ἀ­πό τό Θε­ό ζεῖ τή Θεί­α ζω­ή Του. Ἡ Σάρ­κω­ο­η εἶ­ναι ἡ ἀ­πο­κά­λυ­ψη τοῦ Θε­οῦ καί ἡ εἴ­σο­δός του στήν ἱ­στο­ρί­α Στό μυ­στή­ριο τῆς Σαρ­κώ­σε­ως ὁ ἀ­πρό­σι­τος καί ἀ­ό­ρα­τος στόν κτι­στό κό­σμο Θε­ός ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται καί ἡ ἄ­πει­ρη φι­λαν­θρω­πί­α καί ἀ­γά­πη Τοῦ σπά­ζει τίς ἀ­πο­στά­σεις μέ τό κτι­στό, γε­φυ­ρώ­νει τήν ὀν­το­λο­γι­κή ἀ­πό­στα­ση καί πραγ­μα­το­ποι­εῖ τήν ἀρ­χέ­γο­νη ἐ­πι­θυ­μί­α Του πού εἶ­ναι ἡ ἕ­νω­ση τοῦ κτι­στοῦ ἐν Αὐ­τῷ. Καί αὐ­τό τό ἐρ­γά­ζε­ται μέ τήν πρόσ­λη­ψη τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης ἀ­πό ἕ­να πρό­σω­πο τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δος, τό Λό­γο. Ὁ Λό­γος φο­ρεῖ τήν ἀν­θρώ­πι­νη σάρ­κα πού τοῦ χά­ρι­σε ἐξ ὀ­νό­μα­τος τοῦ κό­σμου ἡ Παρ­θέ­νος, γί­νε­ται ὁ­ρα­τός καί προ­σι­τός ἀ­πό τά κτί­σμα­τά Του. Ἡ σάρ­κα τοῦ Λό­γου ἀ­πο­κα­λύ­πτει τό Θε­ό στόν κό­σμο καί με­τα­δί­δει σ’ αὐ­τόν τή Θεί­α ζω­ή Του. Καί προσ­λαμ­βά­νον­τας ὁ Θε­ός τήν ἀν­θρώ­πι­νη σάρ­κα τήν ὑψώνει σέ κα­τοι­κί­α – να­ό τοῦ Θε­οῦ καί σέ Θεί­α σάρ­κα, τή θεώνει. Σάρ­κα στήν ἑ­βρα­ϊ­κή γλώσ­σα ση­μαί­νει ὄ­χι μο­νά­χα τό σῶ­μα, ἀλ­λά ὁ­λό­κλη­ρο τόν ἄν­θρω­πο. Ἔ­τσι ὁ Λό­γος δέν προσ­λαμ­βά­νει μο­νά­χα τό ἀν­θρώ­πι­νο σῶ­μα ἀλ­λά ὅ­λο τόν ἄν­θρω­πο. Στό Σῶ­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, στό Σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ, ἑ­νω­νό­μα­στε πραγ­μα­τι­κά μέ τό Θε­ό. Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α θά γρά­ψει ὁ Φλω­ρόφ­σκυ,  «εἶ­ναι τό ἔρ­γο τοῦ Θε­οῦ ἐ­πά­νω στή γῆ. Εἶ­ναι ἡ εἰ­κό­να τῆς εὐ­λο­γη­μέ­νης Του πα­ρου­σί­ας, ἡ ἐ­νοί­κη­ση Του μέ­σα στό κό­σμο… Στήν Ἐκ­κλη­σί­α, στό θε­αν­θρώ­πι­νό της ὀρ­γα­νι­σμό, πραγ­μα­τώ­νε­ται συ­νε­χῶς τό μυ­στή­ριο τῆς Σαρ­κώ­σε­ως, τό μυ­στή­ριο τῶν ἀ­δι­ά­λυ­τα ἑ­νω­μέ­νων δυ­ό φύ­σε­ων, τῆς θεί­ας καί τῆς ἀν­θρω­πί­νης, ἡ πλη­ρό­τη­τα τῆς ἀ­πο­κα­λύ­ψε­ως, μιᾶς ἀ­πο­κα­λύ­ψε­ως ὄ­χι μό­νο τοῦ Θε­οῦ, ἀλ­λά καί τοῦ ἀν­θρώ­που»[5].

Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­ναι ὅ­πως ὁ Χρι­στός, ἡ ἀ­σύγ­χυ­τη ἕ­νω­ση τοῦ Θεί­ου καί τοῦ ἀν­θρω­πί­νου ἡ ἀ­νά­κρα­ση τοῦ κτι­στοῦ μέ τό Ἄ­κτι­στο. Στόν τό­πο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας συν­τε­λοῦν­ται οἱ μυ­στι­κοί Γά­μοι τοῦ Χρι­στοῦ μέ τόν ἀ­γα­πη­μέ­νο λα­ό Του, μέ ὅ­λη Του τή Δη­μι­ουρ­γί­α Αὐ­τή ἡ ἕ­νω­ση εἶ­ναι ἡ προ­αι­ώ­νια ἐ­πι­θυ­μί­α τοῦ Θε­οῦ. Ὁ­λό­κλη­ρη ἡ δη­μι­ουρ­γί­α ἔ­γι­νε γιά νά χα­ρεῖ τή κοι­νω­νί­α μέ τό Θε­ό, καί ὁ μι­κρό­κο­σμος ἄν­θρω­πος κλή­θη­κε νά πραγ­μα­το­ποι­ή­σει αὐ­τή τή κοι­νω­νί­α Ὁ ἄν­θρω­πος δη­μι­ουρ­γη­μέ­νος κα­τ’ εἰ­κό­να τοῦ Θε­οῦ ἔ­χει κλη­θεῖ νά τεί­νει πρός τήν Εἰ­κό­να – τό Χρι­στό πού εἶ­ναι ἡ Εἰ­κών τοῦ Θε­οῦ τοῦ ἀ­ο­ρά­του, νά ἑ­νω­θεῖ δη­λα­δή ὑ­πο­στα­τι­κά μέ τό Θε­ό καί Λό­γο γιά νά γί­νει τε­λι­κά μέ­σα στήν Εἰ­κό­να τοῦ Θε­οῦ κα­τά χά­ριν ὅ­μοι­ός Του, κα­τά χά­ριν εἰ­κό­να Του, δη­λα­δή νά θε­ω­θεί κα­τά χά­ριν. Τού­τη ἡ ἐ­σχα­το­λο­γι­κή ὅ­δευ­ση πραγ­μα­το­ποι­εῖ­ται μέ­σα στό Σῶ­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, πού εἶ­ναι τό Σῶ­μα τοῦ πα­ρα­τει­νό­με­νου στούς αἰ­ῶ­νες Χρι­στοῦ. Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­ναι εἰς τούς αἰ­ώ­νας τῶν αἰ­ώ­νων ὁ τό­πος τῆς δια­ρκοῦς Σαρ­κώ­σε­ως τοῦ Θε­οῦ, ὁ τό­πος τῆς ἀ­έ­να­ης προσ­λή­ψε­ως τοῦ κτι­στοῦ ὑ­πό τοῦ Ἀ­κτί­στου. Εἶ­ναι ὁ τρό­πος καί ὁ τό­πος τῆς συγ­κα­τα­βαί­νου­σας καί ἀ­πο­κα­λυ­πτό­με­νης ἀ­γά­πης καί φι­λαν­θρω­πί­ας τοῦ Θε­οῦ καί τῆς ἐ­λεύ­θε­ρης ἀ­γα­πη­τι­κῆς ἀ­πο­δο­χῆς καί αὐ­το­πα­ρα­δό­σε­ως τοῦ κτι­στοῦ στή Θεί­α ἀ­γά­πη, ὁ τό­πος τῆς δί­ψας καί τῆς πεί­νας τοῦ ἀ­να­με­νό­με­νου σω­τή­ρα καί βα­σι­λιά, τῆς ἐ­λεύ­θε­ρης συγ­κα­τά­θε­σης τοῦ ἀν­θρω­που στό Θεῖ­ο θέ­λη­μα [6].

Ἡ Θεί­α Εὐ­χα­ρι­στί­α, εἶ­ναι ὁ λει­τουρ­γι­κός τό­πος, ὅ­που ὁ λα­ός τοῦ Θε­οῦ ξα­να­ζεῖ τό θαῦ­μα τῆς Θεί­ας Ἐ­ναν­θρω­πή­σε­ως, εἶ­ναι ὁ τό­πος τῆς δια­ρκοῦς συ­ναν­τή­σε­ως τοῦ λα­οῦ τοῦ Θε­οῦ μέ τό Χρι­στό, τῆς δια­ρκοῦς ἀ­μοι­βαί­ας ἐ­νοι­κή­σε­ως τοῦ Χρι­στοῦ καί τοῦ λα­οῦ Του. Ἡ Θεί­α φύ­ση τοῦ Χρι­στοῦ ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται καί προ­σέρ­χε­ται γιά νά ἑ­νω­θεῖ μυ­στι­κά στό μυ­στή­ριο τῆς Εὐ­χα­ρι­στί­ας μέ τήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση καί νά ἀ­πο­τε­λε­στεῖ τό Σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ, τό Θε­αν­θρώ­πι­νο Σῶ­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Μέ τό μυ­στή­ριο τῆς Εὐ­χα­ρι­στί­ας λαμ­βά­νου­με μέ­σα μας τό Χρι­στό. Στή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ὅ­μως εἶ­ναι ὁ Χρι­στός πού μας προσ­λαμ­βά­νει καί μᾶς ἑ­νώ­νει στή Θεί­α Του σάρ­κα, μᾶς Χρι­στο­ποι­εῖ καί μας Θε­ο­ποι­εῖ. Ἡ ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση τοῦ Κυ­ρί­ου μέ τήν ὑ­πο­στα­τι­κή ἕ­νω­σή της μέ τή Θεί­α φύ­ση, ζω­ο­ποι­εῖ­ται στήν Εὐ­χα­ρι­στί­α οἱ πι­στοί ζω­ο­ποι­οῦν­ται ἀ­πό τή κοι­νω­νού­με­νη Θε­ό­τη­τα. Τό μυ­στή­ριο της Εὐ­χα­ρι­στί­ας δέν εἶ­ναι μό­νον ὁ τό­πος τῆς συ­σταυ­ρώ­σε­ως καί τῆς συ­να­να­στά­σε­ως μέ τό Χρι­στό, δέν εἶ­ναι μο­νά­χα ὁ τό­πος τοῦ σταυ­ρο­α­να­στά­σι­μου ἀ­να­βα­πτι­σμοῦ μας στή ζω­ή Τοῦ εἶ­ναι ὁ τό­πος τῆς ἑ­νώ­σε­ως τοῦ ἀν­θρω­πί­νου με­τά τοῦ Θεί­ου, ὁ τό­πος ὅ­που ὄ­χι μο­νά­χα τε­λε­σι­ουρ­γεῖ­ται ἡ Σταύ­ρω­ση καί ἡ Ἀ­νά­στα­ση τοῦ Ἐ­ναν­θρω­πι­σθέν­τος Λό­γου, ἀλ­λά καί ὁ τό­πος τῆς δια­ρκοῦς πραγ­μά­τω­σης τοῦ Χρι­στο­λο­γι­κοῦ μυ­στη­ρί­ου τῆς ἀ­σύγ­χυ­της ἕ­νω­σης τοῦ ἀν­θρώ­που μέ τόν Θε­ό, ὁ τό­πος τῆς δια­ρκοῦς Γεν­νή­σε­ως τοῦ Χρι­στοῦ.[7].

Ἡ Εὐ­χα­ρι­στί­α εἶ­ναι ὁ τό­πος καί ὁ τρό­πος τῆς συ­νε­χοῦς ἐν­σω­μα­τώ­σε­ως τοῦ κτι­στοῦ στό Κυ­ρια­κό Σῶ­μα Ἡ Εὐ­χα­ρι­στια­κή ἐν­σάρ­κω­ση τοῦ Χρι­στοῦ εἶ­ναι ἡ δι­η­νε­κής πα­ρου­σί­α τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς Του ἐν­σαρ­κώ­σε­ως. Ὁ Χρι­στός μέ τό μυ­στή­ριό της ἐ­νυ­πο­στά­σε­ως τῆς ἀν­θρω­πί­νης φύ­σε­ως ‘θε­ο­πρε­πῶς τά πάν­τα εἰς ἑ­αυ­τόν ἀ­να­κε­φα­λαι­ώ­σα­το’. Τό ἴ­διο καί ὁ ἄν­θρω­πος προ­σχω­ρών­τας στόν τρό­πο ὑ­πάρ­ξε­ως τοῦ Χρι­στοῦ προ­σκο­μί­ζει σύμ­πα­σα την κτί­ση πρός ζω­ο­ποί­η­ση μέ­σα στήν εὐ­χα­ρι­στια­κή κα­θο­λι­κό­τη­τα τοῦ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ σώ­μα­τος. Στήν Εὐ­χα­ρι­στί­α γί­νε­ται συγ­κε­κριμ­μέ­νη ἡ ἀλ­λα­γή τοῦ τρό­που ὑ­πάρ­ξε­ως τῆς φύ­σε­ως τῶν ὄν­των: ἡ κα­τά χά­ριν εἰ­σα­γω­γή της στόν τρό­πο τῆς θεί­ας τρι­α­δι­κῆς προ­σω­πι­κῆς κοι­νω­νι­κῆς ὑ­πάρ­ξε­ως, τήν ὁ­ποί­αν συγ­κρο­τεῖ ὁ Πα­τήρ, ἡ κα­τά χά­ριν εἰ­σα­γω­γή τοῦ κό­σμου καί τῆς ἱ­στο­ρί­ας διά τοῦ ἀν­θρώ­που στό μυ­στή­ριο τῆς Ἐ­νυ­πο­στά­σε­ως στήν και­νή κτί­ση τοῦ ἀ­να­στη­μέ­νου Σώ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ, στό ὄν­τως εἶ­ναι,….Κα­τά τίς βαθ­μί­δες ὀν­το­λο­γι­κῆς ἐν­σω­μα­τώ­σε­ως στό ζῶν Σῶ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου ὅ­που τό ἀν­θρώ­πι­νο καί κο­σμι­κό εἶ­ναι, προσ­λαμ­βα­νό­με­νο μέ­σω τῶν εὐ­χα­ρι­στια­κῶν ἐν­σαρ­κώ­σε­ων στή θε­ω­μέ­νη σάρ­κα τοῦ Κυ­ρί­ου με­τα­μορ­φώ­νε­ται βαθ­μια­ία, γί­νε­ται δη­λα­δή Ἐκ­κλη­σί­α καί σώ­ζε­ται διά τῆς Σαρ­κός καί τοῦ Αἵ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ[8].

Ἡ Θεί­α Λει­τουρ­γί­α σύμφωνα με ὀρισμένους λειτουργικούς Πατέρες ( Θεόδωρος Ἀνδίδων, ψευδοΣωφρόνιος Ἱεροσολύμων κ.λ.π), στή τε­λε­τουρ­γι­κή της ἐ­πι­τέ­λε­ση, ἀ­να­κε­φα­λαι­ώ­νει τή ζω­ή τοῦ Χρι­στοῦ καί ὁ­λό­κλη­ρη τήν Οἰ­κο­νο­μί­α τῆς σω­τη­ρί­ας πού συν­τε­λέ­σθη­κε μ’ αὐ­τή. Ἔ­τσι ἡ Λει­τουρ­γί­α ἀρ­χί­ζει ἀ­πό τήν ἁ­γί­α Πρό­θε­ση πού λει­τουρ­γι­κά συμ­βο­λί­ζει τό σπή­λαι­ο τῆς Βη­θλε­έμ. Ἡ Βη­θλε­έμ εἶ­ναι ὁ τό­πος τῆς ‘ἐν σαρ­κί’ φα­νε­ρώ­σε­ως τοῦ Θε­οῦ καί γι’ αὐ­τό ἡ λει­τουρ­γι­κή φα­νέ­ρω­σή Του ἀρ­χί­ζει ἀ­πό τήν Πρό­θε­ση. Ἐ­κεῖ προ­σκο­μί­ζου­με τόν ἄρ­το -τά πρό­σφο­ρα πού εἶ­ναι ἡ σάρ­κα τοῦ κό­σμου, ἡ σάρ­κα τῆς Παρ­θέ­νου Μα­ρί­ας γιά νά γεν­νη­θεῖ ἐξ αὐ­τῆς, ἐξ αὐ­τοῦ τοῦ ἄρ­του ὁ οὐ­ρά­νιος ἄρ­τος τῆς ζω­ῆς. Ὁ Δι­ά­κο­νος προ­ε­τοι­μά­ζον­τας τά Δῶ­ρα γιά τήν προ­σκο­μι­δή συμ­βο­λί­ζει τόν Ἄγ­γε­λο πού ἀ­ναγ­γέλ­λει στή Μα­ρί­α τό Χαῖ­ρε καί τῆς γνω­ρί­ζει τό χαρ­μό­συ­νο μή­νυ­μα τῆς Γεν­νή­σε­ως τοῦ Θε­οῦ.

Ὁ Ἱ­ε­ρέ­ας στε­κό­με­νος μπρο­στά στή Πρό­θε­ση γιά νά ἑ­τοι­μά­σει τά Τί­μια Δῶ­ρα ἀ­παγ­γέ­λει ὕ­μνους τῆς ἑ­ορ­τῆς τῶν Χρι­στου­γέν­νων. ‘Ἑ­τοι­μά­ζου Βη­θλε­έμ, ἤ­νοι­κται πά­σιν ἡ Ἐ­δέμ…’. Ἡ Λει­τουρ­γι­κή τε­λε­σι­ουρ­γί­α τῆς Ἐν­σαρ­κώ­σε­ως θά συ­νο­δευ­τεῖ μέ τά Ἀν­τί­φω­να ἤ τά Τυ­πι­κά γιά νά δη­λω­θεῖ πώς ὁ ἐρ­χό­με­νος Κύ­ριος εἶ­ναι αὐ­τός πού ἀ­πό αἰ­ῶ­νες ἔ­χει ἀ­ναγ­γελ­θεῖ, καί θά ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ μέ τή ψαλ­μω­δί­α τοῦ ‘Ὁ Μο­νο­γε­νής Υἱ­ός καί Λό­γος τοῦ Θε­οῦ…’ σέ συν­δυα­σμό μέ τό Τρι­σά­γιο Ὕ­μνο γιά νά δη­λω­θεῖ πώς ὁ σαρ­κού­με­νος καί ἐρ­χό­με­νος εἶ­ναι ἕ­νας ‘τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δος συν­δο­ξα­ζό­με­νος τῷ Πα­τρί καί τῷ Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι…’. Λί­γο πρίν τήν ἀ­νά­γνω­ση τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου, κα­τά τή ψαλ­μω­δί­α τοῦ Τρι­σά­γιου Ὕ­μνου, ὁ Λει­τουρ­γός πλη­σιά­ζει εὐ­χό­με­νος καί δο­ξο­λο­γών­τας, τήν Πρό­θε­ση: «Εὐ­λο­γη­μέ­νος ὁ ἐρ­χό­με­νος ἐν ὀ­νό­μα­τι Κυ­ρί­ου»

Ἡ Πρό­θε­ση –κατά τή νεότερη ἁγιογραφική παράδοση- ἁ­γι­ο­γρα­φεῖ­ται μέ τήν Εἰ­κό­να τῆς Γεν­νή­σε­ως τοῦ Χρι­στοῦ, κα­θώς ἁρ­μό­ζει στόν λει­τουρ­γι­κό συμ­βο­λι­σμό της, ἀλ­λά καί γιά το­νι­σθεῖ μέ τήν Εἰ­κό­να ἡ ἀ­λή­θεια τῆς Ἐ­ναν­θρω­πή­σε­ως, σέ μιά μυ­στι­κή ἐ­πα­να­συ­νάν­τη­ση τῆς ἑ­ορ­τῆς τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας, τῆς νί­κης δη­λα­δή τῶν εἰ­κό­νων καί ἐ­κεί­νου πού αὐ­τή ἑ­ορ­τά­ζει καί οἰ­κου­με­νι­κά καί δι­α­χρο­νι­κά δι­α­κη­ρύσ­σει: τοῦ μυ­στη­ρί­ου τῆς Ἐ­ναν­θρω­πή­σε­ως. Ἐ­κεῖ στή Πρό­θε­ση – Βη­θλε­έμ, ὅ­που συγ­κα­τέ­βη­κε ὁ Χρι­στός γιά νά συ­ναν­τή­σει τό κό­σμο, ἐ­κεῖ, εἰς τούς αἰ­ώ­νας τῶν αἰ­ώ­νων, στήν ἀ­έ­να­η τε­λε­σι­ουρ­γί­α τῆς Εὐ­χα­ρι­στί­ας, ὁ κό­σμος προ­σφέ­ρει ἑ­αυ­τόν στήν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ, ἐ­κεῖ ὁ λα­ός τοῦ Θε­οῦ προ­σφέ­ρει τό κό­σμο καί τόν ἑ­αυ­τό του, – τό ψω­μί καί τό κρα­σί – γιά νά ἑ­τοι­μα­θεῖ πρός ὑ­πο­δο­χή τοῦ Θε­οῦ, νά ἀ­πο­κα­λυ­φθεῖ στό κτι­στό κό­σμο ἡ ἀ­γά­πη τοῦ Ἀ­κτί­στου Θε­οῦ, νά ἀ­να­δει­χθεῖ ἀ­πό ἐ­κεῖ ὁ Κύ­ριος τοῦ Σταυ­ροῦ, τοῦ Τά­φου, τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως καί τῆς ‘ἐκ δε­ξι­ῶν κα­θέ­δρα­ς’, νά με­τα­μορ­φω­θεῖ ὁ κτι­στός κό­σμος μέ­σα στήν ἀ­γά­πη Του, σέ και­νή κτί­ση ἐν Χρι­στῷ καί ἐν ‘Αγίω Πνεύ­μα­τι.

Δ.  «Ζῶ δέ οὐ­κέ­τι ἐ­γώ, ζεῖ δέ ἐν ἐ­μοί Χρι­στός».’       Ἐ­πι­λο­γι­κό.

Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μέ τή λα­τρεί­α της, μέ τά μυ­στή­ρια καί ἰ­δι­αί­τε­ρα μέ τή Θεί­α Εὐ­χα­ρι­στί­α γί­νε­ται ὁ τό­πος καί ὁ τρό­πος τῆς ἀ­έ­να­ης Ἐν­σάρ­κω­σης τοῦ Θε­οῦ Λό­γου, ὁ τό­πος τῆς δια­ρκοῦς προσ­λή­ψε­ως τοῦ κτι­στοῦ ἀ­πό τό Ἄ­κτι­στο. Ἡ Ἐ­ναν­θρώ­πη­ση φα­νε­ρώ­νει τό και­νό τρό­πο τῆς συ­νάν­τη­σης Θε­οῦ καί ἀν­θρώ­που, μιά συ­νάν­τη­σης πού τήν πε­ρι­γρά­φει καί τήν ὁ­ρο­θε­τεῖ ἡ συ­νέρ­για Θε­οῦ καί ἀν­θρώ­που γιά τήν ἐ­πί­τευ­ξη τῆς σω­τη­ρί­ας καί τῆς θέ­ω­σης. Ἀ­πό τό Θε­ό δί­νε­ται ἡ και­νούρ­για δυ­να­τό­τη­τα καί ἡ χά­ρη γιά νά φτά­σει ὁ ἄν­θρω­πος στή θέ­ω­ση. Ἀλ­λά τώ­ρα ἀ­παι­τεῖ­ται ἡ ἀ­πό­λυ­τη ἀν­τα­πό­κρι­ση τοῦ ἀν­θρώ­που, ἡ προ­σω­πι­κή του θέ­λη­ση νά προ­σφέ­ρει ἐ­λεύ­θε­ρα τόν ἑ­αυ­τό του στήν ἐ­πί­τευ­ξη καί τήν ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα τῆς συ­νέρ­γιας. Καί ὁ πλέ­ον γνή­σιος καί αὐ­θεν­τι­κός τό­πος καί τρό­πος γιά νά γί­νουν καί νά τε­λε­σφο­ρή­σουν ὅ­λα αὐ­τά, εἶ­ναι τά μυ­στή­ρια της Ἐκ­κλη­σί­ας, ἰ­δι­αί­τε­ρα τό μυ­στή­ριο τῶν μυ­στη­ρί­ων ἡ Θεί­α Εὐ­χα­ρι­στί­α, ἐ­κεῖ ὅ­που σω­μα­το­ποι­εῖ­ται ἡ μυ­στι­κή συ­νάν­τη­ση καί ἕ­νω­ση τοῦ Θε­οῦ μέ τόν ἄν­θρω­πο[9].

Μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α καί μέ τήν Ἐ­ναν­θρώ­πη­ση τοῦ Λό­γου νι­κῶν­ται ὁ θά­να­τος, ἡ φθο­ρά καί ἡ ἁ­μαρ­τί­α, συν­τρί­βε­ται τό πα­ρά­λο­γο καί τό κα­κό καί ὅ­λα πιά μπο­ροῦν νά ζή­σουν σάν σέ μιά και­νούρ­για κτί­ση, νά ζή­σουν μιά και­νή ζω­ή, μιά ζω­ή Θε­αν­θρώ­πι­νη. Μέ τήν Ἐ­ναν­θρώ­πη­ση ὁ ἄν­θρω­πος προ­σοι­κι­ώ­νε­ται τή χά­ρη τῆς Οἰ­κο­νο­μί­ας τῆς σω­τη­ρί­ας καί πλέ­ον προ­σκα­λεῖ­ται στόν ἀ­γώ­να τῆς προ­σω­πι­κῆς καρ­πο­φο­ρί­ας. Ἡ ζω­ή τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας γί­νε­ται ὁ τό­πος μιᾶς και­νῆς πνευ­μα­τι­κό­τη­τας, ὅ­που ὁ ἄν­θρω­πος μέ τή ὑ­πα­κο­ή τοῦ στό Θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ, ὅ­πως αὐ­τό φα­νε­ρώ­νε­ται στή κα­θο­λι­κό­τη­τα τοῦ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ σώ­μα­τος, ἐν­σω­μα­τώ­νε­ται στό Κυ­ρια­κό Σῶ­μα καί γί­νε­ται πρό­σω­πο κα­θώς ἀ­πο­λαμ­βά­νει ἐν ἀ­γά­πῃ τήν κοι­νω­νί­α μέ τό Πρό­σω­πο τοῦ Θε­οῦ Λό­γου.


[1] Μ. Καρ­δα­μά­κη, Ὀρ­θό­δο­ξη Πνευ­μα­τι­κό­τη­τα,  σελ. 100.

[2] Ἱ. Βλάχου, Οἱ Δεσποτικές ἑορτές, σέλ. 43.

[3] Ν. Λουδοβίκου,  Ἡ  Εὐχαριστιακή ὀντολογια,   σελ..206

[4] Σχετ. στό. Ν. Νησιώτη. Προλεγόμενα εἰς τήν θεολογική γνωσιολογίαν. σελ. 65- 56, 159-160

[5] π. Γ. Φλωρόφσκυ. Θέματα ὀρθοδόξου Θεολογίας, σελ. 191

16 Π. Νέλλα, Ἡ μητέρα τοῦ Θεοῦ καί ὁ θεοκεντρικός ἀνθρωπισμός. Σύναξη 59./  1996

[7] ἀρχ. Χρ. Σταυροπούλου, Κοινωνοί Θείας φύσεως, σελ 77-90.

[8] Ν. Λουδοβίκου, Ἡ  Εὐχαριστιακή ὀντολογία, σελ. 120, 276, 278, 274.

[9] σχέτ. Γ. Πατρώνου, Ἡ Θέωση τοῦ ἀνθρώπου, σελ. 115-122.

Πηγή: http://theologoi-kritis.sch.gr/

Advertisements

Ενέργειες

Information

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Αρέσει σε %d bloggers: