Το σχολείο ισοπεδώνει τα παιδιά;

25 09 2011

«Από τα σχολικά χρόνια έχω συγκρατήσει μόνο τα κενά στη μόρφωσή μου» είχε πει ο γνωστός ζωγράφος Οσκαρ Κοκόσκα (1886-1980). Και το θυμήθηκε η μεγάλη γερμανική εφημερίδα «Die Zeit» σε εκτεταμένο αφιέρωμα στις 11 Αυγούστου με το ξεκίνημα της νέας σχολικής χρονιάς. Θέμα και προβληματισμός του αφιερώματος ήταν «αυτό που δεν πρέπει να μάθω». Υπάρχει δηλαδή μια έντονη αμφισβήτηση, από λίγους εκπαιδευτικούς ακόμη, για το αν είναι άμεση ανάγκη τα παιδιά από το Δημοτικό ως το Λύκειο να αρχίσουν να μαθαίνουν λιγότερα. Την ίδια στιγμή οι κινήσεις όσων καθορίζουν την ύλη και τα εκπαιδευτικά προγράμματα εδώ και σε άλλες χώρες της Ευρώπης φαίνεται να ακολουθούν αντίρροπη κατεύθυνση. Αυτή τη χρονιά, για παράδειγμα, δύσκολα κεφάλαια των Μαθηματικών θα διδαχθούν και στην Ελλάδα μια τάξη πιο κάτω, χωρίς να έχει φανεί από κάπου ότι οι μαθητές είναι στην πλειονότητά τους πιο έτοιμοι να αντιμετωπίσουν θετικά κάτι τέτοιο. Μία εβδομάδα αργότερα στην ίδια γερμανική εφημερίδα δημοσιεύθηκε το γράμμα ενός μικρού κοριτσιού, που πηγαίνει στην Τρίτη Γυμνασίου, με τίτλο: «Το κεφάλι μου είναι τίγκα» και στην πρώτη κιόλας πρόταση λέει: «Εχω ένα πρόβλημα, δεν έχω πια ζωή. Με τη λέξη ζωή εννοώ χόμπι, ελεύθερο χρόνο, διασκέδαση…». Στη συνέχεια αναφέρει ότι επιστρέφει στις τέσσερις το απόγευμα στο σπίτι και δεν πηγαίνει για ύπνο πριν από τις έντεκα. Οπως διηγείται στη συνέχεια, τηλεφώνησε στον Σχολικό Σύμβουλο για να του πει τα παράπονά της αλλά εκείνος γρήγορα τη διέκοψε και της εξήγησε ότι «το Γυμνάσιο είναι κατάλληλο μόνο για μαθητές με αυτάρκεια και συγκρότηση»! Χάος δηλαδή χωρίζει τον αρμόδιο για τα προγράμματα από ένα παιδί, το οποίο, όπως γράφει, θεωρεί όνειρο άπιαστο να γυρίσει καθημερινή στις τρεις το μεσημέρι στο σπίτι του και να καθήσει να βλέπει μόνο έξω από το παράθυρό του.

Στις συμπληγάδες πέτρες

Στη Γερμανία οι εργοδότες γκρινιάζουν επειδή μερικοί από τους υπαλλήλους τους δεν ξέρουν καν να συντάξουν σωστά και χωρίς ορθογραφικά λάθη ένα έγγραφο. Και οι καθηγητές στο πανεπιστήμιο είναι στην ίδια κατάσταση διότι θεωρούν ότι οι νέοι φοιτητές έρχονται με ανεπαρκείς γνώσεις στα Μαθηματικά. Ετσι οι άνθρωποι και εδώ και εκεί πιέζονται διπλά. Από ένα αναποτελεσματικό, όπως φαίνεται, εκπαιδευτικό σύστημα και από μια απαιτητική για τη μεγάλη μάζα επαγγελματική σταδιοδρομία μετά. Ο Gerhard Roth, ερευνητής στο Πανεπιστήμιο της Βρέμης για θέματα εγκεφάλου και συγγραφέας ενός βιβλίου σχετικού με το πώς μαθαίνουμε, αναφέρει: «Πέντε χρόνια μετά την αποφοίτηση από το Λύκειο, αν εξετάσεις τις γνώσεις που έχουν οι άνθρωποι, θα καταλάβεις ότι ο βαθμός απόδοσης του εκπαιδευτικού συστήματος είναι κοντά στο μηδέν. Τι σπατάλη ενέργειας και χρημάτων!».

 Εδώ ακριβώς ταιριάζει ένας ορισμός, τον οποίο δίνει όταν τον ρωτούν σχετικά ο καθηγητής της Ιστορίας της Εκπαίδευσης σε Πανεπιστήμιο του Βερολίνου H. E. Tenorth: «Μόρφωση είναι ό,τι απομένει όταν έχουμε ξεχάσει όλα όσα μάθαμε στο σχολείο». Ενας έλληνας εκπαιδευτικός μάλιστα μου διηγήθηκε τα σχετικά με την περίπτωση υποψηφίου στις Πανελλαδικές, που αφού πέρασε σε κάποια σχολή θετικών επιστημών πήγε, τον βρήκε, του ομολόγησε ότι από την άλλη ημέρα κιόλας των εξετάσεων είχε ξεχάσει όλα τα μαθηματικά και τον παρακάλεσε να αρχίσουν μαθήματα για να τα βάλει στη σωστή σειρά.

Σχολείο σαν γραμμή παραγωγής

Ο κ. Δημήτρης Γαβαλάς διδάσκει Μαθηματικά σε πρότυπο σχολείο, αλλά ασχολείται και με την έρευνα γύρω από τη συστημική εκπαίδευση, έχοντας ήδη δύο διδακτορικά στη Θεωρία Κατηγοριών και στη Διδακτική των Μαθηματικών και ένα καινούργιο βιβλίο: «Συστημική σκέψη και εκπαίδευση». Μιλώντας στο «Βήμα» κάνει έναν παραλληλισμό ανάμεσα στο τωρινό σχολείο και στην «ταινία παραγωγής», μια εφεύρεση από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα: «Το σημερινό εκπαιδευτικό σύστημα παραμένει ακόμη σύστημα της βιομηχανικής εποχής, βασισμένο δηλαδή στην εικόνα της γραμμής συναρμολόγησης. Στην πραγματικότητα το σχολείο μπορεί να είναι το πιο χτυπητό παράδειγμα στη σύγχρονη κοινωνία ενός θεσμού βασισμένου στη γραμμή συναρμολόγησης. Οπως κάθε γραμμή συναρμολόγησης, το σύστημα οργανώνεται σε διακριτά στάδια (τάξεις). Υποτίθεται ότι όλοι μετακινούνται από στάδιο σε στάδιο μαζί. Κάθε στάδιο έχει τους τοπικούς επιτηρητές – τους δασκάλους που είναι υπεύθυνοι για αυτό. Τάξεις των 20-40 μαθητών συναντιούνται για συγκεκριμένες περιόδους και υπάρχει και μια προγραμματισμένη ημέρα για τη διαδικασία των εξετάσεων. Ολο το σχολείο είναι σχεδιασμένο να τρέχει με ομοιόμορφη ταχύτητα, συμπληρωμένο με κουδούνια και αυστηρά ωρολόγια προγράμματα. Κάθε δάσκαλος ξέρει τι πρέπει να καλυφθεί ώστε να κρατήσει τη γραμμή σε κίνηση, αν και έχει μικρή επιρροή στην ταχύτητά της, η οποία καθορίζεται από συμβούλια και τυποποιημένα προγράμματα σπουδών».

Η δασκαλο-κεντρική προσέγγιση

Δεν είναι ευχάριστη η αντίληψη αυτή για τον τρόπο λειτουργίας ενός σχολείου, αλλά για πολλά από αυτά που γνωρίζουμε πώς λειτουργούν είναι ρεαλιστική. Ακόμη χειρότερη όμως είναι η συνέχεια αυτών των σκέψεων. «Το αποτέλεσμα είναι ένα μοντέλο για το σχολείο ανεξάρτητο από την καθημερινή ζωή, κυβερνημένο με εξουσιαστικό τρόπο, προσανατολισμένο στην παραγωγή τυποποιημένου προϊόντος, και η εργασιακή ενέργεια απαιτείται από τον συνεχώς αυξανόμενο χώρο εργασίας της βιομηχανικής εποχής στον οποίο πρέπει να διατηρήσει τον έλεγχο. Το βιομηχανικό μοντέλο των σχολείων δεν άλλαξε απλώς το πώς μάθαιναν οι μαθητές, άλλαξε επίσης και το τι διδασκόταν. Σήμερα το εκπαιδευτικό σύστημα της “γραμμής συναρμολόγησης” βρίσκεται υπό πίεση (στρες). Τα προϊόντα του δεν κρίνονται επαρκή από την κοινωνία. Η παραγωγικότητά του αμφισβητείται. Και αυτό ανταποκρίνεται με τον μόνο τρόπο που το σύστημα γνωρίζει πώς να ανταποκριθεί: κάνοντας αυτό που έκανε πάντοτε, αλλά πιο σκληρά. Τα εργασιακά βάρη αυξάνονται. Οι προτυποποιημένες εξετάσεις εντατικοποιούνται. Μεταξύ των νευροφυσιολόγων υπάρχει μια κοινή έκφραση:Ο εγκέφαλος κατεβάζει ταχύτητα τελώντας υπό πίεση”. Οταν φοβόμαστε καταφεύγουμε στις πιο συνηθισμένες μας συμπεριφορές – τα μεγαλύτερα ανθρώπινα συστήματα δεν διαφέρουν. Είτε το ενστερνίζονται είτε όχι, οι εκπαιδευτικοί αντιδρούν στο ασυνήθιστο άγχος και στην πίεση που βιώνουν με το να αυξάνουν την ταχύτητα της γραμμής συναρμολόγησης. Ενώ αυτό μπορεί να παράγει λίγο περισσότερο αποτέλεσμα, όλοι μας – μαθητές, δάσκαλοι και γονείς – πρέπει να ρωτήσουμε αν παράγει περισσότερη μάθηση. Ταυτόχρονα ορίζει λειτουργικά τα “έξυπνα” και τα “χαζά” παιδιά. Αυτοί που δεν μαθαίνουν με την ταχύτητα της γραμμής συναρμολόγησης είτε απορρίπτονται είτε αναγκάζονται να αγωνίζονται συνεχώς για να ακολουθήσουν τον ρυθμό. Χαρακτηρίζονται “αργοί” ή, όπως είναι σήμερα της μόδας, “μαθησιακά προβληματικοί”. Εγκατέστησε την ομοιομορφία του προϊόντος, υποθέτοντας αφελώς ότι όλοι οι μαθητές μαθαίνουν με τον ίδιο τρόπο. Εκανε τους εκπαιδευτές ελεγκτές και ανακριτές, αλλοιώνοντας έτσι την παραδοσιακή σχέση δασκάλου – μαθητή και εγκαθίδρυσε τη δασκαλο-κεντρική και όχι τη μαθητο-κεντρική μάθηση».

Ξεχάστε τα «πράγματα», δείτε τα συστήματα

Τα τελευταία 100 χρόνια μια επανάσταση συμβαίνει στην επιστημονική άποψη για τον κόσμο. Η συστημική σκέψη εμφανίζεται αρχικά λίγο μετά το 1900, αλλά οι θεσμοί μας είναι ακόμη οργανωμένοι με βάση τη μηχανική σκέψη που χρονολογείται από τον 17ο αιώνα. Πιθανώς να απαιτηθούν άλλα 50 ή 100 χρόνια προτού η συστημική επανάσταση ολοκληρωθεί στη ζωή μας, όπως έγινε με τη μηχανιστική σκέψη που προηγήθηκε.

Τι είναι όμως αυτή η επαναστατική άποψη που ξεκίνησε από τα ζώντα συστήματα; Οπως λέει ο κ. Γαβαλάς: «Ξεκινά με τη διαβεβαίωση ότι η θεμελιώδης φύση της πραγματικότητας είναι οι σχέσεις και όχι τα πράγματα. Η νευτώνεια κουλτούρα μάς λέει ότι ο κόσμος αποτελείται από πράγματα. Αλλά η επιστήμη των τελευταίων 100 ετών μάς λέει ότι περισσότερο από το 99% κάθε υπόστασης είναι άδειος χώρος. Ακόμη και το υπόλοιπο 1% δεν είναι απλώς “πολύ μικρά πράγματα”, όπως άτομα και ηλεκτρόνια, αλλά ένα είδος πιθανότητας ότι συγκεκριμένες ιδιότητες λαμβάνουν χώρα στο υποατομικό επίπεδο. Σε πιο ανθρώπινο επίπεδο, αυτό το “πράγμα” που αποκαλούμε σώμα δεν είναι τόσο υλικό όσο μας εμφανίζεται. Αυτή είναι η φύση των ζώντων συστημάτων. Το σώμα είναι περισσότερο ένας ποταμός, με νέα ουσία να ρέει και να οργανώνεται, όπως οι όχθες του ποταμού οργανώνουν το νερό που ρέει. Οι σπόροι δεν παράγουν δέντρα. Οργανώνουν τη διαδικασία που τα δημιουργεί».

Τα ζώντα συστήματα φτιάχνονται από μόνα τους, ενώ οι μηχανές φτιάχνονται από άλλους. Σε αντίθεση με τις μηχανές, τα ζώντα συστήματα συνεχώς μεγαλώνουν και εξελίσσονται, σχηματίζουν νέες σχέσεις και έχουν εσωτερικούς στόχους για να υπάρχουν και να αναδημιουργηθούν. Δεν είναι ούτε προβλέψιμα ούτε ελεγχόμενα, αν και έχουν μοντέλα συμπεριφοράς που τείνουν να επαναληφθούν και η μέλλουσα ανάπτυξή τους μπορεί να επηρεαστεί. Επιπλέον, τα ζώντα συστήματα δημιουργούν μηχανές. Οταν η θεωρία της σχετικότητας έγινε αποδεκτή σταδιακά, ειπώθηκε ότι «ο Αϊνστάιν ξαναφύτεψε το φυτό του Νεύτωνα σε μεγαλύτερη γλάστρα». Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για την εποχή των ζώντων συστημάτων έναντι της μηχανιστικής εποχής.

Πώς μπορεί να εξελιχθεί το σχολείο;

Τι θα συνέβαινε αν το σχολείο οργανωνόταν γύρω από την άποψη για τα ζώντα συστήματα παρά για τις μηχανές; Σύμφωνα με τους θιασώτες της συστημικής προσέγγισης, «πρώτα από όλα η μαθησιακή διαδικασία θα γινόταν ζωντανή. Υπάρχει ξεκάθαρα κάτι σημαντικά διαφορετικό όταν μελετάς τα συστήματα σαν να ήταν ζωντανά. Μια τέτοια εκπαιδευτική διαδικασία βασίζεται σε:

– μαθητο-κεντρική παρά δασκαλο-κεντρική μάθηση·

– ενθάρρυνση της ποικιλίας και όχι της ομοιογένειας, αγκαλιάζοντας την ευφυΐα πολλαπλών τύπων και τα διάφορα στυλ μάθησης·

– κατανόηση ενός κόσμου αλληλεξάρτησης και δυναμικής αλλαγής παρά στην απομνημόνευση γεγονότων και στον αγώνα εξεύρεσης ορθών απαντήσεων».

Τελικά, όταν αντιμετωπίζουμε ένα σχολείο ως ζωντανό σύστημα, ανακαλύπτουμε ότι πάντα εξελίσσεται.

ΤΑ ΙΔΙΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΜΕ ΑΛΛΟ ΜΑΤΙ

Γερμανοί και έλληνες εκπαιδευτικοί, από αυτούς που εκφράζουν την ανησυχία τους για το πώς (δεν) εξελίσσεται το σχολείο, φαίνεται ότι συμπίπτουν σε τρία σημεία:

– Ο κατακερματισμός της γνώσης δεν είναι πλέον αποδοτικός.

– Η μεγάλη αύξηση της πληροφορίας επιβάλλει διαφορετικούς τρόπους μάθησης.

– Αυξάνεται η πίεση για αποτελεσματικότητα της μάθησης. Ο μαθητής καλείται να εφαρμόσει τις γνώσεις στον κόσμο γύρω του.

Στο τέλος του αφιερώματος της γερμανικής εφημερίδας «Die Zeit» γίνεται μια ενδιαφέρουσα προσπάθεια επαναπροσδιορισμού των κλασικών μαθημάτων. Ας δούμε συνοπτικά τις απόψεις αυτές:

Μαθηματικά: Ενδεικτικά αναφέρουν ότι πρέπει ο μαθητής των 15-16 ετών να κατανοεί τη γραφική παράσταση της ταχύτητας ως προς τον χρόνο και να γνωρίζει ότι η κλίση της αντιστοιχεί στην επιτάχυνση. Ταυτόχρονα προτείνουν να καταργηθεί η τριγωνομετρία, να θεμελιωθεί η αίσθηση της διαφοράς από το 1 εκατομμύριο στο 1 δισεκατομμύριο, να υπάρχει εξοικείωση για λογαριασμούς με ποσοστά και ΦΠΑ και οι γιατροί να μπορούν να υπολογίσουν από ένα θετικό αποτέλεσμα σε εξέταση για καρκίνο του μαστού πόση είναι η πιθανότητα να εμφανιστεί όγκος.

Γεωγραφία: Το βλέπουν πλέον ως το μάθημα-εργαλείο για την εισαγωγή της πολυπολιτισμικότητας. Το μάθημα, απαλλαγμένο από ονομασίες νομών, χωριών και τοποθεσιών, θα συνενώνει Φυσική, Χημεία, Κοινωνιολογία, Οικονομία.

Γυμναστική: Οχι πια οι κλασικές ασκήσεις και λίγο σπορ. Αυτά θα γίνονται στους συλλόγους. Γυμναστική θα σημαίνει γνωριμία με το σώμα και γνώση γύρω από αυτό.

Ιστορία: Οχι πια τόσο πολλή εθνική ιστορία όσο παγκόσμια ιστορία. Οχι απομνημόνευση ημερομηνιών και μικρότερων γεγονότων. Ερευνα όμως γύρω από την τοπική ιστορία και πολύ προσεκτική παρουσίαση σε επίπεδο αυριανής παρουσίασης προϊόντος!

Φυσική: Γιατί το φεγγάρι άλλοτε εμφανίζεται σαν μισοφέγγαρο και άλλοτε σαν ένα λεπτό δρεπάνι; Ενας στους τέσσερις απαντά, λάθος, ότι οφείλεται απλώς στη σκιά της Γης που πέφτει επάνω στη Σελήνη. Πρέπει με τη βοήθεια των νόμων της Φυσικής να ξεκλειδώνουμε τα αινίγματα που βάζει καθημερινά ο κόσμος γύρω μας.

 Βιολογία: Οχι περισσότερα από τα βασικά, π.χ., για τη φωτοσύνθεση, για τα μπιζέλια του Μέντελ, για τη θεωρία του Δαρβίνου. Πιο σημαντικό θεωρούν να ξέρεις ποια η διαφορά ενός βλαστικού κυττάρου από τα άλλα κύτταρα ή γιατί ο δημιουργισμός είναι ένας τρόπος θεώρησης του κόσμου ενώ η θεωρία της εξέλιξης μια επιστημονικά τεκμηριωμένη θεωρία.

 Μουσική: Οπως γράφουν χαρακτηριστικά, αν στο μάθημα αυτό κυριαρχούν ο ήχος της κιμωλίας ή του μαρκαδόρου στον πίνακα, τότε όλα είναι χαμένα…

Πηγή: http://www.tovima.gr/science/article/?aid=421186&h1=true





Το πρόβλημα της ύπαρξης τον Θεού

13 09 2011

Το πρόβλημα του Θεού απασχόλησε -προφανώς- και την αρχαία ελληνική σκέψη. Σ’ αυτή εξάλλου ανάγονται οι πρώτες απόπειρες να θεμελιωθεί λογικά η ύπαρξη του. Έτσι, από τη μία πλευρά, έχουμε τον Ξενοφάνη που υποστήριζε ότι η έννοια του Θεού είναι ανθρώπινο δημιούργημα, τον ουσιαστικά υλιστικό πανθεϊσμό των στωικών και την υλιστική φιλοσοφία των ατομικών.

Από την άλλη, ο Πλάτων δεχόταν την έννοια του Δημιουργού, ο οποίος όμως δεν δημιουργεί εκ του μηδενός: οι ιδέες προϋπάρχουν και αυτός – ως Αγαθός – κατασκευάζει τον κόσμο κατά το καλύτερο δυνατό πρότυπο.

Στην αντιφατική κοσμολογία του Αριστοτέλη θα βρούμε τα πρώτα «λογικά» επιχειρήματα για την ύπαρξη του Θεού: το κοσμολογικό ή της πρώτης αιτίας, του πρώτου κινούντος (ανάλογο του κοσμολογικού), καθώς και το τελεολογικό. (H φύσις είναι διπλή: ύλη και μορφή. H μορφή είναι σκοπός και τα άλλα υπάρχουν γι’ αυτό το σκοπό. Και ο φυσικός οφείλει να μιλά για δύο είδη αιτίων, αλλά κυρίως για το τελικό αίτιο. Επειδή αυτό είναι η αιτία της ύλης και όχι η ύλη αιτία του σκοπού).

Το «καθεστώς» του Θεού δεν είναι σαφές στην αριστοτελική οντολογία. Πράγματι, ο Αριστοτέλης ορίζει τη φύση ως αρχή κινήσεως και αλλαγής, δεν δέχεται κάποια αρχή του χρόνου, ορίζει την αιτία ως το ενδογενές στοιχείο το οποίο καθορίζει ένα πράγμα, η εντελέχεια έχει σαφή διαλεκτική όψη ως εσωτερική δυναμική της ύλης, και όλα αυτά δύσκολα θα συμβιβάζονταν με τη χριστιανική αντίληψη για το Θεό και με το δόγμα της δημιουργίας εκ του μηδενός.

Με την κρίση της αθηναϊκής δημοκρατίας και την παρακμή της φιλοσοφίας, κυριάρχησαν, ως γνωστόν, διάφορα μυστικιστικά ρεύματα, σωτηριακές θρησκείες, καθώς και ο νεοπλατωνισμός, που σημαδεύει τις προσπάθειες για συγχώνευση της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας με το χριστιανικό δόγμα. Τόσο οι πατέρες της Ανατολικής Εκκλησίας όσο και οι θεωρητικοί της Δυτικής επεχείρησαν να θεμελιώσουν λογικά την πίστη, στηριζόμενοι άλλοτε στον Πλάτωνα και άλλοτε στον Αριστοτέλη. Αλλά το δόγμα της δημιουργίας αντιφάσκει τόσο με την πλατωνική όσο και με την αριστοτελική οντολογία.

Κατά τον ιερό Αυγουστίνο (354-430), π.χ., «non in tempore, sed cum tempore finxit Deus mundum» (ουχί εν χρόνω αλλά μετά του χρόνου εποίησεν ο Θεός τον κόσμον). Και ο Θεός προικίζεται με μια σειρά από ανθρώπινα κατηγορήματα (πανάγαθος, παντοδύναμος, παντογνώστης, πανταχού παρών κ.λπ.), σε αντίθεση με τις μη ανθρωπομορφικές αντιλήψεις των αρχαίων και ειδικά του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη.

Με τις εισβολές των βαρβάρων στην πρώην ρωμαϊκή αυτοκρατορία (VI έως IX αιώνες) και την εξαφάνιση της ελληνικής και ρωμαϊκής σκέψης, η φιλοσοφία καλλιεργείται πλέον στα μοναστήρια της Αγγλίας και της Ιρλανδίας και, αργότερα, από την εποχή του Καρόλου του Μεγάλου (792-814), στην ηπειρωτική Ευρώπη. Κύριο έργο της μεσαιωνικής σχολαστικής φιλοσοφίας ήταν να θεμελιώσει με λογικά επιχειρήματα την πίστη. Έτσι η φιλοσοφία μετατρέπεται σε θεραπαινίδα της θεολογίας (ancilla theologiae).

O σχολαστικισμός είναι η κύρια μορφή φιλοσοφίας στη φεουδαρχική κοινωνία. Στην 1η περίοδο, από τον IX ως το XII αιώνα, δεσπόζει ο ακραίος πλατωνικός ρεαλισμός, στη δεύτερη περίοδο, κατά το XIII αιώνα, κυριαρχεί ο αριστοτελισμός με τον Θωμά, τον Ντινς Σκοτ κ.λπ., ενώ ο XIV και ο XV αιώνας είναι οι αιώνες της παρακμής του σχολαστικισμού. Στην τελευταία αυτή περίοδο εμφανίζεται ο νομιναλισμός, με πρόδρομο τον Ροσελίνο της Κομπιένης (περίπου 1050) και κύριους εκπροσώπους, μεταγενέστερα, τον Ντινς Σκοτς (1270-1308), τον Όκαμ (1285-1349) και άλλους.

Συνεχίζοντας και εμπλουτίζοντας την αριστοτελική επιχειρηματολογία, οι μεσαιωνικοί διατύπωσαν μια σειρά επιχειρημάτων για την ύπαρξη του θεού: Το κοσμολογικό ή της πρώτης αιτίας, το επιχείρημα του πρώτου κινούντος, το τελεολογικό (την ύπαρξη σχεδίου), αλλά και επιχειρήματα από την περιοχή των ανθρώπινων (δικαιοσύνη, ηθική, ωραιότητα, τελειότητα κ.λπ.). Επιδίωξη ήταν να στηριχθεί λογικά το δόγμα της ύπαρξης του Θεού και της θεϊκής δημιουργίας.

Ας σημειώσουμε ορισμένα από τα επιχειρήματα υπέρ της ύπαρξης του Θεού.

Κατά τον Ανσέλμο του Καντέρμπουρι (1033-1109), ακραίο ρεαλιστή, οι έννοιες του αγαθού, της δικαιοσύνης κ.λπ. έχουν πραγματική υπόσταση. Ως προς το Θεό, η ύπαρξη του συνάγεται από την ίδια την έννοια του Θεού. O λογικός φαύλος κύκλος είναι προφανής: θεωρούμε δεδομένο το ζητούμενο και, με αφετηρία αυτή την παραδοχή, συνάγουμε – με τους κανόνες της τυπικής λογικής – την ύπαρξη του.

Κατά τους ρεαλιστές, τα Universalia υπάρχουν πριν από τα πράγματα (Ιδέες, Θεός), υπάρχουν στα πράγματα (το εν στα πολλά) και ύστερ’ από τα πράγματα. Αλλά ήδη ο Αλβέρτος ο Μέγας (1193-1280) θεωρούσε την αριστοτελική φιλοσοφία συμβατή με τη χριστιανική θεολογία και ο Θωμάς ο Ακινάτης (1225-1274), αντίθετα με τον πρώιμο σχολαστικισμό, στράφηκε οριστικά προς τον Αριστοτέλη.

O Αριστοτέλης είχε ήδη γίνει γνωστός στη Δύση από μεταφράσεις και σχόλια των αράβων. O Θωμάς αξιοποίησε την αριστοτελική φιλοσοφία για να διαμορφώσει το δικό του σύστημα. Έτσι, ο αριστοτελισμός και η ιουδαϊκή παράδοση συνενώθηκαν στη θεολογική σύνθεση του θωμισμού. Κατά τον Θωμά, η φιλοσοφική σκέψη μπορεί να επιτρέψει στη νόηση την αποκάλυψη της αλήθειας. H φιλοσοφία είναι ανεξάρτητη από την αποκάλυψη. Εντούτοις, η αλήθεια είναι μία και, κατά συνέπεια, η φιλοσοφία υποτάσσεται στην εξουσία της πίστης: η αποκάλυψη ασκεί κανονιστική λειτουργία απέναντι στη φιλοσοφία.

Σε αντίθεση με τον πρώιμο σχολαστικισμό του Αυγουστίνου, του Ανσέλμου κ.λπ., που είχε νεο-πλατωνικό χαρακτήρα, ο Θωμάς αξιοποίησε το δυναμικό (από μια άποψη) χαρακτήρα της αριστοτελικής φιλοσοφίας, προκειμένου να επιτύχει μια αυστηρή θεμελίωση των θεολογικών δογμάτων. Αξιοποίησε, π.χ., την εξελικτική αντίληψη του Αριστοτέλη, τη σχέση δυνατότητας και πραγματικότητας, ύλης και μορφής, ουσίας και συμβεβηκότος. O Θωμάς, π.χ., διακρίνει την ουσία από την ύπαρξη, οι οποίες συμπίπτουν μόνο στο Θεό. Και η διάκριση αυτή είναι θεμελιώδης. Ουσία είναι αυτό που είναι ένα ον. H ύπαρξη είναι πάντα συγκεκριμένη. Είναι η ύπαρξη μιας επιμέρους ουσίας, που την καθορίζει. Εξαιρείται η ύπαρξη του Θεού.

Παρά τα στοιχεία μιας δυναμικής-εξελικτικής οντολογίας, και ο Θωμάς παρέμεινε δέσμιος της παράδοσης που πίστευε ότι μπορεί να αποδείξει με επιχειρήματα την ύπαρξη του Θεού. Έτσι δανείστηκε και ανέπτυξε περαιτέρω τα γνωστά επιχειρήματα του Αριστοτέλη.

Κατά το επιχείρημα, π.χ., του πρώτου κινούντος: H καθολική κίνηση χαρακτηρίζει τον κόσμο. Καθετί όμως κινείται από κάτι άλλο. Έτσι από κινούμενα κινούντα φθάνουμε στο ακίνητο πρώτο κινούν: στο Θεό. Άλλο επιχείρημα του Θωμά: Τα φυσικά αντικείμενα που συνιστούν το Σύμπαν δρουν για την επίτευξη κάποιου σκοπού (τέλους).

Αν κάτι ενεργεί για να επιτύχει κάποιο σκοπό, τότε κατευθύνεται προς το σκοπό αυτό και κάποιο έλλογο ον.

• Τα φυσικά αντικείμενα δεν είναι έλλογα όντα.

• Άρα: Υπάρχει κάποιο έλλογο ον το οποίο κατευθύνει τα φυσικά αντικείμενα για να επιτύχουν κάποιο σκοπό.

Αυτή η κατευθυντήρια δύναμη είναι ο Θεός.

Στον τυπικό αυτό συλλογισμό, η αριστοτελική κατηγορία της εντελέχειας υποβαθμίζεται σε καθαρά μεταφυσική κατηγορία.

Υπάρχει σειρά ολόκληρη επιχειρημάτων (ή αποδείξεων) για την ύπαρξη του Θεού. Τα επιχειρήματα αυτά έχουν διάφορες αφετηρίες. Άλλα είναι συμπληρωματικά και άλλα αντίθετα: κοσμολογικό, οντολογικό, τελεολογικό, του πρώτου κινούντος κ.λπ., και άλλα από την περιοχή της δικαιοσύνης, της ηθικής και της αισθητικής. Ας σημειώσουμε ορισμένα απ’ αυτά.

Κοσμολογικό επιχείρημα: Οτιδήποτε γνωρίζουμε προκύπτει από κάτι άλλο. Οφείλουμε συνεπώς να συμπεράνουμε ότι το Σύμπαν ως ολότητα προέκυψε από κάτι άλλο και αυτό είναι ο Δημιουργός, ο Θεός (αιτιακή εκδοχή).

Καθετί που υπάρχει, είτε υπάρχει εξαιτίας της ύπαρξης κάτι άλλου (συμπληρωματική ύπαρξη) είτε υπάρχει αφ’ εαυτού (αναγκαία ύπαρξη). Είναι αδύνατο να υπάρχουν μόνο συμπτωματικά όντα, επειδή αυτά δεν είναι αυτάρκη. Πρέπει συνεπώς να υπάρχει ένα αναγκαίο Ον, και αυτό ονομάζουμε Θεό.

Οντολογικό επιχείρημα:

Κατά τον Ανσέλμο, η ύπαρξη του Θεού συνάγεται από έναν απλό ορισμό:

1.0 Θεός, εξ ορισμού, είναι το τελειότερο ον (το πλήρες, τέλειο ον).

2. Ένα ον θα ήταν λιγότερο από τέλειο, αν δεν θα υπήρχε. Άρα ο Θεός υπάρχει.

Σύμφωνα με άλλη διατύπωση:

1. O Θεός είναι το ον το μεγαλύτερο που μπορεί να υπάρξει.

2. Αν ο Θεός δεν υπάρχει, θα μπορούσαμε να φανταστούμε ένα ον με όλες του τις ιδιότητες, το οποίο θα υπήρχε και το οποίο θα ήταν ένα ον μεγαλύτερο από το Θεό, πράγμα αδύνατο. Άρα ο Θεός πρέπει να υπάρχει.

H λογική ανακολουθία είναι προφανής: αποδίδουμε σε ένα φανταστικό ον μια ιδιότητα και, από τον ορισμό που εμείς δίνουμε, συνάγουμε την ύπαρξη του. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Θωμάς επέκρινε αυτό το επιχείρημα: δεν μπορούμε από μια έννοια να συναγάγουμε ένα ον.

Επιχείρημα της πρώτης (πρωταρχικής) αιτίας: Αποτελεί αναδιατύπωση του αριστοτελικού επιχειρήματος για το πρώτο κινούν: Κάθε κινούμενο κινείται από κάθε άλλο. Έτσι θα φθάναμε στο άπειρο. Αλλά μια αιτιακή αλυσίδα δεν μπορεί να είναι άπειρη. Άρα υπάρχει κάτι που προκαλεί την κίνηση αλλά που δεν κινείται από κάτι άλλο, και αυτό είναι η πρώτη αιτία, δηλαδή ο Θεός.

Επιχείρημα του πρώτον κινούντος (Αριστοτέλης, μεσαιωνικοί, Καρτέσιος): Τα πράγματα κινούνται. Γενικά αντλούν την κίνηση τους και την κίνηση άλλων πραγμάτων. Εντούτοις, είναι αδύνατο το καθετί να αντλεί μ’ αυτό τον τρόπο την κίνηση του, επειδή δεν θα υπήρχε διόλου κίνηση. Πρέπει συνεπώς να υπάρχει μια οντότητα που η κίνηση της να μην προκύπτει από την κίνηση άλλων όντων. Πρόκειται για το πρώτο κινούν, το Θεό.

Επιχείρημα που δεχόταν, όπως είδαμε, ο Θωμάς, αλλά και ο γενάρχης του αστικού ορθολογισμού, ο Καρτέσιος, κατά τον οποίο ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο και του έδωσε τόση κίνηση όση χρειαζόταν για το σκοπό για τον οποίο τον δημιούργησε. Και επειδή, κατά τον Καρτέσιο, ο Δημιουργός δεν επεμβαίνει στο φυσικό γίγνεσθαι, έχουμε εδώ μια πρώτη διατύπωση της φυσικής αρχής της αφθαρσίας της κίνησης, θεμελιωμένη στη θρησκευτική μεταφυσική.

Τελεολογικό Επιχείρημα: Δηλώνει την ύπαρξη σκοπού στο Σύμπαν. Εντελέχεια – Αριστοτέλης. Προκαθορισμένη αρμονία – Λάιμπνιτς. O κόσμος έγινε για να εξυπηρετήσει τους σκοπούς του ανθρώπου – Wolff. Σκοπιμότητα, έννοια a priori, η οποία έλκει την καταγωγή της στη θεωρησιακή ικανότητα της κρίσης – Καντ. H ύλη δημιουργήθηκε από το Θεό με μορφή άφθαρτων σωματίων, τα οποία ταιριάζουν στους σκοπούς για τους οποίους τα δημιούργησε – Νεύτων. (Προφανώς, τα επιχειρήματα του Καρτέσιου και του Νεύτωνα διαφέρουν από τα μεσαιωνικά. Θεμελιώνουν σε μεταφυσική βάση την κίνηση στην πρώτη περίπτωση, την ύπαρξη της ύλης στη δεύτερη).

Δεν έχει νόημα να συνεχίσουμε την καταγραφή και άλλων επιχειρημάτων από την περιοχή της ηθικής, του νοήματος της ζωής, από την ύπαρξη θαυμάτων, την προσωπική εμπειρία κ.λπ.

Ας σημειώσουμε μόνο ένα: Ορισμένοι άνθρωποι έχουν την εμπειρία του Θεού: άρα ο Θεός υπάρχει. Στα νεότερα χρόνια, ο Kierkegaard (1813-1855) θα απέρριπτε τις «λογικές» αποδείξεις για την ύπαρξη του Θεού: «Η πίστη δεν έχει ανάγκη αποδείξεως, την οποίαν πρέπει να θεωρεί εχθρό της».

Το τρωτό των επιχειρημάτων και αποδείξεων γινόταν όλο και περισσότερο φανερό από τα τέλη του Μεσαίωνα. Εντούτοις, «επιχειρήματα» και «αποδείξεις», διαφορετικού τύπου, στηριγμένα κυρίως στις φυσικές επιστήμες, αναπαράγονταν κατά το 17ο και το 18ο αιώνα και αναπαράγονται μέχρι τις μέρες μας. Αλλά θα ήθελα να κλείσω αυτή την ενότητα υπενθυμίζοντας την άποψη του Ξενοφάνη, ιδρυτή της Σχολής της Ελέας, για να φανεί η τρομερή οπισθοχώρηση της φιλοσοφικής σκέψης κάτω από το κράτος της θεολογίας.

Λοιπόν, κατά τον Ξενοφάνη:

Πάντα θεοί σ’ ανέθηκεν Όμηρος ο Ησίοδος τε όσσα παρ’ ανθρώπισιν ονείδεα και ψόγος εστίν κλέπτειν, μοιχεύειν, και αλλήλους απατεύειν. Αλλ’ οι βροτοί δοκέουσι γεννάσθαι Θεούς, των εφετέραν δι’ εσθήτα έχειν φωνήν τε δέμας τε. Αιθίοπες τε «θεούς σφετέρους» σιμούς μέλανας τε Θρήικες τε γλαυκούς και πυρούς «φάσι πέλεσθαι». Αλλ’ ει χείρας βόες «ίπποι τ’» ή λέοντες ή γράψαι χείρεσι και έργα τελεί ν όπερ άνδρες, ίπποι μεν θ’ίπποισι βόες δε τοις βουσίν ομοίας και «κε» Θεών ιδέας έγραφον και σώματ’ εποίουν τοιαύ’ θ ‘όσον περ καυτοί δέμας είχον «έκαστοι».

O πλέον διάσημος φιλόσοφος που απέδειξε, στα πλαίσια της γνωσιοθεωρίας του, την αδυναμία του Λόγου να αποδείξει την ύπαρξη του θεού ήταν, ως γνωστόν, ο Καντ. Αλλά και ο Καντ κατέληξε σε άλλου είδους «επιχείρημα» από την αντίθετη οδό.

Κείμενο του Ευτύχη Μπιτσάκη

Πηγή: http://sciencearchives.wordpress.com/2011/09/13/%cf%8c-%cf%8d-%cf%8d-2/








Αρέσει σε %d bloggers: