Η διχασμένη ελληνική ιστοριογραφία και κάποιες σκέψεις για τη «θεραπεία» της

10 03 2011

π. Βασίλειος Θερμός*

Κατά καιρούς, όπως πρόσφατα με το 1821 ή λίγο παλαιότερα με τη Σμύρνη, έρχονται στην επιφάνεια δημόσιες διαμάχες γύρω από την ορθότητα συγκεκριμένων ιστορικών απόψεων ή ιστοριογραφικών μοντέλων. Καθώς η από χρόνια αυτονόητη για τα πανεπιστημιακά δεδομένα γνώση εκλαϊκεύεται, το ευρύ κοινό δεν παύει να εκπλήσσεται βλέποντας να αναθεωρούνται στερεότυπες απόψεις με τις οποίες είχε γαλουχηθή από δεκαετίες. Δεν θα είναι υπερβολή να ισχυρισθούμε ότι στην Ελλάδα διαφέρει εντυπωσιακά, ίσως σε αρχετυπικό βαθμό, η κοινόχρηστη ιστορία από την ακαδημαϊκή ιστορία.

Πώς πρέπει να αντιμετωπισθή ένα τέτοιο φαινόμενο; Είναι σύμπτωμα παρακμής; Είναι ανησυχητικό σημάδι; Πώς θα πορευθή ένα έθνος του οποίου η ηγετική και διανοητική ελίτ έχει ριζικά διαφορετική εικόνα από τον λαό για το παρελθόν, με όποιες συνέπειες μπορεί αυτή η διαφορά να έχει για το αίσθημα εθνικής ταυτότητας και συνοχής;

Έχω τη γνώμη (και υπό τους περιορισμούς πάντοτε του μη ειδικού) ότι στις δημόσιες ιστοριογραφικές διαμάχες του τόπου μας συγκρούονται δύο διαφορετικοί κόσμοι. Στην πραγματικότητα συγκρούονται η μακρά κεκτημένη συνήθεια της Ανατολής με τα κατακτημένα αυτονόητα της Δύσης.

Οἱ ὀρθόδοξες χῶρες βρίσκονται σέ διαφορετική ψυχολογική θέση ἀπό τίς δυτικές ὡς πρός τό θέμα μας, ἀλλά καί στό ἐσωτερικό τους οἱ πιστοί χαρακτηρίζονται ἀπό διαφορετική ψυχολογική πραγματικότητα σέ σύγκριση μέ τούς ἀδιάφορους καί δυτικοποιημένους. Ἄλλες εἶναι οἱ ψυχολογικές προτεραιότητες τοῦ καθενός διότι δομεῖται διαφορετικά τό αἴσθημα ψυχικῆς ταυτότητος. Η συντριπτική πλειονότητα τῶν ὀρθοδόξων πιστῶν ἀντλοῦν τήν χριστιανική τους ταυτότητα πρωτίστως μέσα ἀπό τή διαμεσολάβηση τοῦ ἔθνους. Ἑπομένως μέ ὁποιαδήποτε ἀλλαγή τῆς καταστατικῆς τους σχέσης μέ τό ἔθνος κινδυνεύουν νά μήν εἶναι πιά χριστιανοί!

Ὑπάρχει χῶρος γιά τό ἔθνος στή σημερινή κοινωνία τῶν πολιτῶν; Δέν θά μποροῦσε νά μήν ὑπάρχει, δεδομένου ὅτι καί τό ἔθνος μέ τή σημερινή του ἔννοια ἀποτελεῖ προϊόν τῆς νεωτερικότητας. Ἀλλά χρειάζεται νά δοῦμε μέ ποιά μορφή ὑπάρχει. Ὅπως εἶναι μᾶλλον γνωστό, οἱ ἐξελίξεις διαμόρφωσαν δύο βασικούς τύπους ἐθνικῆς συνείδησης.

Ὁ πρῶτος ἀναπτύχθηκε στή Βρεττανία καί στή Γαλλία. Ἐδῶ τό ἔθνος γίνεται ἀντιληπτό ὡς ἔννοια πού ἀπορρέει ἀπό τόν πατριωτισμό τοῦ συντάγματος. Ἕνας πολίτης αὐτοῦ τοῦ μοντέλου συγκροτεῖ ψυχική ταυτότητα μέσα ἀπό τήν ἐθνική ἰδεολογία ὅπως αὐτή νοηματοδοτεῖται ἀπό τούς θεσμούς τῆς πολιτικῆς κοινωνίας, μέ ἄλλα λόγια αἰσθάνεται τό ἔθνος μέσα ἀπό τούς θεσμούς τοῦ «συνανήκειν». Ἡ ἐκδοχή αὐτή ἐμπλουτίστηκε ἀπό τίς μεταπολεμικές θεωρίες γιά τήν ἰδεολογία καί τή συγκρότηση ταυτοτήτων. Ἄς προσθέσουμε ἐδῶ ὅτι αυτός ο τύπος έθνους ἀποτελεῖ τήν κοινή βάση τῶν ἐπικρατέστερων θεωριῶν γιά τό ἔθνος στή διεθνῆ ἀκαδημαϊκή κοινότητα.

Καθοριστικό χαρακτηριστικό τοῦ ἐν λόγῳ μοντέλου εἶναι τό γεγονός ὅτι ἐθνικές ἀρετές εἶναι οἱ κοινωνικές ἀρετές. Παρ’ ὅλα αὐτά ἡ δυναμική τοῦ ἔθνους ὑπό τήν ἔννοια τῆς ἰδιοπροσωπίας τῶν παραδόσεων καί τῶν συμβόλων ὑπάρχει. Ἡ κοινή ἔννοια τῆς δικαιοσύνης δέν εἶναι ἀρκετή. Μέ λίγα λόγια, ὑπάρχει καί ὑγιής πατριωτισμός σύμφωνα μέ τό μοντέλο αὐτό, δηλαδή συνδεμένος μέ τόν ἱστορικό πολιτισμό τοῦ ἔθνους, ἀρκεῖ νά ἐναρμονίζεται μέ τίς ἀρχές τῆς κοινωνίας τῶν πολιτῶν. Πρωτίστως ὅμως ὁ πολίτης αἰσθάνεται ὑπόλογος ψυχικά ἀπέναντι στήν κοινωνία.

Ἀπό τή «διαφωτιστική» ἐκσυγχρονιστική διανόηση στόν τόπο μας θεωρεῖται (και ὄχι ἀβάσιμα) ὅτι ἐνδεχόμενη υἱοθέτηση αὐτοῦ τοῦ μοντέλου θά προαγάγει τήν κοινωνική εἰρήνη, την ἀνοχή ἀπέναντι στήν ὁποιουδήποτε τύπου διαφορά, τήν ἀξιοπιστία καί ὑπευθυνότητα τοῦ πολίτη, τή συνεργασία, τό ξεπέρασμα τῶν συνδρόμων ἄμυνας καί ἀπομονωτισμοῦ… ἐνῶ θά ἐξαπλώσει περισσότερο τό νόμο καί τό δίκαιο στίς κοινωνικές καί διεθνεῖς σχέσεις.

Ποιός εἶναι ὁ δεύτερος τύπος ἐθνικῆς συνείδησης; Τό βαλκανικό καί γερμανικό μοντέλο. Παρά τήν αἰτιολογική σύνδεσή του μέ τή νεωτερικότητα τό μοντέλο αὐτό ἐκφράζει κυρίως, ὄχι τόν ὀρθό λόγο, ἀλλά τό θυμικό. Ἡ σύνδεσή του μέ τή νεωτερικότητα ἐπιτυγχάνεται κατά βάσιν μέσῳ τῆς ἰδεολογίας.

Τό ἔθνος λατρεύθηκε ἰδεολογικά κατά τόν 19ου αἰῶνα ἐπί τῇ βάσει τῆς «ἐθνικῆς ψυχῆς». Τό πάθος αὐτῆς τῆς λατρείας ὑπῆρξε ἀνάλογο τοῦ θρησκευτικοῦ: τό ἔθνος γίνεται ἱερό, διαθέτει «ἀποστόλους καί μάρτυρες», ἀπαιτεῖ «κατήχηση» στόν ἀπελευθερωτικό ἀγῶνα, ἡ δέ ἀμφισημία του ἐμπνέει ὅ,τι καί μέ τίς θρησκεῖες: εἴτε λαμπρά κατορθώματα θυσίας καί ἡρωισμοῦ, εἴτε φανατισμό καί ἐγκληματικότητα. Ὡς πολιτισμικό ἔρεισμα αὐτῆς τῆς ἐκδοχῆς περί ἔθνους χρησίμευσε κυρίως ὁ γερμανικός ρωμαντισμός.

Σ’ αὐτή τήν κατηγορία σκέψης τό ἔθνος γίνεται ἀντιληπτό ὡς μιά διαχρονική κοινότητα κουλτούρας καί ἱστορίας. Ἄλλοτε θεωρεῖται ἀδιαλείπτως ἐνεργό καί ἄλλοτε ἀφυπνίζεται κάτω ἀπό ὁρισμένους ὅρους. Ἡ ἀφύπνιση κατά τόν 19ο αἰῶνα ἀποδίδονταν στή θεία πρόνοια ἤ τό πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐνῶ στήν ἐποχή μας σέ συγκεκριμένες οἰκονομικοκοινωνικές μεταβολές.

Ἐπειδή ἡ συναισθηματική ἐπένδυση στό ἔθνος εἶναι σ’ αὐτή τήν ἐκδοχή πελώρια, εἶναι ἑπόμενο νά προκάλεσε καί νά προκαλεῖ πάθη. Αὐτό ἐξηγεῖ καί τίς φρικτές αἱματοχυσίες πού ἔλαβαν χώρα κατά τόν 20ό αἰῶνα μέ ἀφετηρία -ὄχι τυχαῖα- στή Γερμανία καί στα Βαλκάνια. Ἕνα τέτοιο ἔθνος ὑπόκειται σέ μία νοητική ἀναπαράσταση ἀπό τά ὑποκείμενα τέτοια ὥστε νά ἱκανοποιεῖ ψυχικές ἀνάγκες συνοχῆς καί ἰσχύος. Ὁ ἄνθρωπος σέ αὐτό τό μοντέλο δέν εἶναι τόσο πολίτης ὅσο μέλος ἑνός ἔθνους, αὐτή ἡ ἰδιότητα εἶναι πού χαρίζει τή θεμελιώδη ταυτότητα. Αὐτό τό ἐπιτυγχάνει μέ τό νά συγκρατεῖ τίς διαλυτικές δυνάμεις τοῦ ψυχισμοῦ καί νά παρέχει ἀσφάλεια: ἐφ’ ὅσον ὁ ἐχθρός βρίσκεται κάπου ἔξω ὁ ψυχισμός ἀποφεύγει τόν δικό του ἐμφύλιο πόλεμο μέσῳ τοῦ ἀσυνείδητου ψυχολογικοῦ μηχανισμοῦ τῆς προβολῆς. Ἐπί πλέον «φυσιολογικοποιεῖ» τίς ἀσυνείδητες ἐπιθετικές ἐνορμήσεις ἐνσωματώνοντάς τις σέ κοινό συμβολικό σύστημα, τό ὁποῖο ἀποενοχοποιεῖ τίς ἐνορμήσεις αὐτές παρέχοντάς τους ἰδεολογική προκάλυψη. (Ἔτσι ἐξηγεῖται ἡ ἐμπειρική παρατήρηση ὅτι ὅσο περισσότερο ἐθνικιστής εἶναι κάποιος τόσο μεγαλύτερη χαρακτηρολογική ἐπιθετικότητα ἐμφανίζει). Ἡ ἐθνική συνείδηση, μέ ἄλλα λόγια, ἐδῶ ἐξυπηρετεῖ πρωτίστως συναισθηματικούς σκοπούς τῆς ψυχικῆς οἰκονομίας.

Τό προπατορικό ἐλάττωμα αὐτοῦ τοῦ ἐθνικισμοῦ, στόν ὁποῖο ὅπως εἶναι φανερό ἀνήκει καί ὁ ἑλληνικός, βρίσκεται στόν ἔντονα φαντασιακό χαρακτῆρα τῆς ἀντίληψης ἑαυτοῦ καί τῶν ἄλλων. Τό ἔθνος στό ὁποῖο ἀνήκει κάποιος δέν γίνεται ἀντιληπτό στήν πραγματική του κατάσταση, ἀλλά στήν ἰδεατή: ἡ ἐπιθυμία συγχέεται μέ τήν πραγματικότητα. Ἐξογκώνονται οἱ ἀρετές του καί ἀποσιωπῶνται οἱ κακίες του, ἐνῶ σέ κάποιες περιπτώσεις ἀναπτύσσεται ἡ θεωρία τοῦ περιουσίου ἔθνους. Φυσικά υἱοθετεῖται μία ἐγωκεντρική στάση σύμφωνα μέ τήν ὁποία δέν παραχωροῦνται στά ἄλλα ἔθνη ἰσοδύναμα αἰτήματα ὅσων ζητοῦνται ἀπό αὐτά. Πρόκειται γιά τήν ἀσυνέπεια τοῦ ἐθνικισμοῦ στήν αὐτοκριτική καί στά αἰτήματά του, τήν ὁποία ἐπισημαίνει ὁ Gellner.

Εὔλογη ἀπόρροια αὐτῆς τῆς ἐκδοχῆς περί ἔθνους ἀποτελεῖ ἡ προβληματική στάση της ἀπέναντι στό νόμο. Ὁ νόμος δέν γίνεται δεκτός ὡς ὑποχρεωτικός καί ἐξισωτικός, ἀλλά διαθλᾶται μέσα ἀπό τά συμφέροντα καί τίς προτιμήσεις λαμβάνοντας κυρίως προσωπική χροιά. Ἡ ἔμφαση στό πρόσωπο καί τίς προσωπικές σχέσεις συνήθως λειτουργεῖ ὡς ἄλλοθι, δεδομένου ὅτι κατά βάθος τό ἐθνικιστικό ὑποκείμενο δέν ἀνέχεται ἄλλο νόμο πέρα ἀπό ὅ,τι τό ἀγχολύει καί ὅ,τι τό ἰσχυροποιεῖ. Ἡ λανθάνουσα ψυχική δομή ἔγκειται σέ μία ναρκισσιστικά ἐξογκωμένη καί παντοδύναμη εἰκόνα ἑαυτοῦ, ἡ ὁποία αἰσθάνεται τό κέντρο τοῦ κόσμου: ὅλα τά ἄλλα ἔθνη πρέπει νά παραμερίσουν μπροστά στό μεγαλεῖο τοῦ ἐκλεκτοῦ ἔθνους.

Ἄν ἡ ἰδέα-κλειδί τοῦ πρώτου τύπου πατριωτισμοῦ εἶναι ἡ δικαιοσύνη, τοῦ δευτέρου τύπου εἶναι τό μεγαλεῖο. Ἡ στενότατη διασύνδεση τοῦ ἔθνους μέ τήν ἰσχύ γίνεται ἐμφανής καί ἀπό τήν ἄρρηκτη διαπλοκή ἔθνους καί κράτους. Τό ἔθνος δέν ἀρκεῖται στήν διατήρηση τῆς ἰδιοπροσωπίας του ἀλλά διεκδικεῖ κρατική ὀντότητα καί θεσμική ἐπιβολή, μέσα ἀπό τό γνωστό δίδυμο «ἔθνος-κράτος». Τό ἔθνος μεγαλουργεῖ ὅταν ἀνεξαρ-τητοποιεῖται καί ἐπεκτείνεται. Πρός τόν σκοπό αὐτό ἡ ἱστορία διαβάζεται μεροληπτικά, προκειμένου νά δικαιωθοῦν οἱ ἐδαφικές ἀξιώσεις.

Αν ο δεύτερος τύπος εθνικής συνείδησης σάς θυμίζει κάτι, έχετε απόλυτο δίκιο. Ο ελληνικός πατριωτισμός ερωτοτροπεί ανέκαθεν με τον εθνικισμό του θυμικού. Το δυστύχημα εδώ είναι οτι, όπως εἶναι παγκοίνως γνωστό, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει συνδεθῆ ανεπιφύλακτα μέ αὐτοῦ τοῦ τύπου τόν ἐθνικισμό, γι’ αὐτό καί κατά κανόνα ὑποδαύλισε καί στήριξε τίς ἐθνικές διεκδικήσεις, χωρίς νά ἐνδιαφερθῆ στόν ἴδιο βαθμό καί γιά τίς ἀρετές τῆς συνυπάρξεως. Αὐτή ἡ ἐπιζήμια σύνδεση κατέστη δυνατή, ὄχι μόνο ἐξ αἰτίας συγκεκριμένων ἱστορικῶν περιπετειῶν, ἀλλά καί ἐπειδή ἡ θεολογική σκέψη δέν ἔχει ἀσχοληθῆ σχεδόν καθόλου μέ τή δυναμική τῆς ἰδεολογίας προκειμένου νά συμβάλει καί αὐτή στήν ἀπογύμνωσή της.

Μέ τό νά παραμένει ἀνυποψίαστος ὁ ἐκκλησιαστικός λόγος σχετικά μέ τόν μηχανισμό τῆς αὐταπάτης που είναι εγγενής στήν ἰδεολογία, ἀφήνει ἀφύλακτα τά νῶτα του στήν χρήση του ίδιου ἀπό τήν ἐθνική ἰδεολογία, μιά χρήση ἡ ὁποία ἐνδέχεται νά ὁδηγήσει καί σέ ἀλλοίωση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ μηνύματος. Νομίζει (ὁ ἐκκλησιαστικός λόγος) ὅτι χρησιμοποιεῖ τόν πατριωτισμό ἀλλά στήν πραγματικότητα χρησιμοποιεῖται ἀπό τόν ἐθνικισμό. Ἡ μέχρι τώρα θητεία τῆς Ἐκκλησίας στό ἔθνος συνόδευσε τόν ἐθνικισμό στά δεινά τῆς ἰδεολογίας, γι’ αὐτό καί τώρα εἰσπράττει τήν κρίση της.
Όμως ἡ ἀρχική γέννηση καί ἀνάπτυξη τῆς Ἐκκλησίας ἔλαβε χώρα σέ περιβάλλον πού ἔμοιαζε, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, μέ τή σημερινή κοινωνία τῶν πολιτῶν, δηλαδή σε περιβάλλον ρωμαϊκῆς παγκοσμιοποίησης. Εἶναι καί αὐτός ἕνας ἀπό τούς λόγους πού ὑποστηρίζω πώς ἡ κοινωνία τῶν πολιτῶν ἀποτελεῖ φυσικώτερο χῶρο γιά τήν Ἐκκλησία ἀπό ὅσο τό ἔθνος.

Γιατί η Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία είναι ασύμβατη μέ τόν δεύτερο τύπο τοῦ ἔθνους, ὁ ὁποῖος μέχρι τώρα μονοπώλησε στον τόπο μας την εθνική συνείδηση;

1) Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει καθῆκον νά ἀρνεῖται τόν φαντασιακό χαρακτῆρα πού τόσο συχνά προσδίδεται στήν ἐθνική ταυτότητα, λόγῳ τῆς ἀγάπης της πρός τήν ἀλήθεια. Χρειάζεται νά δώσει ἰδιαίτερη προσοχή στήν ἐπισήμανση τοῦ Gellner ὅτι «σέ γενικές γραμμές ἡ ἐθνικιστική ἰδεολογία ὑποφέρει ἀπό μία διάχυτη ψευδῆ συνείδηση. Οἱ μύθοι της ἀντιστρέφουν τήν πραγματικότητα: ἰσχυρίζεται πώς ὑπερασπίζεται τόν παραδοσιακό πολιτισμό, ἐνῶ στήν πραγματικότητα βοηθᾶ νά κατασκευαστεῖ μιά ἀνώνυμη μαζική κοινωνία… Κηρύσσει καί ὑπερασπίζεται τήν πολιτισμική ποικιλία, ὅταν στήν πραγματικότητα ἐπιβάλλει τήν ὁμοιογένεια τόσο στό ἐσωτερικό τῶν πολιτικῶν ὀντοτήτων, ὅσο καί μεταξύ τους σέ μικρότερο βαθμό». Στήν πραγματικότητα πρόκειται γιά μιά πλασματική ὁμοιογένεια ἀπέναντι στόν ἀληθινό ἤ φανταστικό κίνδυνο, μιά ὁμοιογένεια πού συχνά περιλαμβάνει καί ἔντονα ἀντικοινωνικά στοιχεῖα, ἀρκεῖ νά εἶναι «πατριῶτες»!

2) Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει χρέος νά ἀντιστέκεται στόν ἐγωκεντρικό χαρακτῆρα τοῦ ἐθνικισμοῦ, ἀναγνωρίζοντας τά θετικά στοιχεῖα ὅλων τῶν ἄλλων ἐθνῶν καί τῶν πολιτισμῶν τους. Μάλιστα, κάτι περισσότερο: ἔχει ὑποχρέωση νά ἀνεύρει καί νά ἀναδείξει ἐκεῖνα τά στοιχεῖα τῶν ἄλλων πολιτισμῶν τά ὁποῖα θά μποροῦσαν νά συμβάλουν στή σάρκωση τῆς ἀλήθειας τοῦ Θεοῦ μέσα στό σύγχρονο κόσμο. Ἡ συνάντηση Θεολογίας καί πολιτισμοῦ δέν σταμάτησε μέ τόν ἑλληνικό πολιτισμό. Ὅλοι οἱ ὑπόλοιποι πολιτισμοί ἔχουν ἀνάγκη κάποιου ἰσχυρότερου χειραγωγοῦ στή διαδικασία προσλήψεώς τους ἀπό τήν Ἐκκλησία, ὁ ὁποῖος ὅμως νά ἀντιλαμβάνεται τήν ἰσχύ του καί τά ἱστορικά του προνόμια, ὄχι ὡς «ἁρπαγμόν», ἀλλά ὡς «κένωσιν» καί ἔξοδο ἀπό τήν ἐγωκεντρικότητά του.

3) Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει «συμφέρον» νά προάγει τά ἰδεώδη τῆς κοινωνίας τῶν πολιτῶν, διότι μέ αὐτά ἐξασφαλίζει ἐλευθερία κινήσεων καί δράσεων σέ χῶρες πού δέν ἀποτελεῖ τήν πλειονότητα, ἀλλά καί διότι μέσῳ τῆς ἀτομικῆς αὐτοδιαθέσεως ἔχει τήν δυνατότητα νά ἀποκτᾶ νέα μέλη διά τῆς μεταστροφῆς τους στόν Χριστό. Προφανῶς δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι στόν τόπο μας, ὅπου λειτουργεῖ σέ ὑποτυπώδη μορφή ἡ κοινωνία τῶν πολιτῶν, κάθε ἄτομο πού μεταστρέφεται σέ ἄλλη θρησκεία ἤ αἵρεση θεωρεῖται ἀπό τούς πιστούς λιγώτερο ἕλληνας. (Καί ἐνδεχομένως νά ἀληθεύει αὐτό, ἀφοῦ ἡ ἐθνική μας ταυτότητα δομεῖται κατά τόν βαλκανικό τύπο!)

Ἀντίθετα, ἄν θά ἐπιθυμούσαμε νά ἀρθρώσουμε κριτικό λόγο γιά το εκσυγχρονιστικό μοντέλο περί έθνους, θά παρατηρούσαμε τά ἀκόλουθα:

1) Ὁλόκληρη ἡ συζήτηση περί ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων στηρίζεται σέ ἀνθρωποκεντρικό σκεπτικό, ἀφοῦ ἀπουσιάζει μία θεολογία περί τῆς ἰσότητας τῶν ἀνθρώπων. Αὐτό τό ἔλλειμμα ὀντολογίας καθιστᾶ εὐάλωτη στό πέρασμα τοῦ χρόνου τήν θεσμιζόμενη ἰσοτιμία καί ἀνοίγει τήν πόρτα στόν κίνδυνο ἡ κοινωνία τῶν πολιτῶν νά ἐκφυλισθῆ σέ ἁπλῆ ἰσορροπία συμφερόντων.

2) Ὁ ὑπερτονισμός τῆς ταυτότητας δικαίου ὁδηγεῖ σέ πολιτισμικό ἀποχρωματισμό, στοιχεῖο πού διευκολύνει τήν ἐπιβολή ἀλλοτριωτικῶν πρακτικῶν ἀφοῦ μειώνει τίς ἠθικές ἀντιστάσεις. Τό ἐπιχείρημα αὐτό ἀποτελεῖ καί τόν κατ’ ἐξοχήν ἀντίλογο τοῦ σημερινοῦ ἐκκλησιαστικοῦ χώρου στήν πρόταση τοῦ κοσμοπολιτισμοῦ. Αὐτό πού δέν ἐπισημαίνεται εἶναι πώς οἱ σημερινοί μηχανισμοί ἀλλοτριώσεως ἀπευθύνονται κυρίως στό ἀσυνείδητο καί τίς αἰσθήσεις (μέσῳ τῆς διαφημίσεως καί τῆς εἰκόνας ἐν γένει), κάτι τό ὁποῖο ὁ ὀρθός λόγος δέν εἶναι ἐπαρκῶς προετοιμασμένος νά ἀντιμετωπίσει. Μέ λίγα λόγια, ἡ κοινωνία του νόμου δέν εἶναι σέ θέση νά ἀποτρέψει τόν ἐκφυλισμό τοῦ ἀνθρώπου. Πέρα ἀπό τίς δικές της ἀξίες χρειάζονται καί οἱ ἀξίες τοῦ πολιτισμοῦ ὡς ἀντίδοτο.

3) Ἡ ἀπουσία πνευματικοῦ ὑπόβαθρου στήν «ἀσκητική» τῶν πολιτῶν καί ἡ ἀποκλειστική θεμελίωσή της σέ ἀρχές δικαίου ἐγκυμονοῦν τόν κίνδυνο ἐγωκεντρικοῦ περιορισμοῦ τῆς συνταγματικής κοινωνίας τῶν πολιτῶν ἐντός τῶν συνόρων. Μέ ἄλλα λόγια τό μοντέλο της δέν ἐξάγεται, διότι αὐτό θά σήμαινε δραστική περιστολή δικαιωμάτων «χρησικτησίας» τοῦ δυτικοῦ κόσμου πάνω στόν τρίτο κόσμο. Ἔτσι οἱ ἀνεπτυγμένες «ήρεμες» χῶρες συμπεριφέρονται διπρόσωπα: δέν ἐμποδίζονται νά ἐξάγουν τά ἐπικίνδυνα ἀπόβλητά τους σέ ἄλλες φτωχότερες ἤ νά χρησιμοποιοῦν γιά σεξουαλικό τουρισμό γυναῖκες καί παιδιά χωρῶν πού δέν διαθέτουν κοινωνία τῶν πολιτῶν γιά νά τά προστατέψουν!
Ἡ ἐκκοσμίκευση πού δέν ὁδηγεῖ ἀναγκαστικά στήν ἀποθρησκειοποίηση τῆς κοινωνίας χρειάζεται κάποια θετική ἀποδοχή ἀπό τήν Ἐκκλησία προκειμένου νά μπορέσει νά συμμετέχει δημιουργικά καί ἀποτελεσματικά στόν δημόσιο διάλογο στά πλαίσια τῆς κοινωνίας τῶν πολιτῶν γιά τή διαμόρφωση τοῦ κράτους δικαίου. Μέ ἄλλα λόγια, ἡ Ἐκκλησία δέν ἔχει πλέον τή δυνατότητα (οὔτε κἄν τό δικαίωμα) νά ἀπορρίπτει τήν ἐκκοσμικευμένη κοινωνία τῶν πολιτῶν στόν δημόσιο λόγο της. Ἀντίθετα, καλεῖται νά συζητᾶ ὡς ἕνας ἀπό τούς πολλούς, κάτι πού φυσικά τῆς προκαλεῖ μεγάλη δυσαρέσκεια.

Μέσα στό οὕτως διαμορφωμένο πλαίσιο ἀποδεικνύονται παντελῶς ἄχρηστα κάποια προνόμια πού ἔρχονται ἀπό τό παρελθόν. Ἡ ἐπιβίωση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ λόγου μέσα σέ μία σημερινή δυτική κοινωνία στηρίζεται πλέον ἀποκλειστικά καί μόνο στίς ἀρχές τοῦ ὑγιοῦς ἀνταγωνισμοῦ. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀνεξάρτητα ἀπό τό γιά πόσο καιρό ἀκόμη θά τῆς παρέχεται μιά τυπική θεσμική ὑπεροχή, ἔχει ἤδη ἀρχίσει νά δρᾶ ὡς ἕνας ἀπό τούς πολλούς, ἕνα ἔργο πού τό ἀγνοοῦσε μέχρι τώρα καί γιά τό ὁποῖο τά στελέχη της δέν εἶναι ἐπαρκῶς ἐκπαιδευμένα.

*

Υπ’ αυτές τις προϋποθέσεις λοιπόν είναι απόλυτα εύλογο να συγκρούονται δύο τόσο αντιτιθέμενα ιστοριογραφικά μοντέλα. Το «παραδοσιακό» εκλαμβάνει την εκπαίδευση ως εργαστήριο που σκοπό έχει να γαλβανίζει το θυμικό ώστε να προστατεύσει τη χώρα από υπαρκτούς ή ανύπαρκτους εχθρούς. Το «εκσυγχρονιστικό», αντίθετα, θεωρεί την εκπαίδευση ως χώρο δημιουργίας απλώς πολιτών, απολύτως άχρωμων ως προς την εθνική ταυτότητα. Το πρώτο ορκίζεται στο απειλούμενο μεγαλείο του έθνους, το δεύτερο λογοδοτεί για τη νομιμοφροσύνη του στο υπερεγώ (δηλ. σύστημα κανονιστικών αξιών) της νεωτερικότητας, εσχάτως δε και της μετανεωτερικότητας. Το πρώτο απολαμβάνει τη ησυχία του επί μακρόν ελλιμενισμού, το δεύτερο βρίσκεται σε διαρκή κίνηση και αυτοδιαμόρφωση.

Η ασυμβατότητα των δύο μοντέλων εγείρει δυναμικά πόλωσης που ενεργεί τελικά ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Κάθε υπενθύμιση της παρουσίας του ενός σκληραίνει τη στάση του άλλου. Η μάχη είναι παθιασμένη και δεν θα κοπάσει παρά με την εξόντωση του αντίπαλου, κάτι που δεν θα έλθει ποτέ. Φρονώ πως ο εκκλησιαστικός λόγος οφείλει να επιδείξει σωφροσύνη και να σπάσει τον φαύλο κύκλο. Έχει χρέος να αντιμετωπίσει νηφάλια την πραγματικότητα του έθνους χαράσσοντας τη μέση οδό μεταξύ των δύο άκρων.

Καμία αλλαγή στην ιστοριογραφική του αντίληψη δεν μπορεί να λάβει χώρα χωρίς προηγουμένως να αποκολληθή από το γερμανικό-βαλκανικό μοντέλο εθνικής ταυτότητας, δηλαδή χωρίς να απαλλαγή από τα βαρίδια της εθνικιστικής ρητορείας του παρελθόντος. Ο εκκλησιαστικά εμπνεόμενος ιστορικός λόγος έχει υποχρέωση με τη στάση του να καταγγείλει τόσο τον σχετικισμό όσων ντρέπονται για την ελληνική τους ταυτότητα όσο και τη φοβική αμυντικότητα εκείνων που η συμπεριφορά τους συνιστά ζωντανή δυσφήμιση του ελληνισμού.

Επιπλέον καλείται να αντιληφθή την πασιφανή πραγματικότητα ότι, αν η άχρωμη και εκσυγχρονιστική ιστοριογραφία έχει σήμερα καταλάβει το έδαφος που κατέλαβε, οφείλεται κατά κύριο λόγο στα «κατορθώματα» του ελληνικού εθνικισμού του παρελθόντος. Ενός εθνικισμού ο οποίος φακελώνοντας και βασανίζοντας ανθρώπους, περιθωριοποιώντας πληθυσμούς, ρητορεύοντας ασύστολα, καπηλευόμενος τα όσια, οδηγώντας σε εθνικές καταστροφές και τραγωδίες, κατάφερε να εκθρέψει το «αυγό του φιδιού» με την αντίστροφη έννοια, δηλαδή του εθνικού και θρησκευτικού αποχρωματισμού. Τόσο δύσκολο είναι οι εκκλησιαστικοί να αντιληφθούμε ότι σήμερα πληρώνουμε τις αμαρτίες της Δεξιάς που κυβέρνησε ασύδοτα επί δεκαετίες τον τόπο και την οποία τότε δεν κρίναμε αλλά μάλλον αναπτύξαμε ομαλότατη συνεργασία; Επιτέλους, οφείλουμε οι χριστιανοί να συνειδητοποιήσουμε πως οι φυλακισμένοι και διωκόμενοι αριστεροί συχνά υπήρξαν πιο καλλιεργημένοι (ίσως και ηθικώτεροι) από τους άξεστους βασανιστές τους και πως η τότε Εκκλησία στάθηκε με το μέρος των δεύτερων. Τέτοιες ιστορικές αδικίες δεν μένουν ατιμώρητες και κινητοποιούν τους πνευματικούς νόμους.

Συγκεκριμένα και εντελώς ενδεικτικά ο εκκλησιαστικά εμπνεόμενος ιστορικός λόγος θα χρειαστή:

α) Να επικεντρώσει εξ ίσου στις αρετές και στα ελαττώματα του λαού μας, προκειμένου να εξαχθούν διδάγματα χρήσιμα για το παρόν και το μέλλον. Για να συμβή αυτό θα πρέπει να μην αποκρύπτονται ντροπιαστικές σελίδες της ιστορίας μας (π.χ. ακρωτηριασμός Βουλγάρων αιχμαλώτων στο Βυζάντιο, σφαγή Τριπολιτσάς, βιαιότητες εναντίον Τούρκων της Μικράς Ασίας κατά το 1921-22, συνεργασία με Γερμανούς κατά των Εβραίων της Θεσσαλονίκης και λεηλασία περιουσιών τους, καταπίεση και σφαγές αμάχων Τουρκοκυπρίων κ.ά.), αλλά να λέγεται «η αλήθεια γυμνή», κατά την φράση του Μακρυγιάννη.

β) Συμπληρωματικά προς το πρώτο, να αποδεχθή το προφανές αξίωμα πως για τα περισσότερα γεγονότα δεν υπάρχει μόνο μία ιστορική αλήθεια. Διάφορες εκδοχές είναι δυνατό να αληθεύουν ταυτόχρονα. Μέ άλλα λόγια, δεν είναι όλες οι προτάσεις της μετανεωτερικότητας για πέταμα.

γ) Να σκύψει με μεγαλύτερο σεβασμό στους άλλους πολιτισμούς, ιδιαίτερα σε εκείνους με τους οποίους ο ελληνικός ανέπτυξε περισσότερες δοσοληψίες και να μην διστάσει να αναγνωρίσει και τα δάνεια εισόδου παράλληλα με εκείνα της εξαγωγής.

δ) Να επεκτείνει την αναθεωρητική της στάση σε όλες τις πτυχές της επιρροής της (κατήχηση, ραδιόφωνο, έντυπα), έτσι ώστε να παιδαγωγήσει υπεύθυνα τον λαό και να μην τον «ντοπάρει» μονόπλευρα.
Μια τέτοια αλλαγή δεν θα πρέπει να αποτελεί κίνηση τακτικης αλλά ουσιαστική αλλαγή. Χρειάζεται να εμπνέεται από τα (πνευματικά άλλωστε) ιδεώδη της μετάνοιας και της αλήθειας. Χωρίς μετάνοια και αλήθεια ο εκκλησιαστικά εμπνεόμενος ιστορικός λόγος σύντομα θα χάσει και την αγάπη, όση του έχει απομείνει.

(Μέρος του κειμένου αυτού έχει δημοσιευθή στο βιβλίο «Οι δικοί μου οι ξενοι», εκδ. Εν πλω, υπό τον τίτλο Ἡ φιλάνθρωπη ἀναμέτρηση τῆς Ὀρθοδοξίας μέ τήν κοινωνία των πολιτῶν: θεώρηση ἀπό τή σκοπιά τῆς ψυχικῆς ταυτότητος)

* O π. Βασίλειος Θερμός είναι ψυχίατρος παιδιών και εφήβων & διδάκτωρ Θεολογίας

πηγή : antifono.gr





Παιδαγωγικές σκέψεις για τη μορφή και το νόημα των λέξεων

5 03 2011

γράφει ο Δρ Στέλιος Πελασγός, Αφηγητής, Παιδαγωγός, Συγγραφέας

Οι άνθρωποι στην ιστορία τους παθιάστηκαν με τις λέξεις. Για την μορφή μίας λέξης ήταν πρόθυμοι να υβρίσουν και να υβριστούν, να χτυπήσουν και να χτυπηθούν, ακόμα και να σκοτώσουν και να σκοτωθούν. Είναι παράδοξο αλλά θα πρέπει σοβαρά να αναρωτηθούμε τελικά•  Υπάρχουν ιερές λέξεις;  Οσο κι αν ακούγεται παράδοξο, οι άνθρωποι είναι ικανοί να συνδεθούν βαθύτερα με μία λέξη παρά με τον συνάνθρωπό τους η το Θεό. Οι λέξεις τους προξενούν αυτοματοποιημένες σωματικές και συναισθηματικές αντιδράσεις, όπως στο πειραματόζωο του Παβλώφ.  Ανθρώπινη αδυναμία από την οποία κανείς μας δεν εξαιρείται.  Απέναντί της, όμως, οφείλουμε να παρατάξουμε την ελεύθερη βούλησή μας και τη λογική.

Να θυμηθούμε πως δεν υπάρχουν ιερές γλώσσες και ιερές λέξεις, πως ο Θεός δεν μιλά καμιά ανθρώπινη γλώσσα μήτε προτιμά κάποια γλωσσική μορφή. Οι  Απόστολοι κήρυξαν στη γλώσσα η τη διάλεκτο του εκάστοτε ακροατηρίου τους. Χρησιμοποίησαν την ελληνιστική κοινή ελληνική γλώσσα κατά κόρον, κι ας μην ήταν η γλώσσα των πατέρων ούτε η γλώσσα, στην οποία κήρυξε ο Χριστός. Μήπως πιστεύει κανείς ότι θα έπρεπε να ζητούν πτυχίο εβραϊκής γλώσσας από κάθε νεοφώτιστο η αντίθετα να του ζητούν να πιστέψει, ενώ θα ακούει την διδασκαλία της νέας θρησκείας σε μία άγνωστη και ακατανόητη γλώσσα; Δεν αμφισβητείται από κανένα πως σήμερα συχνά μεγάλο μέρος της θείας λατρείας στηρίζεται σε λέξεις συχνά μισό-κατανοητές η ακατανόητες, οι οποίες δημιουργούν μία αυτοματοποιημένη συναισθηματική αντίδραση αντί να βοηθούν στην κατανόηση και την πλήρη νοητική και συναισθηματική συμμετοχή.  Ακατανόητες λέξεις και μαγική σκέψη. 

Η αντίληψη ότι ο ίδιος ο ήχος (όταν προφέρονταν) η η μορφή των λέξεων (όταν γράφονταν) έχουν μία υπερφυσική δύναμη συντροφεύει τον άνθρωπο από την αρχή της εξέλιξής του και είναι ένα από τα βασικά συστατικά της μαγικής σκέψης που γοητεύει παραδόξως ακόμα και τον σύγχρονο άνθρωπο. Οι ιερείς των πρωτόγονων φυλών αλλά και διάφοροι σύγχρονοι αγύρτες, αετονύχηδες «μάγοι» στηρίζουν την υποτιθέμενη δύναμή τους (και τα κέρδη τους) σε αυτή την υποτιθέμενη υπερφυσική δύναμη του ήχου η της μορφής κάποιων ιδιαίτερων λέξεων. Πείθουν τους εύπιστους πως αρκεί να προφέρουν η να γράψουν κάποιες μυστικές λέξεις και αυτομάτως αόρατες υπάρξεις υποκύπτουν στη δύναμη των λέξεων και τους υπηρετούν.  Ας μη βιαστούμε να θεωρήσουμε αυτή την αντίληψη απλοϊκή, αφού τη συναντούμε σε πολλές θρησκευτικές η ψευδοφιλοσοφικές κινήσεις. Οι γνωστικιστές της αρχαιότητας αλλά και οι σύγχρονοι ασυνάρτητοι απόγονοί τους απομνημονεύουν ακατανόητες λέξεις, που θα πρέπει να πουν στους φύλακες των επτά ουρανών για να επιτρέψουν στην ψυχή τους να ανέβει στον παράδεισο.
 
Οι εβραίοι καβαλιστές (αλλά και «χριστιανοί», ινδουιστές η μωαμεθανοί καβαλιστές) πιστεύουν ότι κάθε γράμμα των ιερών γραφών τους έχει ιδιαίτερη αξία και αναζητούν στη Βίβλο, την Τορά η τις Βέδες (συνδυάζοντας και μπόλικη αριθμοσοφία) να βρουν προφητείες για τον σύγχρονο κόσμο, για φυσικές καταστροφές, πολέμους, πολιτικές εξελίξεις και πάνω από όλα για το αγαπημένο θέμα όλων των εποχών, δηλαδή την καταστροφή του κόσμου.  Η κατηφόρα προς τον παραλογισμό είναι γλιστερή και δεν έχει τέλος, εάν αρχίσουμε να αναζητούμε προφητείες στα γράμματα και τους αριθμούς. « Ιερές» γλώσσες και «ανώτερες» γλωσσικές μορφές. Δεν είναι όμως οι πιστοί που δείχνουν φανατική προσήλωση σε «ιερές» μορφές λέξεων αλλά και οι κοσμικοί, οι οποίοι υπερασπίζονται «ανώτερες» γλωσσικές μορφές. Δεν είναι για γέλια, αν θυμηθούμε την πρόσφατη ιστορία μας. Στις 30 Δεκεμβρίου 1903 ανέβηκε στο  Εθνικό Θέατρο η « Ορέστεια» του Αισχύλου, σε πεζή μετάφραση Γ. Σωτηριάδη. Φοιτητές της Φιλοσοφικής σχολής, υποκινούμενοι από τον αρχαιολάτρη καθηγητή τους Γ. Μιστριώτη, προσπάθησαν να ματαιώσουν την παράσταση. Τα επεισόδια που προκλήθηκαν, γνωστά ως  Ορεστειακά, είχαν αποτέλεσμα ένα νεκρό και δέκα τραυματίες.  Ο γλωσσικός παραλογισμός έχει θύματα, όσο κι αν είναι αστείος. Οι φανατικοί πιστοί η οι καθαρολόγοι βάζουν τρικλοποδιές στον εαυτό τους αλλά ξανασηκώνονται και συνεχίζουν με μανία.

Πρόσφατο παράδειγμα η οργανωμένη επίθεση των «βιντεοσκοπούντων πιστών» ενάντια στη μετάφραση της μετάφρασης.  Η μετάφραση της μετάφρασης είναι ιερή; Την ιδιόμορφη μορφή σκέψης συναντήσαμε πρόσφατα σε μία νεοεμφανιζόμενη ομάδα πιστών, στους «βιντεοσκοπούντες πιστούς», οι οποίοι εισέρχονται στους ναούς με βιντεοκάμερες για να υπερασπιστούν τον ιερό ήχο και την μορφή (και βέβαια όχι το ιερό περιεχόμενο) των λέξεων.  Αλίμονο σε όσους έχουν προγραφεί από τους φονταμενταλιστές πνευματικούς τους οδηγούς, που ετοιμάζουν φετφάδες, όπως φάνηκε από τη μορφή, την αντικατασκοπική οργάνωση και την αστραπιαία σκανδαλοποιό δημοσιοποίηση των προαναγγελθεισών επεμβάσεων των ταγμάτων ταχείας επέμβασης που έχουν συστήσει.  Ακολουθώντας αυτή την λογική, η οποία σκανδαλίζεται από την μετάφραση, θα έπρεπε κανείς να απαιτήσει να διαβάζονται τα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης στα εβραϊκά, αφού στους ναούς έτσι κι αλλιώς δεν ακούγεται το πρωτότυπο αλλά η μετάφρασή του στην ελληνιστική κοινή.  Εάν υπάρχουν ιερές λέξεις, τότε υπάρχουν και ιερές μεταφράσεις; Είναι ιερές οι πρωτότυπες εβραϊκές λέξεις; Είναι ιερές οι λέξεις στην ελληνιστική κοινή της μετάφρασης των εβδομήκοντα; Ποιό είναι πιο ιερό, το πρωτότυπο η η μετάφραση; Είναι βέβηλες οι λέξεις της νέας ελληνικής;  Η μήπως δεν υπάρχουν ιερές λέξεις αλλά είναι ιερό το περιεχόμενό τους και το Πνεύμα που τις φωτίζει; Κείνο το Πνεύμα που ενοποιεί, οδηγεί, παιδαγωγεί και προσφέρει καταλλαγή; Το χρυσό φωτοστέφανο και η παιδαγωγική ευθύνη. 

Εάν βρισκόμαστε στον καιρό της εικονομαχίας, το Πνεύμα θα φώτιζε τον Παλαμά και θα μπορούσαμε να τον ακούσουμε να μας ψιθυρίζει• Δεν τιμούμε το ξύλο και τα χρώματα, τιμούμε το ιερό πρόσωπο που απεικονίζεται σε μίαν εικόνα. Το ίδιο δεν θα έλεγε και για τις λέξεις; Δεν τιμούμε τις λέξεις, τον συνδυασμό ήχων η γραπτών σημείων, αλλά το ιερό νόημα που εικονίζουν. Δεν τιμούμε το σημείο, αλλά το σημαινόμενο.  Η εικόνα έχει παιδαγωγική και φιλάνθρωπη δράση, κάνοντας ορατό το αόρατο για την αδύναμη ανθρώπινη φύση και τον νου. Καταδέχεται να μεταφράσει το πνευματικό φως σε φωτοστέφανο γύρω από το κεφάλι ενός  Αγίου η μίας  Αγίας, για να μπορεί να το κατανοήσει και ο πιο απλός και αθώος πιστός, ακόμα και το βρέφος, το παιδί η το νήπιο, ακόμα και ο νεοεισερχόμενος στην εκκλησία.  Ετσι η αγιότητα γίνεται σχήμα και χρώμα κατανοητό στην στιγμή από τον καθένα και την καθεμιά. 

Εχουμε καθήκον να επαναλαμβάνουμε κι εμείς ενίοτε το μεταφραστικό έργο του αγιογράφου. Να μεταφράζουμε σε απλές και κατανοητές σημερινές λέξεις το ιερό νόημα, λέξεις χρυσές και στρογγυλές, λέξεις που θα χρυσίζουν και πλάθονται από την χάρη του διαρκώς παρόντος Πνεύματος που νοιάζεται να παιδαγωγήσει και να ενσωματώσει στην εκκλησία και τις λατρευτικές της συνάξεις και τον πιο απλό προσκεκλημένο της, το βρέφος, το νήπιο, το παιδί αλλά και τον πιο απλοϊκό και αδαή πιστό, τον ξένο και ανυποψίαστο, τον νεοφώτιστο αλλά και τον αφώτιστο που περιμένει μέσα στο σκοτάδι του με ειλικρινή αγωνία να ακούσει μία απλή και άμεση φωνή να του μιλά.  Η μίμηση Χριστού. Κείνος ο έσχατος και ταπεινός πιστός, ο νέος, ο άμαθος στην εκκλησιαστική ζωή, το παιδί και ο ξένος, είναι ο τυφλός του Ευαγγελίου που ακούει έναν ήχο ακατανόητο μες στο σκοτάδι του, μία βοή πλήθους απροσδιόριστη και νιώθει καθαρά πως είναι σημάδι έλευσης του Χριστού.  Ο τυφλός που με απόλυτη εμπιστοσύνη φωνάζει μέσα από το σκοτάδι του προς τον συγκεχυμένο ήχο που συνοδεύει την έλευσή Του• « Ιησού, υιέ του Δαυίδ, ελέησέ με». 

Ο τυφλός που αναμένει μία απλή κατανοητή απάντηση από τον Χριστό που θα διαλύσει το σκότος  Ο Κύριός μας πάντοτε μιλούσε απλά και καθαρά και πάντοτε έτσι μιλά και θα μιλά στους ανθρώπους. Πάντοτε γινόταν κατανοητός και από τον τελευταίο και πιο αδαή ακροατή. Τρέχαν τα παιδιά στην αγκαλιά του όχι μόνο για την ιερή αγαλλίαση της ένωσης με τον Θεό αλλά και γιατί μιλούσε απλά σαν παιδί.  Εκανε τα πιο υψηλά διδάγματα ιστορίες και παραβολές, πράξεις και χειρονομίες.  Εδειχνε με την ζωή του και επεξηγούσε κάθε τι χωρίς να το μειώσει και να το περιορίσει.  Εσκυβαν τα μεγάλα νοήματα και χωρούσαν σε απλές λέξεις και παραβολές, όπως έσκυψε και ο ίδιος και χώρεσε στην ανθρώπινη φύση.  Απομένει σε εμάς όσο μπορούμε να τον μιμηθούμε.

Πηγή: http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=5056








Αρέσει σε %d bloggers: