Ο Μαρξ επηρεάστηκε κυρίως από τη Βίβλο

22 05 2011
Ο καθηγητής Κλασικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Μιχάλης Ζ. Κοπιδάκης μιλάει για τη θεολογική ρίζα της μαρξιστικής σκέψης και την κρίση της χριστιανικής Εκκλησίας
«Ο Μαρξ επηρεάστηκε  κυρίως από τη Βίβλο»
Ηταν ο λόγος του Μαρξ μια μεσσιανική ουτοπία, μια άλλη Βίβλος για τους φτωχούς; Πόσο είχε επηρεαστεί ο ίδιος από τα πατερικά κείμενα; Εχει λόγο σε περίοδο κρίσης η Εκκλησία και πού βρίσκεται ο πυρήνας της κρίσης της; Ο Μιχάλης Ζ. Κοπιδάκης, καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, απαντά στα παραπάνω και σε άλλα ερωτήματα εν όψει της αυριανής ομιλίας του στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.
 

– Υποστηρίζετε ότι στον λόγο του Μαρξ υπάρχουν πολλές αναφορές στη Βίβλο. Στον Μαρξ υπάρχουν επίσης αναφορές στους γερμανούς ιδεαλιστές,στους γάλλους ουτοπιστές και στους αρχαίους Ελληνες. Πιστεύετε ότι η επιρροή του από τη Βίβλο είναι πιο καθοριστική από τις υπόλοιπες;

«Οι παραδοσιακοί μαρξιστές πιστεύουν ότι αυτοί που επηρέασαν τον Μαρξ είναι οι άγγλοι οικονομολόγοι, οι γάλλοι ουτοπιστές, αλλά και η Αρχαιότητα. Επίσης τον ενέπνεε η μεγάλη λογοτεχνία, ο Σαίξπηρ, ο Ομηρος, αλλά νομίζω ότι κυρίως τον επηρέασε η Βίβλος. Σε πολλά έργα του παίρνει κείμενα της Βίβλου και τα παρωδεί. Οταν, για παράδειγμα, ασκεί κριτική σε αντιπάλους ή σε αιρετικούς σοσιαλιστές. Κυρίως όμως είναι το ύφος και βεβαίως το προφητικό όραμα. Ιδίως στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, πέρα από τα χωρία όπου μιμείται συνειδητά τη Βίβλο, το πρότυπο ύφος του είναι η βιβλική μεγαληγορία, ο συνδυασμός υψηλού και προφητικού λόγου».

– Καταλογίζετε στον Μαρξ έναν μεσσιανισμό; Να υποθέσω ότι ήξερε συνειδητά ότι αυτό που επαγγέλλεται δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί;

«Οχι. Πρέπει να λάβουμε υπόψη μας το πνεύμα εκείνης της εποχής, που πίστευε στην πρόοδο, που διακήρυσσε ότι η τέχνη θα υποκαθιστούσε τη θρησκεία. Υπήρχαν απεριόριστες δυνατότητες ανάπτυξης. Το πρόγραμμα του Μαρξ προϋποθέτει την υπεραφθονία των αγαθών. Και εδώ βρίσκεται ένα από τα μεγάλα λάθη του, καθώς πίστευε ότι η ανθρώπινη φύση μπορεί εύκολα να μεταβληθεί αν υπάρξουν οι κατάλληλες συνθήκες. Αλλοι πραγματιστές, όπως ο Θουκυδίδης, έλεγαν ότι στην Ιστορία πολλά γεγονότα, όπως ένας εμφύλιος πόλεμος, θα συμβούν και πάλι, όσο η ανθρώπινη φύση παραμένει αμετάβλητη. Ο Μαρξ παρασύρθηκε σε μια υπεραισιοδοξία, καθώς πίστευε ότι η ανθρώπινη φύση δεν θα έχει πια μεγάλες φιλοδοξίες και εγωισμό, και ο άνθρωπος θα μπορούσε να φροντίσει τον συνάνθρωπό του χωρίς υστεροβουλίακάτι που δεν συμβαίνει».

– Τα πατερικά κείμενα υπόσχονται μιαν άλλη ζωή,ενώ ο Μαρξ ήθελε να αλλάξει την πραγματική ζωή. Αυτό δεν είναι μια βασική τους διαφορά;

«Ο Μαρξ πίστευε ότι μπορεί να αλλάξει την ανθρωπότητα, ότι σε μια αταξική κοινωνία θα ήταν όλοι ίσοι, ο καθένας θα μπορούσε να ζει με βάση τις ανάγκες του. Οι ανάγκες όμως, όπως είδαμε και στον 20ό αιώνα, ποτέ δεν εξαντλούνται. Διαρκώς δημιουργούνται νέες. Οι σύγχρονοι φιλόσοφοι επισημαίνουν αυτές τις αδυναμίες της μαρξιστικής σκέψης και προσπαθούν να βρουν άλλους τρόπους κοινωνικής δικαιοσύνης».

– Ο Μαρξ προσπάθησε να λύσει το ζήτημα της διακυβέρνησης της κοινωνίας,το ποιος θα ηγείται.Τα πατερικά κείμενα θέλουν να επιλύσουν ένα τέτοιο ζήτημα;

«Ορισμένα βιβλία της Καινής Διαθήκης, ειδικότερα η Αποκάλυψη, ευαγγελίζονταν έναν άλλον κόσμο. Ο επουράνιος κόσμος δομείται κατ΄ αναλογία με τον ιδεατό επίγειο κόσμο και κατόπιν το επουράνιο μοντέλο επηρεάζει το επίγειο. Να λάβουμε υπόψη μας ότι η διδασκαλία του Χριστού υπέστη ακόμη μεγαλύτερες αλλοιώσεις απ΄ ό,τι η σκέψη του Μαρξ. Υπάρχει μια θεωρία που λέει ότι ο χριστιανισμός έχει ως μοντέλο την περσική αυτοκρατορία. Ο Θεός αντιστοιχεί στον αυτοκράτορα, η Παναγία στη βασιλομήτορα, και υπάρχει μια ολόκληρη διοικητική δομή από οσίους, αποστόλους, αγίους κ.λπ. που εκφράζουν την ιεραρχία. Οι άγγελοι μάλιστα ονομάζονταν τότε σατράπες: ο σατράπης Μιχαήλ, ο σατράπης Γαβριήλ κ.ο.κ. Μπορεί να πει κανείς ότι και ο Μαρξ είχε στο μυαλό του μια “νέα Ιερουσαλήμ”, μια νέα ουτοπία». – Η θεολογική αυτή ρίζα της μαρξιστικής σκέψης πιστεύετε ότι επηρέασε την εφαρμογή του μαρξισμού στα κράτη του «υπαρκτού σοσιαλισμού»;

«Πάρα πολύ, ίσως και γιατί οι χώρες αυτές ήταν ορθόδοξες. Το “Κεφάλαιο” του Μαρξ μεταφράστηκε στη Ρωσία το 1872. Η τσαρική λογοκρισία δεν το θεώρησε επικίνδυνο κείμενο, το έβρισκε δύσληπτο. Απαγόρευσε όμως να μπει η φωτογραφία του Μαρξ στο εξώφυλλο γιατί το πρόσωπό του θύμιζε ιερέα, έναν προφήτη. Η μαρξιστική σκέψη παραποιήθηκε, μιας και οργανώθηκε ως μια ιδεολογία που πήρε πολλά από τη θεολογία, την προσωπολατρία, το δόγμα, την πίστη, ότι ήταν μια κλειστή διδασκαλία που δεν επιδεχόταν νέες προτάσεις κτλ.».

– Θεωρείτε ότι αν είχε μεταφερθεί κάπως αλλιώς θα είχε άλλα αποτελέσματα;

«Πολλοί μαρξιστές πιστεύουν κάτι ανάλογο. Αλλοι πιστεύουν ότι τα έργα του είναι μόνο τροφή για σκέψη και όχι εφαρμόσιμες θεωρίες. Πάρτε υπόψη σας και κάτι άλλο για τα μαρξιστικά έργα. Ο Μαρξ είχε και λογοτεχνικές φιλοδοξίες, χρησιμοποιεί τη μυθοπλασία και άλλους αφηγηματικούς τρόπους για να γίνει πειστικός. Πολλά από αυτά που λέει μπορεί να ερμηνευθούν ως λογοτεχνικοί μανιερισμοί, ως ρητορικές προσπάθειες πειθούς».

– Η χριστιανική θεολογία επηρεάστηκε από τον Μαρξ;

«Βεβαίως, ήδη από την εποχή του Μαρξ υπάρχει ένα ρεύμα σκέψης που καταπολεμά τον χριστιανισμό ως ιστορικό φαινόμενο, που θέλει να αποδείξει ότι τα Ευαγγέλια δεν είναι θεόπνευστα αλλά απλώς μαρτυρίες και σημασία έχει μόνο το ουμανιστικό μήνυμά τους- άποψη που επεκράτησε στον 20ό αιώνα, ιδίως στον προτεσταντικό κόσμο. Στα χρόνια του Μαρξ υπήρχαν άνθρωποι που πίστευαν ότι θα μπορούσαν να τα καταφέρουν καλύτερα αν το Ευαγγέλιο εφαρμοζόταν στην πράξη, ότι ήταν ένας προάγγελος του σοσιαλισμού. Μην ξεχνάτε ότι ένα από τα πρώτα ονόματα των χριστιανών ήταν “οι πτωχοί”, ενώ πολλές αιρέσεις πίστευαν στην κοινοκτημοσύνη. Προς το τέλος του 19ου αιώνα είχαμε και την εμφάνιση των χριστιανοσοσιαλιστικών κομμάτων».

– Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε ότι,παρά τον κοινωνικό χαρακτήρα της,η Εκκλησία δεν μπορεί να διαχειριστεί μεγάλα κοινωνικά ζητήματα.Παράδειγμα η παιδοφιλία στην Καθολική Εκκλησία και ο Πάπας. Από την άλλη, υπάρχει μια άνοδος του ισλαμισμού.Γιατί;

«Η Καθολική Εκκλησία βρίσκεται σε παρακμή. Τα σκάνδαλα την έχουν αποδιοργανώσει και την έχουν οδηγήσει σε τεράστια κρίση. Εχει χάσει το κύρος της. Από τις μονοθεϊστικές θρησκείες, έχουμε την εξάπλωση του Ισλάμ από τα τέλη του 19ου αιώνα. Ο Αβδούλ Χαμίτ έλεγε ότι “θα πρέπει οι Δυτικοί να ξέρουν ότι έχω μια λέξη στο στόμα που ο μεγαλοδύναμος Αλλάχ δεν με αφήνει να την πω. Αν την πω, θα καταρρεύσουν οι αυτοκρατορίες και οι αποικίες”. Ηταν η λέξη “τζιχάντ”. Το Ισλάμ δίνει μια μεγάλη ικανοποίηση στον απλό άνθρωπο καθώς υπόσχεται απευθείας επικοινωνία με τον Θεό, χωρίς τη μεσολάβηση των ιερέων, αφού στο Ισλάμ δεν υπάρχει κλήρος. Το Ισλάμ επίσης στις υποβαθμισμένες περιοχές έφερνε μαζί του και τον αλφαβητισμό».

– Η κρίση έχει να «πει» κάτι στην Εκκλησία;

«Το καταναλωτικό επίπεδο ζωής στην Ελλάδα, η ευμάρεια των δανεικών επηρέασε και την Εκκλησία. Οι φωταψίες, τα άμφια, ο προκλητικός τρόπος ζωής από ορισμένους ιερωμένους, η κατασκευή μεγαλοπρεπών ναών, οι λιτανείες χάριν επίδειξης ήταν εκτός πνεύματος Εκκλησίας. Σήμερα ο νυν Αρχιεπίσκοπος με τις ενέργειές του δείχνει μετριοπάθεια και ενδιαφέρον για τα κοινωνικά προβλήματα».

– Ποια είναι η σχέση των κομμάτων με την Εκκλησία;

«Η σχέση της Εκκλησίας με το Κράτος ήταν πάντα προβληματική. Κατά διαστήματα η Εκκλησία πήγε με το μέρος της αντίδρασης (στον διχασμό, μεταπολεμικά, συνεργασία με τα Ανάκτορα κτλ.). Επίσης η επί πολλά χρόνια διατήρηση του ασθενούς Σεραφείμ στην κορυφή της Ιεραρχίας, όπου έχασε τον έλεγχο, και ύστερα το “άστρο” του μακαριστού Χριστόδουλου, στάθηκαν μοιραία για την Εκκλησία».

– Ο Σάμουελ Χάντινγκτον είχε δίκιο τελικά για τη διαμάχη του μουσουλμανικού με τον χριστιανικό κόσμο;

«Τις απόψεις που θέλουν να δώσουν οριστικές λύσεις σε πολύπλοκα προβλήματα καλό είναι να τις αντιμετωπίζει κανείς επιφυλακτικά. Είναι ένα έξυπνο βιβλίο, τα έχουν πει και άλλοι πριν από αυτόν. Ισως έγινε γνωστό λόγω και της υποστήριξης από πολιτικούς κύκλους. Ας σκεφτούμε αυτό που είχε πει ο Τσου Εν Λάι για τη Γαλλική Επανάσταση: “Είναι πολύ νωρίς για να το κρίνουμε”- εννοώντας ότι δεν ξέρουμε αν η αστική τάξη θα διατηρηθεί ως άρχουσα τάξη. Γιατί μπορεί να έχουμε και μια οπισθοδρόμηση. Μήπως μελλοντική κυρίαρχη τάξη δεν μπορεί να είναι μια ολιγομελής “φεουδαρχία του χρήματος;”» – Η κρίση σάς φοβίζει; «Σε εποχή κρίσεων πολλοί πιστεύουν ότι ο κόσμος θα στραφεί προς τα αριστερά. Η Ιστορία μάς λέει ότι σε αυτές τις περιπτώσεις το πιθανότερο είναι να στραφούν προς τα δεξιά. Γιατί ο λαϊκίστικος δεξιός λόγος είναι πιο απλοποιητικός, αισιόδοξος, παραπλανητικός».

«Ο ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ – ΚΡΑΤΟΥΣ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΣΥΝΤΟΜΑ»

Ποιον ρόλο μπορεί να παίξει η Ορθόδοξη Εκκλησία σήμερα,σε καθεστώς κρίσης; Θα μπορούσε να γίνει ο μαρξισμός της εποχής μας; «Είναι μεγάλο ζήτημα που απασχολεί όλους όσοι σχετίζονται με την Εκκλησία» απαντά ο κ.Κοπιδάκης. «Η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει διανοούμενους και ιεράρχες πολύ καλούς.Αυτό που λείπει είναι ο παραδοσιακός παπάς,ο άνθρωπος της ενορίας που είναι κοντά στον άπορο, στον φτωχό,στον έχοντα ανάγκη.

Αυτό συνέβη επί μακαριστού Χριστόδουλου,με τη γρήγορη ανάδειξη μορφωμένων μεν ιεραρχών,αλλά πολύ νέων,που δεν είχαν την πείρα της σχέσης με τον απλό κόσμο.Είναι πολύ βασικό για την Εκκλησία να διατηρήσει τη σύνδεση με την αγροτική ζωή και τον κύκλο του χρόνου, τις γιορτές και τα έθιμα».

Τι πιστεύει ο ίδιος για το ζήτημα του διαχωρισμού της Εκκλησίας από το Κράτος; «Θεωρώ ότι ουσιαστικά η πολιτική που ακολουθήθηκε τα τελευταία χρόνια,όπου η Εκκλησία θέλησε να επηρεάσει όλους τους θεσμούς με ορισμένους ιεράρχες να πολιτεύονται,βάθυνε το πρόβλημα που υπάρχει σήμερα.Ο διαχωρισμός Εκκλησίας και Κράτους θα γίνει πιθανόν πολύ σύντομα,μιας και η Ευρώπη δεν αναγνωρίζει τις ομολογιακές Εκκλησίες και μπορεί να επιβάλει διαχωρισμό».

ΠΟΤΕ & ΠΟΥ

Αύριο στις 23.05 στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και στο πλαίσιο του προγράμματος Μegaron Ρlus θα μιλήσουν ο Μιχάλης Ζ.Κοπιδάκης με θέμα «Ο ελληνιστής Ενγκελς και ο βιβλικός Μαρξ» και ο καθηγητής Πληροφορικής στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο Γιάννης Βενέρης με θέμα «Μαρξ: επιστημονικός σοσιαλισμός ή θρησκευτική επαγγελία;»

Πηγή: http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=402033&h1=true





Τι είναι ελευθερία ή γιατί οι Έλληνες δεν έχουν ακόμα επαναστατήσει

12 05 2011

Παύλος Κλιματσάκης

Αφορμώμενος από το άρθρο του κ. Πλεξίδα  σχετικά με τα όσα αναφέρει ο Γρηγόριος Νύσσης για το αυτεξούσιο, θα ήθελα να παρουσιάσω κάποιες σκέψεις σχετικά με την έννοια της ανθρώπινης ελευθερίας. Στη συνέχεια θα στραφώ σύντομα στο πρακτικό και επίκαιρο ερώτημα γιατί οι Έλληνες δεν αντιδρούν με κάποιο τρόπο στην διαμορφούμενη πολιτική και κοινωνική κατάσταση. Εκ πρώτης όψεως ίσως φαίνεται ότι τα δύο θέματα απέχουν παρασάγγας, αλλά, όπως νομίζω, θα διαφανεί ότι οι σύγχρονοι Έλληνες στερούμεθα ελεύθερης συνειδήσεως. Επομένως, στο μεγαλύτερο μέρος θα ασχοληθώ με ένα καθαρά θεωρητικό ερώτημα, εκκινώντας από βασικές φιλοσοφικές αρχές. Σε αντιδιαστολή πάντως με τα όσα παρουσιάζει ο κ. Πλεξίδας, τον οποίο θα ήθελα, δραττόμενος της ευκαιρείας, να ευχαριστήσω, θα επιχειρήσω να δείξω τι σημαίνει αυτεξούσιο, και γιατί αυτό συνιστά την αληθή ανθρώπινη φύση. Ενώ, δηλαδή, ο Νύσσης αναφέρεται στο ζήτημα υπό θεολογικές προϋποθέσεις, εγώ θα επικεντρωθώ στους λογικούς όρους της ελευθερίας.

Οντολογικές προϋποθέσεις της ελευθερίας

Ο Πλεξίδας αναφέρει ότι κατά τον Γρηγόριο Νύσσης η ελευθερία είναι συνθήκη της ανθρώπινης ύπαρξης, καθώς ο άνθρωπος δημιουργείται από το Θεό ελεύθερος, όντας εικόνα του Θεού. Το αυτεξούσιο είναι μάλιστα ισόθεο. Ο άνθρωπος ως εικόνα του Θεού, ως «ορατή εικόνα του αοράτου», πρέπει να είναι ελεύθερος· αλλιώς δεν είναι εικόνα της θεϊκής φύσεως.
Σε προηγούμενα κείμενα μου για το Αντίφωνο και σε σχετικό βιβλίο μου έκανα λόγο για την υπερουσιότητα του Θεού, ως ακτίστου, και τον υπερούσιο χαρακτήρα του ανθρώπου, αν και κτιστού όντος. Αφορμήθηκα από το ότι η έννοια της αρχής του Σύμπαντος έχει το νόημα ότι η φύση αναδεικνύεται σε τεθειμένο ή κτιστό ον. Αυτή η διαπίστωση συνεπάγεται ότι της φύσεως, ως τιθέμενου όντος, προηγείται οντολογικά ο Θεός ή επί το φιλοσοφικότερον, προηγείται το ον που θέτει εαυτό. Ο Θεός μπορεί και πρέπει ως εκ τούτου να νοηθεί ως υπερούσιος σε αντιδιαστολή προς τα κτιστά όντα, τα οποία μπορούν να κληθούν ενούσια. (Για τις σχετικές αναπτύξεις και τις συζητήσεις με τους αναγνώστες, που ακολούθησαν, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να στραφεί σε εκείνα τα κείμενα. Εν προκειμένω θα θεωρήσω ως δεδομένη μια κάποια κατανόηση των όσων ελέχθησαν εκεί, ώστε να προχωρήσουμε το συλλογισμό και τη συζήτηση.)

Το άκτιστο ον εκλήθη «υπερούσιο», επειδή, ως ον που θέτει τον εαυτό του, ή καλύτερα ως αυτοθέτειν, είναι πέραν πάσης ουσίας (η ουσία νοείται αριστοτελικά). Ουσία είναι εκείνο το γνώρισμα ενός όντος, δια του οποίου αυτό είναι ό,τι είναι. Άλλα γνωρίσματα ενός όντος καλούνται συμβεβηκότα, και δεν επηρεάζουν την ουσία του. (Για μια ολοκληρωμένη και απλή εκφορά του αριστοτελικού τρόπου σκέψεως ο αναγνώστης μπορεί να στραφεί στα Διαλεκτικά του Δαμασκηνού.) Η ουσία δίδεται δια του ορισμού, και επομένως το ενούσιο ον είναι ό,τι είναι, διότι εκφέρεται μέσω του πλησιέστερου γένους και της ειδοποιού διαφοράς. Η ουσία ενός όντος εμπλέκεται, επομένως, με τις άλλες ουσίες, με τα άλλα γένη, και προσδιορίζεται από αυτές, όπως επίσης και τις προσδιορίζει. Το ον του οριζομένου όντος ή η ουσία του είναι υποκείμενο στο αλληλοκαθορισμό μέσω των άλλων ουσιών, δεν είναι επομένως αυτοκαθοριζόμενο. Το ενούσιο ον, το κτιστό, είναι ό,τι είναι ή έχει κάποια ουσία (ή φύση, αν προτιμάτε αυτόν τον όρο), μέσω της διαπλοκής του με τις άλλες ουσίες. Το υπερούσιο ον όμως είναι απολύτως αυτοκαθοριζόμενο, διότι θέτει τον εαυτό του, και έτσι μόνο είναι άκτιστο. Επομένως, είναι επολύτως ελεύθερο, διότι ελευθερία είναι ο αυτοκαθορισμός.

Θα μπορούσε να ρωτήσει κανείς γιατί ταυτίζω την ελευθερία με τον αυτοκαθορισμό, με άλλα λόγια γιατί να είναι άραγε αυτό η ελευθερία και όχι κάτι άλλο. Ο λόγος είναι απλός: έτσι ορίζω την ελευθερία. Αν κάποιος νομίζει ότι η ελευθερία είναι κάτι άλλο, ας μας το πει. Με άλλα λόγια, ας δώσει κάποιον ορισμό της ελευθερίας. Εάν επιχειρηθεί κάποιος ορισμός, στο πλαίσιο του οποίου η ελευθερία δεν θα ορίζεται ως καθορισμός του εαυτού, τότε προφανώς θα είναι καθορισμός εξ ετέρου όντος, και δεν νομίζω ότι είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς ότι αυτό είναι ακριβώς το αντίθετο της ελευθερίας. Επομένως, ελευθερία και υπερουσιότητα ταυτίζονται. Ελεύθερο είναι το υπερούσιο ή το ον που θέτει τον εαυτό του.

Παρατήρηση: Η υπερουσιότητα είναι επίσης το ακατάληπτο στη θεότητα, δηλαδή το ότι η θεϊκή φύση δηλώνεται με ορισμούς που δεν την περιορίζουν ή με χαρακτηρισμούς που δεν την χαρακτηρίζουν – αποφατικότητα (άρρητα ρήματα). Επίσης, όμως δηλώνεται και θετικά με γνωρίσματα, όπως αγάπη και κοινωνία, αλλά, όπως βλέπουμε τώρα, και ως ελευθερία. Ας μην πει κάποιος ότι τα θετικά αυτά χαρακτηριστικά είναι ανθρωπομορφικά, δηλαδή ότι τα εφαρμόζουμε στη θεότητα υπό την προϋπόθεση ότι τα γνωρίζουμε στον εαυτό μας. Κάθε άλλο! Δεν γνωρίζουμε τι είναι αγάπη, παρά μόνο εφόσον τη βιώσουμε στην εν θεώ κοινωνία. Και δεν γνωρίζουμε τι είναι ελευθερία παρά μόνον όταν ελευθερωθούμε δια της θεϊκής χάριτος. Βεβαίως, όπως τονίσαμε συχνά στα προηγούμενα άρθρα μας, στον Θεό αναφερόμαστε με εκφράσεις οι οποίες εμφανίζονται στον κοινό νου, στην συνήθη αντίληψη, ως παραδοξότητες, όπως όταν για παράδειγμα λέμε ότι ο Θεός προηγείται και έπεται εαυτού ή ότι συνιστά απόλυτη ενότητα στη διαφορά. Σχετικά με το νόημα τέτοιων εκφράσεων ο αναγνώστης μπορεί να αναζητήσει το άρθρο μου «Τι είναι διαλεκτική».

Ελευθερία του υπερουσίου και ελευθερία του ενουσίου όντος

Ελεύθερο είναι, λοιπόν, το υπερούσιο ή άκτιστο ον. Υπό ποία λοιπόν έννοια μπορεί να γίνει λόγος περί ελευθερίας σε σχέση με τον άνθρωπο· αυτό είναι άλλωστε και το ζήτημα που μας ενδιαφέρει και μπορεί να έχει πρακτικές συνέπειες. Όπως ελέχθη και στο κείμενο του Πλεξίδα, η ελευθερία του Θεού είναι οντολογική, ενώ του ανθρώπου ηθική. Βέβαια ο Νύσσης παρουσιάζει αυτήν την διάκριση εν είδει βεβαιότητος, η οποία απορρέει από τις εμπειρίες των Αγίων, αλλά εμείς πρέπει να της αποδώσουμε λογικό περιεχόμενο. Λαμβάνοντας πάλι ως αφετηρία το υπερούσιο ον, παρατηρούμε ότι η ελευθερία ως αυτοκαθορισμός δεν αναφέρεται σε κάποιο ιδιαίτερο σκοπό σε σχέση με τον οποίο ο Θεός είναι ελεύθερος να πράξει, όπως βούλεται. Το υπερούσιο ον θέτει τον εαυτό του στο Είναι, με άλλα λόγια θέτει το Είναι. Εδώ αναστρέφονται οι όροι υπό τους οποίους νοεί ο κοινός νους. Θέτω τον εαυτό μου δεν σημαίνει θέτω τον εαυτό μου στο Είναι, ωσάν το Είναι να ήταν κάτι εξωτερικό ως προς εμένα, και εγώ θέτω τον εαυτό μου σε αυτό, αλλά αντίθετα σημαίνει το θέτειν του Είναι ως τέτοιου. Πώς είναι δυνατόν κάτι τέτοιο; θα αναρωτηθεί ο αναγνώστης. Δεν προϋποτίθεται άραγε το Είναι, προκειμένου να είναι δυνατή οποιαδήποτε ελεύθερη πράξη. Όχι! Το υπερούσιο ον είναι το Είναι, διότι ο Θεός προηγείται (και έπεται) του εαυτού του. Ο Θεός είναι ο κύριος του Είναι, έχει απόλυτη εξουσία στο Είναι, είναι δηλαδή ελεύθερος. Ελευθερία είναι το αυτεξούσιο, και επομένως αυτεξούσιο είναι το αυτοκαθοριζόμενο.

Ωστόσο, και για να επανέλθουμε στο περί ου ο λόγος ερώτημα, τώρα μοιάζουμε να έχουμε απομακρυνθεί ακόμα περισσότερο από το να μπορούμε να νοήσουμε την ελευθερία σε σχέση με τον άνθρωπο, αφού αυτός ως ενούσιο ον στερείται της κυριότητας επί του Είναι. Στο υπό σχολιασμό κείμενο η ελευθερία αποδίδεται στον άνθρωπο ως εκ του ότι αποτελεί «εικόνα του Θεού». Ποιο λογικό περιεχόμενο, ποιο νόημα, συνδέεται με το ότι ο άνθρωπος αποτελεί εικόνα του Θεού; Προκαταβολικά μπορούμε να πούμε ότι ο άνθρωπος θα πρέπει να μπορεί να κληθεί υπερούσιος, ώστε να έχει τη δυνατότητα της ελευθερίας. Τι σημαίνει λοιπόν, οντολογικά ότι ο άνθρωπος είναι εικόνα του Θεού; Για να το καταλάβουμε αυτό πρέπει να νοήσουμε την έννοια της δημιουργίας ως αυτοεξωτερίκευσης του Θεού. Για να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις, παραπέμπω ξανά στα προηγούμενα άρθρα, στα οποία το θέμα έχει συζητηθεί, και εξηγούμαι περαιτέρω: Ότι η δημιουργία συνιστά την αυτοεξωτερίκευση του Θεού δεν λέγεται εν προκειμένω πανθεϊστικά ή νεοπλατωνικά, ως απορροή δηλ. εκ του Ενός. Η διάκριση κτιστού και ακτίστου έχει το νόημα ότι ο Θεός ως υπερούσιος είναι απολύτως έτερος σε σχέση με το ον που δημιουργεί. Ωστόσο -και εν προκειμένω χρειάζεται προσοχή- διότι από αυτό το ζήτημα, κατά την άποψή μου, κρίνεται το περιεχόμενο της ορθοδοξίας, η απόλυτη διαφορά του υπερουσίου προς το ενούσιο ον υπερσκελίζεται πάλι από τον Θεό δια των ακτίστων ενεργειών του. Αν ο Θεός επρόκειτο να νοηθεί ως απολύτως έτερος σε σχέση με το ον που δημιουργεί, και σταματάγαμε εκεί, τότε θα ήμασταν κατ’ ουσίαν Μουσουλμάνοι. Το ότι ο Θεός δημιουργεί αυτοεξωτερικευόμενος σημαίνει (έχει το λογικό νόημα) ότι καθίσταται έτερος εαυτού, και επομένως είναι σε εκείνο στο οποίο δεν είναι. (Αν τέτοιες εκφράσεις σας προκαλούν δυσφορία, θα πρέπει να παραπέμψω πάλι στην ανάγκη να κατανοήσουμε τη διαλεκτική.)

Το ενούσιο ον ως αυτοεξωτερικευόμενος Θεός μετέχει λοιπόν, αν και απολύτως έτερο του Θεού, στη θεϊκή ουσία (κατά κυριολεξία ο Θεός δεν έχει ουσία, είναι υπερούσιος), διότι ο Θεός αυτοεξωτερικεύεται όχι σε ένα ον το οποίο βρίσκει ως ήδη ως υπαρχον απέναντί του, αλλά σε αυτό που ο ίδιος παράγει και προάγει στο Είναι. Αυτοεξωτερικευόμενος λοιπόν ο Θεός έρχεται στα οικεία, και μόνο έτσι μπορεί να είναι το ον που δεν μπορεί να είναι, δηλαδή το κτιστό. (Έχουμε εξηγήσει ότι από άλλη άποψη η δημιουργία αποτελεί θυσιαστική πράξη.) Τα δημιουργημένα όντα αντιστοιχούν σε διάφορες βαθμίδες μιας ιεραρχίας η οποία βαίνει υψούμενη προς κτιστά όντα τα οποία όντως αντανακλούν την θεϊκή ουσία. Κανένα δημιουργημένο ον δεν είναι βεβαίως κατά κυριολεξία υπερούσιο, αφού αυτό είναι μόνον ο Θεός, αλλά ελλειματικώ τω τρόπω. Η εξήγηση αυτής της ιεραρχίας συνιστά το ερμηνευτικό σύστημα των κτιστών όντων, την φιλοσοφία του ενουσίου.

Οι δύο οντολογικές δυνατότητες

Ο άνθρωπος αντανακλά τη θεϊκή ουσία, επειδή είναι αφενός νους και αφετέρου φύση (ή ύλη, αν προτιμάτε). Ο άνθρωπος δεν είναι ούτε απλώς υλικό, φυσικό ον ούτε απλώς πνευματικό ον, αλλά ακόμα ούτε απλώς σύνθεση των δύο φύσεων. Ο άνθρωπος ως νους δεν είναι καθαρό πνεύμα (όπως οι νοερές ουσίες) αλλά πνεύμα το οποίο συνιστά ενότητα με την ύλη, με άλλα λόγια η πνευματική του πλευρά είναι επίσης και ύλη (περαιτέρω εξηγήσεις θα δοθούν σε άλλο κείμενο, διότι χρειάζεται πολύς χώρος). Στην λεγόμενη «προπτωτική κατάσταση» και η υλική πλευρά του ανθρώπου ήταν επίσης πνευματική, καθώς η παρουσία του Θεού επενεργούσε την υπέρβαση των χωρικών προσδιορισμών, και ο άνθρωπος μπορούσε να μην πεθαίνει. Τώρα όμως δεν βρισκόμαστε σε εκείνη την κατάσταση, και επομένως τίθεται το ερώτημα υπό ποία έννοια ο άνθρωπος είναι ελεύθερος ή κύριος του όντος αφού υπόκειται στη φθορά και στο θάνατο. Ο αναγνώστης ίσως νομίζει ότι δεν κάνουμε κάποια πρόοδο στο συλλογισμό μας· ωστόσο, έχουμε πλέον φτάσει σε κείνο το σημείο που θα μας αποκαλυφθεί ποια είναι η έννοια της ελευθερίας που ιδιάζει στον άνθρωπο, έστω και υπό το πρίσμα της φθοράς και του θανάτου.

Αν και οι δύο «φύσεις» του ανθρώπου είναι αποχωρισμένες, και η υλική του πλευρά είναι φανερά εκτός της εξουσίας του, ωστόσο ο άνθρωπος ως νους (με την αριστοτελική σημασία του καθαρού και ποιητικού νου), είναι σε θέση να καθορίζει τον εαυτό του υπό το πρίσμα της επιλογής του τρόπου του Είναι (θυμηθείτε τα λόγια του Νύσσης). Ο άνθωπος δεν μπορεί να θέσει το Είναι του ή, πράγμα που είναι το ίδιο, δεν μπορεί να θέσει το Είναι, αλλά μπορεί να θέσει τον εαυτό του, να αυτοκαθοριστεί, ως βούληση. Ο άνθρωπος μπορεί να επιλέξει πώς θέλει να είναι το ον. Μπορεί δε να επιλέξει διότι υπάρχουν δύο οντολογικές δυνατότητες. Η πρώτη δηλώνει ότι επιλέγει το ον όπως το θέτει ο Θεός, και η δεύτερη δηλώνει ότι επιλέγει να θέσει το ον σε αντίθεση προς το θέλημα του Θεού. Επειδή ο Θεός, ως υπερούσιος, είναι κοινωνία και αγάπη, το να θέλεις τον τρόπο του Θεού, σημαίνει να θέλεις να υπάρχεις αγαπητικά, επιζητώντας δηλαδή την κοινωνία (την ενότητα στη διαφορά, όχι μια αφηρημένη ενότητα). Επειδή, όμως ο άνθρωπος ως κτιστός είναι εκτός Θεού, μπορεί να επιλέξει να είναι χωριστός από τον Θεό ή να επιλέξει να είναι εκτός κοινωνίας. Η κοινωνία δεν μπορεί να επιβληθεί από τον Θεό σε κανέναν, διότι η κοινωνία, όπως και εντός Θεού, στη σχέση των τριών προσώπων είναι θυσιαστική και αλληλοπεριχωρητική πράξη. Επομένως, εν κοινωνία μπορείς να είσαι μόνο εφόσον το επιλέξεις, και όταν το επιλέξεις, εφόσον θυσιαστείς. Η κοινωνία είναι επομένως αποτέλεσμα πράξεως, δεν είναι άμεση, ο άνθρωπος πρέπει να την δημιουργήσει, με άλλα λόγια, πρέπει να τη θέσει ως στόχο.

Βλέπουμε ότι η ελευθερία υπάρχει στον άνθρωπο από την άποψη ότι αυτός είναι νους και κατ’ επέκταση βούληση (η βούληση είναι ο νους ως πρακτικός). Ο άνθρωπος βούλεται, επειδή είναι νους. Το ότι όμως βούλεται, δεν μπορεί να έχει το περιεχόμενο να θέσει τον εαυτό του στο Είναι, αλλά να θέσει το Είναι με έναν από τους δύο δυνατούς τρόπους (κοινωνητικά ή εγωϊστικά). Η κοινωνία συνδέεται με τη θυσία και είναι δύσκολη, ενώ ο εγωϊσμός, η ακοινωνησία είναι ιδιωφελής χρήση του ετέρου όντος. Υπάρχουν αυτές οι δύο δυνατότητες σχετισμού προς το έτερο ον, και ο άνθρωπος είναι σε θέση να επιλέξει, διότι ως νους είναι βούληση (εν αντιθέσει, οι επιθυμίες είναι άμεσες, προσδιορίζονται από τη φύση, π.χ. πείνα, δίψα κλπ.)
Ανήκει, επομένως, στη φύση του δημιουργημένου όντος να υπάρχουν οι αναφερθείσες οντολογικές δυνατότητες, και ως εκ τούτου ο άνθρωπος μπορεί να επιλέξει, και από αυτήν την άποψη μπορεί να αυτοκαθορισθεί. Υπό αυτήν την έννοια ο άνθρωπος είναι υπερούσιος, διότι θέτει έστω και μόνο τον τρόπο του Είναι του. Το ερώτημα τώρα του «ριζικού κακού», μια έκφραση του Καντ, χρειάζεται ειδικότερη ανάλυση. Το ερώτημα πώς έρχεται το κακό στον κόσμο, μπορεί να απαντηθεί μόνο εφόσον καθορισθούν οι οντολογικές του προϋποθέσεις, οι οποίες δεν έχουν νοηθεί στην ιστορία της φιλοσοφίας. Θα επανέλθουμε σε αυτό το θέμα στο προσεχές μέλλον.

Πώς σχετίζονται όλα αυτά με την παρούσα κατάσταση στην Ελλάδα;

Ο αναγνώστης μπορεί να αναρωτιέται εντωμεταξύ, γιατί κάνω ένα τόσο μεγάλο άλμα από ένα ακραιφνώς θεωρητικό θέμα σε ένα εντελώς συγκεκριμένο και επίκαιρο πρόβλημα. Απλούστατα, διότι πιστεύω ότι τόσο το πρόβλημα μας όσο και η λύση του συνάπτονται με το ερώτημα περί ελευθερίας. Χωρίς να προβούμε σε πολυποίκιλλες αναλύσεις και απόψεις σχετικά με τις αιτίες της παρούσας κατάστασης, οι οποίες εν πολλοίς έχουν διατυπωθεί με διάφορους τρόπους και σε διάφορα μέσα (μερικές από τις σημαντικότερες μάλιστα εδώ στο Αντίφωνο), θα ισχυρισθώ απλώς ότι η κρίση που αντιμετωπίζουμε είναι αποτέλεσμα του εγωισμού μας. Μα εκεί εξαντλείται το πρόβλημα; θα αναρωτηθεί κανείς. Όχι βέβαια, η ελληνική κρίση είναι κρίση πολλών επιπέδων (σε καμία περίπτωση απλώς οικονομική, αυτό πλέον το ομολογούν όλοι), αλλά οι άνθρωποι είμαστε ελεύθεροι, όπως αναφέρθηκε, και μπορούμε να πράττουμε είτε κοινωνητικά είτε εγωιστικά. Δεν ισχυρίζομαι βεβαίως ότι μόνον οι Έλληνες είναι εγωιστές· ωστόσο τις τελευταίες δεκαετίες η συμπεριφορά του μέσου Έλληνα (και εν προκειμένω το ζητούμενο είναι ο μέσος όρος, οι γενικές τάσεις) ήταν άκρως εγωιστική υπό την έννοια ότι κυριάρχησε η νοοτροπία του ιδίου οφέλους. Νομίζω ότι όλοι θα συμφωνούσαμε σε αυτό. Βέβαια σε τέτοια θέματα κυριαρχούν οι  υποκειμενικές εκτιμήσεις, αλλά δεν νομίζω ότι η παραπάνω κρίση είναι υπερβολική.

Εν πάση περιπτώσει έχουμε να κάνουμε με τάσεις, με καθεστυκείες νοοτροπίες. Το ουσιώδες εν προκειμένω δεν είναι να συνεχίσουμε να αναρωτιόμαστε περί των αιτίων, διότι όσα αίτια και αν αναφέρουμε, δεν εκλείπει η ευθύνη, εφόσον ο άνθρωπος είναι ελεύθερος. Αντιθέτως, όταν αναζητούμε αίτια για να εξηγήσουμε μια συμπεριφορά, κατ’ ουσίαν προσπαθούμε να την δικαιολογήσουμε. Ωστόσο, το ζήτημα είναι να μην αναζητούμε αίτια που υποκίνησαν μια συμπεριφορά, διότι ο άνθρωπος αυτοκαθορίζεται όσον αφορά στον τρόπο της ύπαρξής του. Επειδή μάλιστα, ως συνήθως, είναι δύσκολο να καταλογίσουμε ευθύνη στον εαυτό μας, ας αναλογιστούμε τις αμαρτίες των άλλων, όπως των πολιτικών ανδρών και όσων κυβέρνησαν τη χώρα· αμέσως θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι ώφειλαν να πράξουν αλλιώς, και ότι όποιες και αν ήταν οι συνθήκες, δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι εξαναγκάστηκαν να υπερχρεώσουν την πατρίδα μας.

Ας κρατήσουμε λοιπόν καταρχήν το συμπέρασμα ότι η κρίση είναι αποτέλεσμα της ελευθερίας μας, η οποία εκδηλώθηκε ως εγωϊσμός. (Είναι πάντως εξίσου σαφές ότι η ευθύνη βαρύνει άλλους περισσότερο, άλλους λιγότερο και άλλους καθόλου.) Μπορεί η έννοια της ελευθερίας να μας βοηθήσει να ξεπεράσουμε την κρίση; Προσωπικά πιστεύω ότι δεν υπάρχει καμία υπέρβαση της κρίσεως παρά μόνο υπό την έννοια του να καταλάβουμε ότι είμαστε ελεύθεροι. Τι σημαίνει αυτό στο επίπεδο της πολιτικής και κοινωνικής ζωής; Η ελευθερία είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της πολιτείας. Χωρίς πολλές αναλύσεις θα πω το εξής: Πρέπει να αντιμετωπίσουμε το κρίσιμο ερώτημα που αφορά το περιεχόμενο της πολιτείας και της οργανωμένης κοινωνικής ζωής. Η πολιτεία κατά Πλάτωνα πρέπει να υπηρετεί την αρετή, κατά τον Αριστοτέλη την ευδαιμονία, κατά τον Ρουσσώ βασίζεται στη γενική βούληση (κοινωνικό συμβόλαιο), για να αναφέρω μερικές από τις σηματικότερες αντιλήψεις περί πολιτείας. Όλες αυτές, και πολύ περισσότερο αυτή που θα προσθέσω, προϋποθέτουν ότι ο άνθρωπος συγκροτεί την πολιτεία από ελευθερία και χάριν της ελευθερίας. Δεν υπάρχει πολιτεία χωρίς ελευθερία, αλλά όταν αυτή ενεργοποιείται ως εγωϊσμός καταργεί την πολιτική κοινωνία. Όταν αντίθετα διαμορφώνεται ένα κοινό νόημα οι πολιτείες ανθίζουν.

Το πώς θα διαμορφωθεί το νέο ελληνικό νόημα, το οποίο θα δραστηριοποιήσει την ελευθερία μας ως κοινωνητική σχέση, είναι ένα ζήτημα που χρειάζεται βέβαια μεγάλη ανάλυση. Πάντως, άμεσα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι πρέπει να δραστηριοποιήσουμε την ελευθερία μας ως κοινωνία. Πρέπει να υπάρξουμε αγαπητικά. Τα υπόλοιπα είναι τεχνικά ζητήματα, στα οποία πάντοτε μπορεί να βρεθεί λύση. Κι αν ακόμα δεν μπορούν να λυθούν τεχνικά, και πάλι δεν μπορούμε να εμμένουμε στον εγωιστικό τρόπο της ύπαρξης. Ο απόλυτος στόχος της πολιτείας είναι να συνδράμει στη σωτηρία του ανθρώπου, να δημιουργεί δηλαδή συνθήκες που εξυπηρετούν τον αγώνα της σωτηρίας του και των συνανθρώπων του. Αυτή είναι η στοχοθεσία η οποία συμφωνεί με τους οντολογικούς όρους της ανθρώπινης ύπαρξης. Η αναζήτηση λύσης απλώς στο οικονομικό πρόβλημα δεν είναι τίποτε άλλο παρά εμμονή στον εγωιστικό τρόπο της ύπαρξης. Και αυτός είναι και ο λόγος για τον οποιο οι Έλληνες δεν έχουν ακόμα επαναστατήσει. Επιτέλους (!) εκληρώνω την υπόσχεσή μου να απαντήσω σε αυτό το ερώτημα. Οι Έλληνες δεν επαναστατούν (ακόμα…) διότι επιμένουν στον εγωιστικό τρόπο της ύπαρξης, περιμένουν μια λύση εξωτερική, κάποιος άλλος να φροντίσει γι’ αυτούς, και να επιστρέψουν στην προηγούμενη ακοινωνησία. Ωστόσο, η κοσμοιστορία είναι κοσμοδικαστήριο. Αυτή τη στιγμή δικαζόμεθα (κρινόμεθα – κρίση). Αν μεταμεληθούμε και επιλέξουμε να κοινωνήσουμε, όχι μόνο θα ξεφύγουμε από τους εξωτερικούς καταναγκασμούς, αλλά ακόμα, και το σπουδαιότερο, θα μάθουμε να είμασθε κατά Θεόν ελεύθεροι.

Γι’ αυτό λοιπόν,  ευτυχώς επτωχεύσαμε. Δόξα τω Θεώ!

 Πηγή: antifono.gr








Αρέσει σε %d bloggers: