ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ «ΚΑΙΡΟΣ» για την αναβάθμιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης

21 01 2010

ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΑΡΧΩΝ

Καθώς διαβαίνουμε ήδη τον 21ο αιώνα, μεγάλες αλλαγές συντελούνται και εδραιώνονται σταδιακά στην ελληνική κοινωνία. Η προϊούσα εκκοσμίκευση, ο συνεχώς αυξανόμενος πολιτισμικός πλουραλισμός, η αποστασιοποίηση -ιδιαίτερα των νέων- από τις θρησκευτικές κοινότητες και τις παραδόσεις τους, η στροφή σε μια τεχνοκρατική και χρησιμοθηρική αντίληψη για την παιδεία, αλλά και η ανάδυση φονταμενταλιστικών τάσεων είναι μερικές από αυτές. Οι αλλαγές αυτές εγείρουν έντονο προβληματισμό και θέτουν το ζήτημα της επανεξέτασης των όρων και των προϋποθέσεων της Θρησκευτικής Εκπαίδευσης (ΘΕ) στην Ελλάδα. Η ορατή, πλέον, προοπτική αναθεώρησης του υπάρχοντος νομικού και εκπαιδευτικού πλαισίου εκ μέρους της Πολιτείας, καθιστά ακόμη πιο επιτακτικό και επίκαιρο τον προβληματισμό σχετικά με τη θέση, το χαρακτήρα, τους στόχους και το περιεχόμενο του μαθήματος των Θρησκευτικών (ΜτΘ) στο ελληνικό σχολείο.

Παράλληλα, στο ευρύτερο ευρωπαϊκό περιβάλλον αναπτύσσεται ένας εξαιρετικά πλούσιος διάλογος, τόσο για τα θεμελιακά ιδεώδη και τους στόχους μιας εκπαίδευσης που θα συντονίζεται αυθεντικά με τις αγωνίες και τα βαθύτερα υπαρξιακά αιτήματα των νέων, όσο και για τη δυνατότητα των θρησκειών να λειτουργήσουν στις σύγχρονες ευρωπαϊκές κοινωνίες ως παράγοντες κοινωνικής συνοχής και συναλληλίας. Σε αυτόν το διάλογο, όλο και περισσότεροι από αυτούς που ασχολούνται με την εκπαιδευτική θεωρία και πράξη υποστηρίζουν ότι μια ΘΕ που θα εμπνέει τον αμοιβαίο σεβασμό μπορεί να συμβάλει θετικά και ουσιαστικά στη συγκρότηση μιας κοινωνίας, η οποία θα αξιοποιεί δημιουργικά κάθε πολιτισμική και θρησκευτική ετερογένεια, με την προϋπόθεση ότι δεν θα θίγεται το δικαίωμα κάθε ευρωπαίου πολίτη για ανεμπόδιστο αυτοπροσδιορισμό.

Έχοντας αυτά κατά νου, θεωρούμε πως πρέπει να απαντήσουμε θετικά στην πρόκληση της εποχής· πως τώρα είναι ο καιρός για την αναβάθμιση της ΘΕ στην Ελλάδα. Πιστεύουμε ότι ένα αναβαθμισμένο ΜτΘ μπορεί πράγματι να λειτουργήσει ως παράγοντας εμβάθυνσης και εμπλουτισμού της ίδιας της δημοκρατίας: ενθαρρύνοντας την κατάργηση στερεοτύπων και προκαταλήψεων, καλλιεργώντας την υπευθυνότητα και εμπνέοντας την έμπρακτη αγάπη για το συνάνθρωπο και την κτίση.

Μπορεί και πρέπει να συμβάλει το ΜτΘ, ώστε οι μαθητές να έχουν τη δυνατότητα, τη γνωστική υποδομή και την ψυχική ευρυχωρία για έναν απροκατάληπτο και εποικοδομητικό διάλογο, με αποδοχή και σεβασμό της θρησκευτικής ετερότητας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι απεμπολούν ή σχετικοποιούν τη δική τους -θρησκευτική ή μη- ταυτότητα.

Ο ευαίσθητος χώρος της εκπαίδευσης έχει ανάγκη από μια Θεολογία «ανοιχτών οριζόντων»: διαλεκτική με τον Άλλο και τίμια με τον Εαυτό της. Μια Θεολογία, που μέσα από τη μελέτη της ιστορίας του θρησκευτικού φαινομένου, των πηγών της ορθόδοξης παράδοσης και της εν γένει πνευματικής κληρονομιάς του πολιτισμού μας διακρίνει, αλλά δεν διαιρεί. Μια Θεολογία, που όχι μόνο δεν παραβιάζει την ελευθερία της συνείδησης αλλά, αντίθετα, τη θεωρεί «ιερό κέντρο» της ανθρώπινης ύπαρξης και ιδρυτική προϋπόθεση για τη συγκρότηση της κοινωνίας. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο υποστηρίζουμε τον υποχρεωτικό χαρακτήρα του ΜτΘ για όλους τους μαθητές, ανεξάρτητα από τη θρησκευτική ή μη προέλευση και ταυτότητά τους: διότι μέσα από τη γνώση αποκτά περιεχόμενο η ελευθερία.

Σε αυτό το πλαίσιο προβληματισμού για την ΘΕ στην Ελλάδα, δεν παραγνωρίζουμε ούτε υποτιμούμε τα όσα θετικά έχουν γίνει τα τελευταία 30 χρόνια, σε μια προσπάθεια να αποβληθεί ο κατηχητισμός και να βελτιωθεί η διδακτική προσέγγιση του -κατά βάση μονοφωνικού- ΜτΘ. Ούτε, βέβαια, θεωρούμε πως η αλλαγή του ΜτΘ μπορεί να εξαντληθεί σε μια απλή διακηρυκτική-ιδεολογική πρόταση, που αγνοεί αβασάνιστα τις ιδιαιτερότητες και τις απαιτήσεις της σχολικής πραγματικότητας.

Στην προοπτική αναμόρφωσης της ΘΕ, οφείλουμε να αξιοποιήσουμε δημιουργικά τις προτάσεις που κατά καιρούς έχουν διατυπωθεί για το χαρακτήρα του ΜτΘ (Πολιτιστικό, Βιβλικό, Ιστορικό, Θρησκειολογικό κ.ά.)· να εργαστούμε συντονισμένα και μεθοδικά, ώστε να κατατεθεί πρόταση τεκμηριωμένη παιδαγωγικά, που θα βασίζεται στη δυναμική της σύνθεσης. Ανάμεσα σε μια εκτός χρόνου αντίληψη, που υπεραμύνεται πεισματικά ενός ΜτΘ μονοδιάστατου και παρωχημένου, και σε μιαν άλλη, εκτός τόπου αυτή, που ισοπεδώνει αδιάκριτα στο όνομα της ουδετερότητας την ιδιαιτερότητα, προβάλλει η ανάγκη για μια τρίτη πρόταση εντός τόπου και χρόνου, γόνιμη και συνθετική, που να λειτουργεί όπως ο διαβήτης: με το ένα σκέλος να πατάει γερά στο δικό του πολιτισμό και με το άλλο να εκτείνεται διαλεκτικά στον Άλλο, «ιχνογραφώντας» τη συνομιλία. Η εποχή μας και τα παιδιά της δεν έχουν ανάγκη από μια σειρά παράλληλων μονολόγων ούτε από ένα καταιγισμό θρησκευτικής πληροφορίας. Ο καιρός απαιτεί το ΜτΘ να ανοιχτεί στον αναγκαίο διάλογο των ιδεών και των πολιτισμών, προσδιορίζοντας ταυτόχρονα με υπευθυνότητα και επιστημονική επάρκεια τους όρους, τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια που πρέπει να διέπουν τον διάλογο αυτόν, μακριά από άγονες αντιπαραθέσεις και ιδεοληψίες. Πιο συγκεκριμένα, οφείλουμε:

α. Να εξηγήσουμε με σαφήνεια και ειλικρίνεια στην ελληνική κοινωνία τους λόγους, για τους οποίους είναι επείγον και απαραίτητο να υπάρχει μια κοινή θρησκευτική εκπαίδευση για όλους τους μαθητές, ανεξάρτητα από τις θρησκευτικές επιλογές τους. Εκτός από την προβολή των στατιστικών στοιχείων, που καταγράφουν τη θρησκευτική και πολιτισμική «ποικιλοχρωμία» των σχολικών τάξεων, χρειάζεται να αναδείξουμε τις επιπτώσεις και τις προοπτικές που αυτή έχει στην ίδια τη ζωή και στην ανάπτυξη των μαθητών· τα συγκεκριμένα προβλήματα, αλλά και τις ευκαιρίες που παρέχει η νέα αυτή σχολική συνθήκη.

β. Να εκτιμήσουμε την αγωνιώδη αναμέτρηση των σημερινών νέων με τα υπαρξιακά και κοινωνικά αδιέξοδα (τη μοναξιά, την αδικία, τη φτώχεια, την ανεργία, την οικολογική απειλή κ.ά.) και να συμπορευθούμε μαζί τους μαρτυρώντας την ελπίδα. Το ΜτΘ έχει το προνόμιο, αλλά και το χρέος να εκφέρει λόγο που να συγκροτεί την ύπαρξη και να ιχνηλατεί πρόταση συνεκτική της ζωής, είτε μέσα από τη μελέτη, την ερμηνεία και την ανάδειξη του οικουμενικού και επίκαιρου λόγου της ορθόδοξης θεολογίας και των άλλων χριστιανικών παραδόσεων, είτε μέσα από τη σπουδή και την κατανόηση των άλλων θρησκειών και των φιλοσοφικών συστημάτων. Χρέος ιδιαίτερα επιτακτικό στις μέρες μας, καθώς σημειώνεται μια γενικότερη υποχώρηση των ανθρωπιστικών σπουδών στο όνομα μιας τεχνοκρατικής και χρησιμοθηρικής εκπαίδευσης, η οποία μπορεί να βελτιώνει τη διαχειριστική ικανότητα, αφήνει όμως να ατροφεί επικίνδυνα ο στοχασμός και η κρίση.

γ. Να διαμορφώσουμε μια νέα και λειτουργική πρόταση για το ΜτΘ, που να υπερβαίνει την τρέχουσα μεταβιβαστική και διαχειριστική αντίληψη για την εκπαίδευση. Άλλωστε, είναι πια κοινά αποδεκτό ότι η γνώση δεν είναι μόνο προϊόν μεταβίβασης, αλλά ανακαλύπτεται και παράγεται και από τον ίδιο τον μαθητή. Επομένως, το Αναλυτικό Πρόγραμμα αλλά και τα διδακτικά βιβλία είναι ανάγκη να αποβάλουν τη λογική μιας κλειστής και προκατασκευασμένης γνώσης. Θα πρέπει να παρέχουν τη δυνατότητα για μια ουσιαστική και δυναμική αλληλεπίδραση ανάμεσα στον μαθητή, στα περιεχόμενα και στον δάσκαλο, που θα εδράζεται στην ερμηνεία, στην κριτική και στον διάλογο. Στην προοπτική αυτή, θα πρέπει να επεξεργαστούμε μια νέα καθολική προσέγγιση της γνώσης, καθώς και τη συνακόλουθη μεθοδολογία, ώστε το ΜτΘ να μην εξαντλείται στην «πληροφόρηση γύρω από» τις θρησκείες, αλλά να στοχεύει σε μια «μάθηση από» τις θρησκείες, που θα διευρύνει τον πνευματικό ορίζοντα του μαθητή.

δ. Να προχωρήσουμε στη δημιουργία ενός λειτουργικού πλαισίου συνεργασίας και αλληλεπίδρασης ανάμεσα στις τρεις βαθμίδες της Εκπαίδευσης.

ε. Να μελετήσουμε τις ευρωπαϊκές θρησκειοπαιδαγωγικές εξελίξεις και να διαλεχθούμε με τους ευρωπαίους συναδέλφους μας. Πέρα από τις διαφορές, υπάρχουν αναμφίβολα ομοιότητες και αναλογίες, καθώς και το κοινό ευρωπαϊκό αίτημα για μετεξέλιξη και αναβάθμιση της ΘΕ.

στ. Να συμβάλουμε στη δημιουργία πλαισίου διαλόγου με όλους τους φορείς, που είτε εμπλέκονται θεσμικά (Υπουργείο Παιδείας, Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, πολιτικά κόμματα, Θεολογικές σχολές κ.ά.) είτε έχουν νόμιμο και θεμιτό ενδιαφέρον σχετικά με τη ΘΕ (Διοικούσα Εκκλησία, Θρησκευτικές κοινότητες, Ανεξάρτητες Αρχές, Σύλλογοι κ.ά.), μέσα από τη διοργάνωση συνεδρίων και σεμιναρίων, την έκδοση περιοδικού και τη δημιουργία ιστοσελίδας.

Έχουμε την πεποίθηση πως αυτό το αναγκαίο βήμα για την αλλαγή της ΘΕ δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνει ερήμην των εκπαιδευτικών, που αναμετρώνται καθημερινά με τις απαιτήσεις, αλλά και τις ανεπάρκειες του ΜτΘ στο δημόσιο σχολείο. Εκτιμούμε πως είναι πια καιρός να συμβάλουμε και εμείς θετικά και με επεξεργασμένες προτάσεις στο διάλογο για τις αναγκαίες αλλαγές. Αυτό, όμως, μπορεί να γίνει μόνο νηφάλια και συλλογικά μέσα από τη συνδρομή όλων μας. Για το σκοπό αυτό, προχωρούμε στην ίδρυση του Πανελλήνιου Θεολογικού Συνδέσμου «ΚΑΙΡΟΣ -για την αναβάθμιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης» και απευθύνουμε ανοιχτή πρόσκληση συμμετοχής σε αυτόν.

info: http://kairostheologoi.wordpress.com/

 

 





«ΟΥΔΕ ΒΑΛΛΟΥΣΙΝ ΟΙΝΟΝ ΝΕΟΝ ΕΙΣ ΑΣΚΟΥΣ ΠΑΛΑΙΟΥΣ» (Μτθ. 9,17)

7 01 2010

Του Νίκου Παύλου

Δε νομίζω να αμφιβάλλει κανένας πως η σημερινή πραγματικότητα είναι τελείως διαφορετική από αυτή που γνωρίζαμε ακόμη και πριν από 5 ή 10 χρόνια. Αλλοίμονο σ’ εκείνον που δεν το έχει κατανοήσει ή προσπαθεί να ερμηνεύσει (και να ζήσει) στο σήμερα χρησιμοποιώντας ξεπερασμένες πρακτικές. Είναι σίγουρο πως θα αντιμετωπίσει δυσκολίες οι οποίες δε θα αφορούν μόνο αυτόν αλλά και όλους αυτούς που επηρεάζει.

Επομένως, όποιος επιθυμεί να αρθρώνει (και να έχει) λόγο για τα δημόσια πράγματα θα πρέπει να γνωρίζει πως αυτό συνεπάγεται παρέμβαση που θα έχει ως βάση τη γνώση των σημερινών προβλημάτων και αγωνιών και όχι αυτή που αφορούσε παλαιότερες δεκαετίες. Αυτό βέβαια είναι γνωστό, και γι’ αυτό στο σύνολο σχεδόν των ανθρώπινων ομάδων οι απόμαχοι είτε δημιουργούν δικά τους σωματεία ή αρκούνται στο ρόλο του επίτιμου εταίρου και όχι του άμεσου διαχειριστή ζητημάτων που αφορούν εν ενεργεία μέλη τους.

Το μάθημα των Θρησκευτικών αποτελεί, όπως είναι γνωστό, μέρος του σημερινού Αναλυτικού Προγράμματος. Δε χρειάζεται να τονιστεί πως διδάσκεται δύο ώρες την εβδομάδα στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση με θεματολογία που περιλαμβάνει ζητήματα από τη Βίβλο, την Εκκλησιαστική ιστορία, τη Λειτουργική, τη Δογματική και την Ηθική της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ενώ δίνονται ελάχιστα και αποσπασματικά στοιχεία για τις χριστιανικές ομολογίες και τα θρησκεύματα. Παρά το γεγονός πως πολλοί συμπολίτες το θεωρούν «δευτερεύον μάθημα» κάτι που οφείλεται βασικά στη μη ένταξή του στο σύστημα για την πρόσβαση στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, ο θόρυβος γύρω από αυτό είναι συνεχής, ενώ φωνές που μιλούν για την αναβάθμισή του και άλλες που το αμφισβητούν ακούγονται συνεχώς.

Τα παραπάνω σημαίνουν πως αυτοί που διδάσκουν το μάθημα θα πρέπει να βρίσκονται σε συνεχή διάλογο με όλες τις τάσεις που το αφορούν. Βασικά συστατικά του θα πρέπει να είναι η έλλειψη φοβικότητας , η εγκατάλειψη οποιασδήποτε αμυντικής στάσης που μόνο αρνητικά μπορεί να προκαλέσει και η απάλειψη συνδρόμων δημιουργίας «εχθρών» που πρέπει να καταπολεμηθούν από αυτούς που πιστεύουν πως κατέχουν –αυτοί και μόνο αυτοί- την αλήθεια.

Ταυτόχρονα είναι σημαντικό να υπάρχουν και εχέγγυα για να μπορεί το θρησκευτικό μάθημα να θεωρείται σύγχρονο. Δεν είναι δυνατό στην εποχή του διαδραστικού πίνακα να προσπαθεί κάποιος να το υπερασπιστεί με επιχειρήματα, τα οποία μπορεί να έπειθαν τον άνθρωπο της δεκαετίας του 1960 ή του 1970 αλλά σήμερα μάλλον προκαλούν θυμηδία.

Εκτός όμως από το διάλογο για μία συνολικότερη αναβάθμιση του μαθήματος είναι αναγκαίο να υπάρχουν και προτάσεις για την καλύτερη προσφορά του. Αυτές σίγουρα μπορούν να τις κάνουν οι άμεσα ενδιαφερόμενοι. Φυσικά αυτό δε σημαίνει πως πρέπει να στερηθεί κάποιος άλλος το δικαίωμα να έχει λόγο. Δε θα πρέπει όμως να έχει την απαίτηση να θεωρείται αυτός έκφραση των μάχιμων της έδρας που γνωρίζουν τις σημερινές ανάγκες και τις προτεραιότητες.

Αυτές οι προτάσεις χρειάζεται να πείσουν την κοινωνία για την αξία των Θρησκευτικών και θα αναδείξουν τη σημαντική προσφορά του στη δημιουργία της προσωπικότητας του νέου ανθρώπου. Εδώ λοιπόν χρειάζεται και πλήρης κατανόηση της σημερινής πραγματικότητας –που θα συμβάλλει αποφασιστικά στη δημιουργία σύγχρονων Αναλυτικών προγραμμάτων για το μάθημα, αφού αυτό αυτονόητα αφορά σημερινούς μαθητές- και διάθεση για καλόπιστο διάλογο με όλους χωρίς κανένα φοβικό σύνδρομο, όπως τονίστηκε και προηγουμένως. Αν υπάρχουν αυτά τότε δε θα υπάρξει κανένα πρόβλημα για το μάθημα και τους Θεολόγους αν όχι μάλλον θα πρέπει να κινηθούμε όλοι για τη δημιουργία τους.

Πηγή: http://simeion.blogspot.com/








Αρέσει σε %d bloggers: