Η Εκκλησία απέναντι στην επιστήμη

30 10 2012

Πέτρου Βασιλειάδη

Η σχέση θρησκείας-επιστήμης, και η διαλεκτική αντιπαράθεση λόγου και υπερβατικού μυστηρίου, δεν μπορεί να κατανοηθεί σωστά δίχως μια σαφή οριοθέτηση της μεγάλης νεωτερικής επανάστασης, αλλά και της συνακόλουθης μετα-νεωτερικής της εξέλιξης. Άλλωστε, κατά την περίοδο που ακολούθησε τον ευρωπαϊκό διαφωτισμό, η επιστήμη – η βασισμένη στον ορθό λόγο και την εμπειρική/πειραματική προσέγγιση της αλήθειας –  ήταν αυτή που αντικατέστησε την θρησκεία, τόσο ως προς την αναζήτηση της αλήθειας, όσο και ως προς την κατανόηση και ερμηνεία της ιστορίας της ανθρωπότητας. Και όπως συμβαίνει σε κάθε «αλλαγή παραδείγματος», έτσι και μετά τον Διαφωτισμό οι σχέσεις θρησκείας-επιστήμης πέρασαν με βίαιο τρόπο από σχέσεις αλληλοπεριχώρησης και διαλόγου σε σχέσεις πολεμικής, με συνακόλουθη ένθεν και ένθεν την έντονα συγκρουσιακή αντιπαράθεση.

Θα περιοριστώ στα δυο αυτά προβλήματα που προανέφερα.

α) Σε διεπιστημονικό επίπεδο γίνεται συνήθως αναφορά στη διαλεκτική αντιπαράθεση και βεβαίως στη διαδοχική μετάβαση από την προνεωτερικότητα (premodernity), στη νεωτερικότητα (modernity), κι από κει στη μετανεωτερικότητα (postmodernity). Πιο συγκεκριμένα, στην εναλλαγή κατά την ιστορία του σύγχρονου πολιτισμού των σχέσεων θρησκείας-επιστήμης, με σημείο αιχμής την δημόσια γνώση (public knowledge), η οποία κατά τεκμήριο προάγεται στην κοινωνία με τη δημόσια εκπαίδευση. Γι’ αυτό και η θρησκευτική εκπαίδευση στη δημόσια εκπαίδευση ήταν πάντοτε αμφιλεγόμενη.

Κατά την προνεωτερικότητα (premodernity) οι κοσμολογικές ιστορίες των ιερών κειμένων όλων ανεξαρτήτως των θρησκειών αποτελούσαν την μοναδική και αποκλειστική βέβαιη – άρα και κατά κάποιο τρόπο «επιστημονική» – δημόσια γνώση, την οποία οι άνθρωποι πίστευαν ότι διέθεταν για την παγκόσμια πραγματικότητα. Η βιβλική διήγηση της δημιουργίας κατά την εξαήμερο ήταν ακριβώς μια τέτοια βέβαιη δημόσια γνώση. Mε την εμφάνιση του Διαφωτισμού η επιστήμη αντικατέστησε τη θρησκεία σε ό,τι αφορά την αναζήτηση της αλήθειας. Αναφορικά, επομένως, προς την βέβαιη δημόσια γνώση οι ιερές ιστορίες εξέπεσαν στο επίπεδο της πλέον αβέβαιης γνώσης, και η θρησκεία σε ατομική υπόθεση.

Γι’ αυτό μάλιστα και ένας από τους πρωταρχικούς στόχους του νεωτερικότητας ήταν ανέκαθεν ο πλήρης διαχωρισμός κράτους-Εκκλησίας, αλλά και γενικότερα η εξώθηση της θρησκείας στον ιδιωτικό τομέα των ανθρωπίνων δραστηριοτήτων, έτσι ώστε να διασφαλίζεται ο επιστημονικός/κοσμικός (secular) χαρακτήρας του δημόσιου τομέα, απαλλαγμένος από κάθε θρησκευτική επιρροή. 

Η μετανεωτερικότητα (postmodernity) δεν είναι τίποτε άλλο παρά η παραδοχή, ότι η επιστημονική γνώση, η οποία αμφισβήτησε τη βασισμένη στην πίστη παραδοσιακή θρησκευτική γνώση εν ονόματι του καθαρού λόγου και της επιστημονικής κριτικής, σε σημαντικούς τομείς είναι το ίδιο σχετική – αν και όχι στο ίδιο βαθμό – με την οποιαδήποτε θρησκευτική γνώση. Προσφέρει με άλλα λόγια όχι επακριβή και αδιαμφισβήτητη ερμηνεία του κόσμου, όπως και εκείνη της προνεωτερικής εποχής.

Υποστηρίζοντας όλα τα παραπάνω, θεωρώ επιβεβλημένο να υπογραμμίσω, εκείνο που οι κοινωνιολόγοι της γνώσεως πολύ συχνά μας υπενθυμίζουν, ότι δηλαδή ο μοντερνισμός, ο αντι-μοντερνισμός, ή κατ’ άλλους εναλλακτικός μοντερνισμός, ο μετα-μοντερνισμός, η μετανεωτερικότητα δηλαδή, ακόμη και ο απο-μοντερνισμός, η πλήρης αποδόμηση της νεωτερικότητας, θα πρέπει πάντοτε να εκλαμβάνονται ως ταυτόχρονες, ταυτόσημες και παράλληλες διαδικασίες, ποτέ ως διαδοχικές. Αλλιώς η μετα-νεωτερικότητα μπορεί εύκολα να καταλήξει σε ένα νέο είδος παραδοσιαρχίας (neo-traditionalism), να οδηγήσει δηλαδή σε τελευταία ανάλυση σε πλήρη άρνηση των θεμελιωδών επιτευγμάτων της επιστήμης και των θετικών αξιών του λεγόμενου «δυτικού πολιτισμού». Κι αυτός οφείλω να ομολογήσω είναι ένας υπαρκτός κίνδυνος, αφού η κυριαρχία τις τελευταίες κυρίως δεκαετίες ενός αποστεωμένου ορθολογισμού μερικές  φορές οδηγεί τους πάσης φύσεως νοσταλγούς του παρελθόντος στην αναζήτηση ενός νέου «παραδείγματος», το οποίο όμως πολλές φορές δεν είναι «νέο», αλλά απλή ανακύκλωση παλαιών δοκιμασμένων και απορριφθέντων «παραδειγμάτων», (νέο-ρομαντισμός, νέο-μυστικισμός, νατουραλισμός, κλπ.). Όλοι αυτοί οι νέο-ισμοί έχουν πολλά κοινά σημεία με τις σφοδρότατες αντιδράσεις, προερχόμενες δυο αιώνες πριν κυρίως από το χώρο της εκκλησίας και της θεολογίας, ενάντια στη νεωτερική επανάσταση, την οποία τελικά η δυτική κοινωνία μας έχει ουσιαστικά αποδεχτεί και στην πράξη ενστερνιστεί.

Θα αναφέρω δυο μόνο παραδείγματα: Το 1965 εκδόθηκε στις ΗΠΑ το δημοφιλέστερο ίσως στο είδος του έργο ενός χριστιανού, του Ηarvey Cox, The Secular City (1). στο οποίο διαπίστωνε την πλήρη εκκοσμίκευση των δυτικών τουλάχιστον κοινωνιών και την σταδιακή κατάρρευση της παραδοσιακής θρησκείας(2). Όλοι σχεδόν τότε ήταν απόλυτα πεπεισμένοι ότι ο 20ος  αιώνας, με μαθηματική μάλιστα ακρίβεια θα έκλεινε με ακόμη μεγαλύτερη εκκοσμίκευση(3). Στο τέλος του 20ου αι. ίδιος ο Cox παραδέχτηκε τη ριζική αλλαγή που άρχισε να επέρχεται, ομολογώντας την απροσδόκητη παλινόρθωση σε παγκόσμια κλίμακα της θρησκείας, με πρόθεση σε μερικές περιπτώσεις να επηρεάσει εκ νέου το δημόσιο βίο, ακόμη και την πολιτική(4).

Αλλά και από το χώρο των θετικών επιστημών είναι ενδεικτική η πρόσφατη δημόσια ομολογία του Βρετανού φιλοσόφου Anthony Flew – ο οποίος σημειωτέον συνέδεσε το όνομά του με την άρνηση νομιμοποίησης της επιστημονικής αξιοπιστίας των θρησκευτικών πεποιθήσεων – ότι «η έρευνα του DNA αποδεικνύει ότι η εμφάνιση της ζωής υποστηρίζει επιστημονικά την λογικότητα της ιδέας του ‘Θεού’»(5).

β) Και έρχομαι στην ερμηνεία της ιστορίας της ανθρωπότητας. Στην νεωτερική, αλλά κατά μία έννοια και στην μετανεωτερική, εποχή  η ιστορία της ανθρωπότητας κατανοείται ως πεδίο διαμάχης τριών αντικρουόμενων αντιλήψεων για τη ζωή και την εν γένει πραγματικότητα: της μαγείας, της θρησκείας και της επιστήμης. Μιας διαμάχης, η οποία μαρτυρεί τη σταδιακή βελτίωση του ανθρωπίνου πνεύματος, καθώς οι υποδεέστερες θεωρίες – η μαγεία δηλαδή και η θρησκεία – υποχωρούν (κατά Έγελον και σύμπασα τη χορεία των νεωτερικών φιλοσόφων, ιστορικών της θρησκείας και επιστημόνων) μπροστά στην ανωτερότητα της επιστήμης. Μάλιστα ο διάσημος ανθρωπολόγος Frazer στο έργο του Ο Χρυσός Κλώνος(6) διατύπωσε την άποψη, που δυστυχώς έγινε αξίωμα στις ανθρωπιστικές επιστήμες, ότι οι  μυστηριακές απόψεις και θεωρίες δεν είναι παρά εσφαλμένες υποθέσεις, και ότι οι θρησκευτικές τελετές αποτελούν απεγνωσμένες προσπάθειες να δώσουν λύση στα φυσικά και μεταφυσικά φαινόμενα. Γι’ αυτό και ο Frazer χαρακτήριζε τις θρησκείες αλλά και τις διάφορες θρησκευτικές τελετές πρωτόγονη επιστήμη.

Με τον Ludwig Wittgenstein(7) έπαψε πλέον να ισχύει – τουλάχιστον καθολικά – στην επιστημονική κοινότητα (ή κλονίστηκε σημαντικά) (8) η αντίληψη, ότι «οι θρησκευτικές τελετές είναι απόρροια πρωτόγονων ή ελαττωματικών πεποιθήσεων και πιστεύω», αλλά προέρχονται από την ανάγκη της πιστεύουσας κοινότητας, όχι να εξηγήσει (επιστημονικά δηλαδή), αλλά για να εκφράσει κάτι το μοναδικό, ειδικά για τον χριστιανισμό την εμπειρία του βιώματος εδώ και τώρα (έστω και προληπτικά) της Βασιλείας του Θεού, μιας άλλης δηλαδή εσχατολογικής, ιστορικής αλλά και μετα-ιστορικής, πραγματικότητας.

Ο έντονος προβληματισμός – και κατά ένα μεγάλο μέρος σκεπτικισμός και επιφυλακτικότητα – που αναπτύχθηκε τη νεώτερη (και νεωτερική) εποχή σε ένα μεγάλο τμήμα της παγκόσμιας διανόησης για την σπουδαιότητα του θρησκευτικού παράγοντα, είχε το αντίστοιχό της και εντός του θεολογικού κόσμου αναφορικά με τη σπουδαιότητα και την αξία της επιστήμης. Ο προβληματισμός για την σχέση θρησκείας/εκκλησίας και επιστήμης, και συγκεκριμένα η ορθολογική κατάθεση της χριστιανικής μαρτυρίας, υπήρξε ανέκαθεν η λυδία λίθος της χριστιανικής διδασκαλίας και ζωής. Όχι μόνο κατά τα πρώτα βήματα της χριστιανικής κοινότητας, τότε που η Εκκλησία είχε να αντιπαλαίσει με έναν κυκεώνα μυστηριακών λατρειών, αλλά και κατά την περίοδο του λεγόμενου χρυσού αιώνα της εκκλησίας (γύρω δηλαδή στον 4ο μ.Χ. αι.), όπως επίσης και κατά την μετά το μεγάλο Σχίσμα περίοδο (11ος μ.Χ. αι. και εξής).

Επιμένοντας λίγο περισσότερο στον χρυσό αιώνα της Εκκλησίας, είναι πολύ διαφωτιστικό να θυμηθούμε ότι ο Μ. Βασίλειος υιοθέτησε μια συμπληρωματική και όχι συγκρουσιακή θεώρηση των σχέσεων θρησκείας-επιστήμης(9) Αποτελεί γεγονός αναμφισβήτητο, ότι οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας ενέκυψαν με περισσή έμφαση στην λογική, διάβαζε επιστημονική, έκφραση της «υπέρ λόγον» εν Χριστώ αλήθειας. Προσπάθησαν δηλ. να ερμηνεύσουν με πειστικό και αντικειμενικό τρόπο, αλλά και με την δυνατή ακρίβεια την εν χρόνω αποκεκαλυμμένη (δηλ. ιστορική) αλήθεια. Χρησιμοποιώντας «γλώσσα» της εποχής τους, τα δεδομένα δηλαδή της τότε επιστήμης και φιλοσοφικής διανόησης, απέβλεπαν σε μια «λογική» παρουσίαση της «υπέρ λόγον» αποκαλύψεως του «Θεού Λόγου». Ο Μέγας Αθανάσιος στον Kατά Ελλήνων Λόγον του προτρέπει τους χριστιανούς να μη διακηρύσ¬σουν «άλογον την είς Χριστόν πίστιν»(10). Και ο Ισίδωρος Πηλουσιώτης συμπληρώνει: «Επιστημονικώς την θείαν Γραφήν ανελίσσειν οφείλεις, και τας αυτής δυνάμεις νουνεχώς ανιχνεύειν και μη κατατολμάν απλώς των αψαύστων καί ανεφίκτων μυστηρίων, άναξίοις ταύτα χερσίν επιτρέ¬πων»(11). Τέλος, ο ιερός Χρυσόστομος κατηγορηματικά επιτάσσει: «δει γαρ άπαντα τα αντικρουόμενα παραγαγείν εις μέσον και δήλα ποιείν, ίνα πανταχόθεν ο λόγος ημίν εκκαθάρηται και μηδέ τοις αναισχυντούσι καταλείπηται πρόφασις»(12).

Είναι, λοιπόν, ολοφάνερο πως χωρίς την έλλογη και αντικειμενική κριτική των θεμάτων της πίστεως, χωρίς αναφορά στα ιστορικά δεδομέ¬να, η Εκκλησία είναι αδύνατο να αντιμετωπίσει τις κατά καιρούς ιστορικές προκλήσεις. Αυτήν ακριβώς την περίοδο συντάσσει και ο Μ. Βασίλειος την πραγματεία του «Εις την Εξαήμερον», που στην ουσία αποτελεί απόπειρα επιστημονικής ερμηνείας της δημιουργίας, αναλύοντας απομυθοποιητικά τις απλουστευτικές ανθρωπομορφικές εκφράσεις των πρώτων κεφ. της Γενέσεως, που και εκείνη για τα δεδομένα της πρώιμης εκείνης εποχής αποτελούσε κάτι σαν «επιστημονική» ανταπόκριση των ιουδαίων νομικών/θεολόγων στα αγωνιώδη υπαρξιακά ερωτήματα του ανθρώπου και την έλλογη προδιάθεσή του να γνωρίσει από πού έρχεται και που πηγαίνει.

Αλλά και πολύ αργότερα, την περίοδο του σχολαστικισμού, η Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία με βάση την λογική αντέδρασε σε μια θεολογία που  τεκμηρίωνε μιαν υπολανθάνουσα από καιρό, κατά κύριο λόγο στη Δύση – αν και όχι αποκλειστικά σ’ αυτήν – σακραμενταλιστική αντίληψη των μυστηρίων. Με τον όρο αυτό υπονοώ μια κατά κάποιο τρόπο μαγική (στον αντίποδα δηλ. της επιστήμης) κατανόηση των χριστιανικών μυστηρίων. Μάταια επιχείρησαν σημαίνοντες θεολόγοι της Ανατολής, με κορυφαία κατάληξη το Νικόλαο Καβάσιλα, να επαναπροσδιορίσουν τριαδολογικά τη χριστιανική μυστηριολογία, στην ουσία δηλαδή να αποτρέψουν χριστομονιστικές τάσεις αναβαθμίζοντας το ρόλο του Αγίου Πνεύ¬ματος (βλ. περιπτώσεις filioque, επικλήσεως κλπ.(13)).

Στον σύγχρονο διάλογο εκκλησίας-νεωτερικότητας, αλλά και την συνάντηση της αποκλειστικά εγκοσμιοκρατικής και ιστορικής επιστήμης με την υπερβατική μετα-ιστορική θρησκευτική πραγματικότητα, η Ορθοδοξία για δυο και πλέον γενεές προσέρχεται με βασικό όπλο την αυθεντική χριστιανική μυστηριολογία, ουσιαστικά δηλ. επιχειρώντας να υπερβεί το παλαιό δίπολο «(προνεωτερική) θρησκεία-(νεωτερική & μετανεωτερική) επιστήμη. Ο διακεκριμένος Βρετανός εκκλησιολόγος Βrikman υποστηρίζει ότι η «μυστηριακή» θεώρηση της πραγματικότητας είναι η μόνη λύση στα αδιέξοδα και τα διλήμματα της σακραμενταλιστικής θεολογίας, όπως επίσης και της κλασσικής θεολογίας της δημιουργίας (της βασισμένης δηλαδή στην αντι-επιστημονική κατά γράμμα ερμηνεία της εξαημέρου, που στις αρχές του περασμένου αιώνα τόσο βίαια συγκρούστηκε με την θεωρία της εξελίξεως, εξαιτίας κυρίως των ακραίων παραδοσιακών ευαγγελικαλι-στών)(14).

Απαιτείται, ως εκ τούτου επακριβής επαναπροσδιορισμός της φύσεως και του χαρακτήρα τόσο του χριστιανικού μυστηρίου, όσο και της σχέσης της επιστήμης με αυτό, και γενικά με την θρησκεία. Και αυτό ουσιαστικά επιχείρησε η νέα δυναμική κατανόηση της χριστιανικής μαρτυρίας. Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε την Ορθόδοξη συμβολή στην κατανόηση της αποστολής της Εκκλησίας, την πρόοδο δηλαδή που συντελέστηκε τα τελευταία χρόνια στον χώρο της νεώτερης θεολογίας της ιεραποστολής.

Σημειώνω πολύ σύντομα, σχεδόν τηλεγραφικά, τους κύριους σταθμούς αυτής της ριζικής αλλαγής. Πρώτα-πρώτα η κοινωνική αλλαγή – με άλλα λόγια τα ιδανικά της νεωτερικότητας – έπαψε να θεωρείται ως ρήξη ή επανάσταση εναντίον της θεϊκής τάξεως, και άρχισε να εκλαμβάνεται ως αποτέλεσμα της δράσεως του Θεού(15). Ο ίδιος ο Θεός άρχισε σταδιακά να αναγνωρίζεται ως ο δημιουργός της ιστορικής αλλαγής. Στη θέση ενός θεοκρατικά δομημένου κόσμου, εμφανίζεται πλέον ο κόσμος της ιστορίας, μέσα στην οποία επιτελείται το έργο του Θεού. Στη φάση αυτή το παλαιό παράδειγμα της θεοκρατικής παγκοσμιότητας έδωσε τη θέση του σε ένα νέο, εκείνο της χριστοκεντρικής παγκοσμιότητας(16). Τόσο η χριστοκεντρική παγκοσμιότητα όσο και η θεολογία της ιστορίας, ως εργαλείο αλλά και θεολογικό υπόβαθρο της μαρτυρίας της Εκκλησίας, αναπτύχθηκαν ως απάντηση – αλλά και αλλαγή πολιτικής απέναντι – στο πρόβλημα των σχέσεων εκκλησίας-επιστήμης, και γενικότερα στα ιδεώδη της νεωτερικότητας.

Αποτέλεσμα αυτής της αλλαγής ήταν και η μετάβαση από την ιεραποστολή ως υπόθεση μεμονωμένων χριστιανών (missio christianorum), στην αναγνώριση της ιεραποστολικής ευθύνης της Εκκλησίας στο σύνολό της (missio ecclesiae).  Πιο σημαντική, όμως, είναι η αναγνώριση πλέον ότι το πραγματικό υποκείμενο της ιεραποστολής δεν είναι ούτε η Εκκλησία, αλλά ο ίδιος ο Θεός (missio Dei),(17) αντίληψη, όμως, που αρχικά ο δυτικός χριστιανισμός περιόριζε στην αποστολή του Χριστού (missio Christi).

Πολύ σύντομα, εν τούτοις, έγινε αντιληπτό ότι η χριστοκεντρική παγκοσμιότητα, συνέβαλε στο να μετατραπεί με λανθάνοντα τρόπο ο υγιής χριστοκεντρισμός σε προβληματικό χριστομονισμό(18).  Σ΄ αυτό ακριβώς το κρίσιμο σημείο για το μέλλον της παγκόσμιας ιεραποστολής έκανε αισθητή την παρουσία της η Ορθόδοξη θεολογία, σημαντικότερη συμβολή της οποίας υπήρξε – στα πλαίσια του οικουμενικού διαλόγου – η επανανακάλυψη της τριαδικής θεολογίας, και ειδικότερα της «οικονομίας του Αγίου Πνεύματος», την οποία ως γνωστόν πρώτος θεολογικά ανέπτυξε ο Μέγας Βασίλειος(19). «Η δυναμική συνάντηση», ομολογεί κορυφαίος θεολόγος της Δύσεως, «με τις ορθόδοξες παραδόσεις στο πεδίο της θεολογίας και της πνευματικότητας, μας έκανε να συνειδητοποιήσουμε τη βαθιά ριζωμένη πνευματολογική λήθη (Walter Kasper) στο Δυτικό Χριστιανισμό, τόσο στην Καθολική όσο και στην Προτεσταντική μορφή του»(20).

Με τη συνδρομή της Ορθόδοξης θεολογίας έγινε κατανοητό ότι αυτή καθαυτή η υπόσταση της θεότητας είναι πρωταρχικά ζωή κοινωνίας, και ότι η επέμβαση του Θεού στην ιστορία στοχεύει στο να οδηγήσει την ανθρωπότητα, αλλά και ολόκληρη τη δημιουργία, σ’ αυτή την κοινωνία με την ίδια την ύπαρξη του Θεού. Συγκρίνατε σας παρακαλώ, στο σημείο αυτό αυτή την ταύτιση με παραδοσιακή διδασκαλία περί θεώσεως. Έτσι, άρχισε να διαδίδεται ευρέως η πάγια θέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ότι «η χριστιανική ιεραποστολή δεν στοχεύει αποκλειστικά στη διάδοση ή στη μεταβίβαση διανοητικών αληθειών, δογμάτων, ηθικών επιταγών κλπ., δεν επικεντρώνεται δηλαδή στον ιδεολογικό τομέα – που στην κοσμική σφαίρα διατυπώνεται δια της επιστήμης – αλλά στη μεταφορά της ζωής της κοινωνίας που ενυπάρχει στη θεότητα»(21).

Η εγκατάλειψη της χριστοκεντρικής παγκοσμιότητας και η θεμελίωση της χριστιανικής ιεραποστολής με πιο σταθερό τρόπο στο τριαδικό δόγμα είχε ως αποτέλεσμα την εγκατάλειψη της ιμπεριαλιστικής, επεκτατικής και προσηλυτιστικής τακτικής της χριστιανικής ιεραποστολής του 19ου/20ου αι., αλλά και την συγκρουσιακή τακτική προς την επιστήμη, και την υιοθέτηση μιας περισσότερο περιεκτικής και ολιστικής κοινής χριστιανικής μαρτυρίας(22). Σε διαχριστιανικό επίπεδο αυτό πρακτικά σήμαινε αποδοχή της (επιστημονικής) κοινωνικής ανάλυσης και εμπλοκή των χριστιανών στους κοινωνικούς αγώνες (θεολογία της απελευθέρωσης, καταπολέμηση του ρατσισμού, ανύψωση της θέσης των γυναικών κλπ.), αλλά και καταδίκη του προσηλυτισμού. όχι μόνο μεταξύ χριστιανών διαφορετικών δογμάτων, αλλά και προς τους πιστούς των άλλων ζωντανών θρησκευμάτων και ιδεολογιών(23). Θεολογικά, αλλά και πρακτικά, οι πιστοί των άλλων θρησκειών, αλλά και οι εκτός της πίστεως – ή και ενάντια σ’ αυτήν, ακόμη και οι «δια μόνης της επιστήμης» αναζητητές της αληθείας – δεν είναι αντικείμενα της χριστιανικής ιεραποστολής, αλλά εταίροι στον διάλογο, με στόχο συνεργικά την εδραίωση, έστω και προληπτικά, της Βασιλείας του Θεού στον κόσμο(24). Θεολογικό εργαλείο αυτής της νέας θεώρησης ήταν η θεολογία του Αγίου Πνεύματος, και ειδικότερα η «Οικονομία του Αγίου Πνεύματος», η δυναμική δηλ. επανερμηνεία της χριστολογίας μέσω της πνευματολογίας(25).

Η επανανακάλυψη της σπουδαιότητας της πνευματολογίας αποτελεί τον τελευταίο σταθμό από πλευράς του χριστιανικού θρησκευτικού συστήματος, και ιδιαίτερα του Ορθοδόξου, στις σχέσεις θρησκείας-επιστήμης, από την Βιβλική Εξαήμερο της Πεντατεύχου, στην δυναμική ερμηνεία της από τον Μ. Βασίλειο στο έργο του «Εις την Εξαήμερον», και από κει στην «Οικονομία του Αγίου Πνεύματος». Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι πρωτογενής συντελεστής και των δυο κορυφαίων σταθμών είναι ο Μ. Βασίλειος. Ο Ορθόδοξος μητροπολίτης του Όρους του Λιβάνου Georges Khodr, όμως, σε διαχριστιανικό επίπεδο ήταν εκείνος που κατά την δεκαετία του ‘70 ανέτρεξε στην Βασίλεια πνευματολογία. Υποστήριξε με πάθος την αναγκαιότητα του διαθρησκειακού διαλόγου, κάτι που η παλαιότερη κλασική ιεραποστολή απέφευγε όπως ο διάβολος το λιβάνι, με βάση την «οικονομία του Αγίου Πνεύματος». Υπογράμμισε πως μια χριστοκεντρική θεολογία διαχωρίζει το Χριστό από το μυστήριο της Αγίας Τριάδος. Πέρα από την υποστατική αυτονομία του Πνεύματος, υπογράμμισε ότι η έλευση του Αγίου Πνεύματος στον κόσμο δεν είναι υποδεέστερη από αυτή του Υιού, αλλά ούτε και μια απλή λειτουργία του Λόγου. Ανάμεσα στην «οικονομία του Υιού» και την «οικονομία του Πνεύματος υπάρχει μια αμοιβαιότητα. Από τη στιγμή που το Πνεύμα «όπου θέλει πνει» (Ιω. 3,8) δεν μπορούμε να αποκλείσουμε, υποστήριζε, τις μη-χριστιανικές θρησκείες ως σημεία στα οποία επενεργεί το Άγιο Πνεύμα. Ο Khodr θεωρούσε πως το κύριο ιεραποστολικό μας έργο είναι «να ακολουθήσουμε τα ίχνη του Χριστού όπως αυτά γίνονται αισθητά στις σκιές των άλλων θρησκειών»(26). Κατ’ επέκταση, όμως, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε την επενέργεια του Αγίου Πνεύματος και στην χαρακτηριζόμενη «ανθρωποκεντρική» επιστήμη.

Η αγιοπνευματική διάσταση και η συνακόλουθη εσχατολογική κατανόηση της αποστολής της εκκλησίας εγκαινιάζει μια νέα περίοδο στις σχέσεις θρησκείας-επιστήμης, που προβάλλει μια νέα δημιουργία, την ανανεωμένη ιστορία όλων των ζώντων οργανισμών, που αποδέχεται συνεργικά την αξία της επιστήμης, που απαιτεί από την εκκλησία να πρωτοστατεί στην διάσωση του περιβάλλοντος και την διατήρηση της ακεραιότητας της «καλής λίαν» της δημιουργίας, που προβάλλει την έννοια της ετερότητας και της σπουδαιότητας των σχέσεων, της οικειότητας, και της ζεστασιάς της οικογένειας, Πατέρας της οποίας είναι ο Θεός που αδιάκοπα επιζητεί με θαλπωρή «επισυναγαγείν τα τέκνα (του) ον τρόπον επισυνάγει όρνις τα νοσσία εαυτής υπό τας πτέρυγας» (Ματθ 23,27=Λουκ 13,34) (27).  Δυστυχώς αυτή η τεράστια πρόοδος στη θεολογία της ιεραποστολής, αυτή η τρομακτική υπέρβαση της αρνητικής εικόνας που προσέλαβε η χριστιανική ιεραποστολή κατά το παρελθόν, αποτέλεσμα της ιμπεριαλιστικής τακτικής και αντι-νεωτερικής θεοκρατικής παγκοσμιότητας, και κυρίως της τραγικής αντιδιαστολής θρησκείας-επιστήμης, δεν μεταλαμπαδεύτηκε ακόμη στον χώρο της ανατολικής Ορθοδοξίας. Κι’ αυτό, παρά την ουσιαστική συμβολή της θεολογίας της σ’ αυτή την υπέρβαση.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1) Macmillan, New York 1965.
(2) Άλλοι, βέβαια, διέβλεπαν σ’ αυτή την εξέλιξη ανθρωπιστικά και απελευθερωτικά στοιχεία (πρβλ. Bryan Wilson, Religion in Secular Society, London 1966. Anthony Wallace, Religion: An Anthropological View, New York 1966. Thomas Luckmann, The Invisible Religion, New York 1967. Thomas New York 1966. Peter Berger, The Sacred Canopy, κ.ά.), και άλλοι χαρακτήριζαν το φαινόμενο της αυξανόμενης εκκοσμίκευσης της κοινωνίας ως εφιαλτικό και αποκαλυπτικό (πρβλ. Darrell Luckmann-Peter Berger, The Social Construction of Reality-A Treatise in the Sociology of Knowledge, Fasching, The Ethical Challenge of Auschwitz and Hiroshima: Apocalypse or Utopia? Albany 1993).
(3) Πρβλ. Danny Jorgensen, “Religion and Modernization: Secularization or Sacralization,” Jacob Neusner (εκδ.), Religion and the Political Order, 19-30, σελ. 19.
(4) Η. Cox, “Religion and Politics after The Secular City,” J. Neusner (εκδ.), Religion and the Political Order, σελ. 1-10. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνουμε, ότι ο Cox από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 είχε διαγνώσει ότι αυτή η απροσδόκητη παλινόρθωση της θρησκείας δεν αποτελεί μονοσήμαντα θετική εξέλιξη, αλλά ενέχει και σοβαρούς κινδύνους, αναφερόμενος στη διαφαινόμενη εξάπλωση του θρησκευτικού φονταμενταλισμού. Ο Cox, βέβαια, τοποθετούσε γεωγραφικά τα φονταμενταλιστικά φαινόμενα ανατολικά της Μέσης Ανατολής (Παλαιστίνη, Ιράν των Αγιατολάχ, Μετρό της Ιαπωνίας, Αραβικό και Ισλαμικό τόξο κλπ.), αναφερόταν όμως παράλληλα και στην ανάπτυξη εντός των Η.Π.Α. πλήθους παραθρησκευτικών οργανώσεων/σεχτών. Δεν θα πρέπει, βέβαια, να παραθεωρούμε και το γεγονός ότι τέτοια φαινόμενα ευδοκιμούν και στον Ορθόδοξο χώρο.
(5) Στην εφημερίδα Chicago Sun Times (10/12/04). Βέβαια ο Flew υποστηρίζει ότι ο Θεός του είναι «more of a deistic version than traditional theism, an intelligence or first cause rather than a personal God».  Επηρεασμένος από την πολεμική ορολογία των ημερών ο Flew διακηρύσσει, ότι ο θεός στον οποίο αναφέρεται είναι «πολύ διαφορετικός από το θεό των χριστιανών, και φυσικά εντελώς αντίθετος από το θεό του Ισλάμ, θεούς δηλαδή που παρουσιάζονται ως παντοδύναμοι δεσπότες της Ανατολής, κάτι σαν κοσμικοί Saddam Hussein».  Ο Θεός του Flew συνδέεται με τη λογικότητα,  το σκοπό και το σχεδιασμό του κόσμου,  αλλά  είναι «utterly uninvolved in the lives of human beings».
(6) Το μνημειώδες έργο του James George Frazer, The Golden Bough: A Study in Magic and Religion πρωτοδημοσιεύτηκε το 1922 (New York: MacMillan) και μεταφράστηκε στα ελληνικά στη συντομευμένη του έκδοση από τις εκδόσεις «Εκάτη» το 2000.
(7) Ludwig Wittgenstein, “Remarks on Frazer’s Golden Bough,” Philosophical Occasions, Cambridge: Hackett Publishing Co 1992 (έκδοση των James Klagge και Alfred Nordmann), σελ. 115-155, και σε αυτόνομη μορφή με τίτλο Remarks on Frazer’s Golden Bough, Doncaster: Brynmill Press 1979.
(8) Στις απόψεις του Frazer σε σύγκριση με εκείνες του Wittgenstein ενδιαφέρουσα είναι η πρόσφατη αντιπαράθεση των Brian R. Clark, (“Wittgenstein and Magic,” στο R.L.Arrington-M.Addis (εκδ.), Wittgenstein and Philosophy of Religion, London & New York: Routledge 2001, σελ. 12εξ) και D. Z. Phillips (“Wittgenstein, Wittgensteinianism, and Magic: A Philosophical Tragedy?” Religious Studies 39, 2003, σελ. 185-201). Βλ. επίσης και την απάντηση του Clark (“Response to Phillips,” Religious Studies 39, 2003, σελ. 203-209).
(9) Βλ. περισσότερα στο έργο μου, «Η Ορθοδοξία στο σταυροδρόμι, Παρατηρητής ΕΚΟ 4, Θεσσαλονίκη 1992
(10) Αθανασίου Αλεξανδρείας, Κατά Ελλήνων, κεφ 1, PG 25,4.
(11) Ισιδώρου Πηλουσιώτου, Επιστολών βιβλία πέντε εις την έρμηνείαν της θειας Γραφής, PG 78, 197.
(12) Ι. Χρυσοστόμου, Περί νηστείας, Ομιλία VI 4, PG 49, 319.
(13) Βλ. Π. Βασιλειάδη, «Η Ορθοδοξία στο σταυροδρόμι,  σελ. 33εξ και 91εξ.
(14) Μ.Ε. Brikman, “Creation and Sacrament”, Exchange 19 (1990) σελ. 208-216, με αφορμή την Ορθόδοξη θεολογική συμβολή στον θεολογικό προβληματισμό από τη Γ.Σ. του ΠΣΕ στο Vancouver (1983) και μετά.
(15) K. Raiser, Το μέλλον του οικουμενισμού. Αλλαγή παραδείγματος στην οικουμενική κίνηση; EKO 10 Θεσσαλονίκη 1995, σελ. 102.
(16) Βλ. το κλασσικό έργο του διατελέσαντος πρώτου Γ. Γ. του ΠΣΕ. W.A.Visser’t Hooft, No Other Name: The Choice between Syncretism and Christian Universalism, SCM London 1963. Και κριτική αυτής της θέσεως στη θαυμάσια μελέτη του K. Raiser, Το μέλλον του οικουμενισμού, σελ. 88εξ.
(17) Βλ. Η. Βουλγαράκη, Ιεραποστολή. Δρόμοι και δομές, Αρμός, Αθήνα 1989, σελ. 33-36. επίσης του ίδιου, «Ιεραποστολή», ΘΗΕ τόμ. VI, στ.763εξ.
(18) Βλ. το έργο του Stanley Samartha, Courage for Dialogue. Ecumenical Issues in Inter-religious Relationships, WCC Geneva 1981. Στο «ιεραποστολικό παράδειγμα» της χριστοκεντρικής παγκοσμιότητας ήταν εμφανής ένας θρησκευτικός και πολιτικός μονισμός, μια αντίληψη, δηλαδή, συγκεντρωτισμού τόσο αναφορικά με την αναζήτηση της ορατής ενότητας, όσο και αναφορικά με τη μαρτυρία της Εκκλησίας στην οικουμένη και πέρα απ’ αυτήν.
(19) M. Bασιλείου, Περί  του  Αγίου  Πνεύματος,  PG 32 στ. 188εξ
(20) Κ. Raiser, Το μέλλον του οικουμενισμού, σελ. 174. Bλ. και L. Newbigin,  Trinitarian Faith and Today’s Mission, Richmond, 1963, J. Moltmann, The Trinity and the Kingdom of God,  London 1981, και L. Boff, Trinity and So¬ciety, Tunbridge Wells 1988.
(21) Βλ. I. Bria-Π. Βασιλειάδη, Ορθόδοξη Χριστιανική Μαρτυρία, σελ. 15. Η ιεραποστολή της Εκκλησίας έχει βέβαια θεμέλιο την αποστολή του Χριστού, η σωστή όμως κατανόηση αυτής της αποστολής απαιτεί σε πρώτη φάση αναφορά στην τριαδική θεολογία. Η αποστολή των αποστόλων από το Χριστό βασίζεται στο γεγονός ότι ο ίδιος ο Χριστός απεστάλη από τον Πατέρα δια του Αγίου Πνεύματος, κατά το γνωστό ιωάννειο χωρίο: «καθώς απέσταλκέ με ο πατήρ καγώ πέμπω υμάς: λάβετε πνεύμα άγιον» (Ιω. 20,21-33). Συνέπεια της θεολογικής αυτής προβληματικής υπήρξε και η σταδιακή βιβλική αναφορά, και φυσικά θεολογική θεμελίωση της αναγκαιότητας της χριστιανικής μαρτυρίας, και σε άλλα – εκτός του γνωστού κλασικού ιεραποστολικού χωρίου (Ματθ 28,19). Πρβλ. και το κλασικό ιεραποστολικό εγχειρίδιο του D. J. Bosch, Transforming Mission. Paradigm Shifts in Theology of Mission, New York 1991.
(22) Η επίσημη αναγνώριση του τριαδικού δόγματος δεν υπήρξε φυσικά ποτέ πρόβλημα για την οικουμενικά προσανατολισμένη παγκόσμια ιεραποστολή, ειδικά από την εποχή που διευρύνθηκε τριαδολογικά το άρθρο-βάση του ΠΣΕ στη Γ΄ Γενική του Συνέλευση στο Νέο Δελχί (1961). Παρέμενε όμως σταθερά στο χριστοκεντρικό προσανατολισμό της.
(23) Περισσότερα στην πρόσφατη θαυμάσια μελέτη του (Αρχ. Τιράνων) Αναστασίου Γιαννουλάτου, Παγκοσμιότητα και Ορθοδοξία, Ακρίτας Αθήνα 2000. Βλ. επίσης του ιδίου, Θέσεις των Xριστιανών έναντι των άλλων θρησκειών, Aθήνα 1975.
(24) Guidelines on Inter-faith Dialogue, Geneva.
(25) Βλ. (Μητρ. Περγάμου) J. Ζizioulas, Being as Communion, Studies in Personhood and the Church, SVP, Crestwood, New York 1993.
(26) Metr. Georges Khodr, “Christianity in a Pluralistic World: The Economy of the Holy Spirit,” The Ecumenical Review, 23  τ. 2  (Απρίλιος 1971,)  σελ.. 118-128.
(27) Περισσότερα στο Κ. Raiser, Το μέλλον του οικουμενισμού, σελ. 191εξ.

Πηγή: http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=9511





ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ – Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

10 10 2012

Ἀρχιεπισκόπου Τιράνων, Δυρραχίου καί πάσης Ἀλβανίας Ἀναστασίου

1. Ἡ οἰκονομική κρίση πού ζοῦμε σέ πολλές χῶρες τοῦ κόσμου, καί ἰδιαίτερα ἐμεῖς στόν Νότο τῆς Εὐρώπης, ἔχει ὁδηγήσει ἑκατομμύρια ἀνθρώπων σέ κατάθλιψη καί συχνά σέ ἀπόγνωση. Σήμερα ὅλο καί περισσότερο συνειδητοποιεῖται ὅτι ἡ οἰκονομική αὐτή κρίση εἶναι ἀποτέλεσμα μιᾶς γενικότερης κοινωνικῆς κρίσεως, μιᾶς κρίσεως ἀξιῶν. Ἀποτελεῖ συνέπεια μιᾶς θεωρητικῆς ἀντιλήψεως σχετικά μέ τόν ἄνθρωπο καί τή φύση, ἡ ὁποία, στήν ἐποχή τοῦ εὐδαιμονισμοῦ, κινήθηκε σέ ἐντελῶς διαφορετική κατεύθυνση ἀπό τή χριστιανική. Ἀπωθώντας ἀπό τή συνείδηση τῶν ἀνθρώπων καί τῆς κοινωνίας τήν πίστη στόν Θεό, στόν Θεό τῆς ἀλήθειας, τῆς δικαιοσύνης καί τῆς ἀγάπης, ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος κατέληξε στό συμπέρασμα ὅτι, ἀφοῦ δέν ὑπάρχει Θεός, ὅλα ἐπιτρέπονται.

Ὁ σεβασμός πρός τό ἀνθρώπινο πρόσωπο ἀντικαταστάθηκε ἀπό τή δεσποτεία ἀπροσώπων θεσμῶν καί δυνάμεων. Ὁ τονισμός τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου ὑπεχώρησε δίνοντας τήν ἔμφαση στήν ἀπόλυτη ἐλευθερία τῆς ἀγορᾶς. Ἔτσι, ἀπό κοινωνία ἐλευθέρων προσώπων φθάσαμε στό σημεῖο ὁλόκληροι λαοί νά γίνονται ὑποψήφιοι δοῦλοι ἀπροσώπων ὁμάδων, ἀνωνύμων ἐμπόρων τοῦ χρήματος πού ρυθμίζουν βασικά τίς οἰκονομίες τῶν λαῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι γνωστοί ὡς “ἀγορές”. Αὐτές αὐτονομοῦν τό χρῆμα σάν ἀφηρημένη “λογιστική” ἀξία καί τό ἐμπορεύονται. Στούς πολυσυνθέτους δαιδάλους τῆς παγκοσμιοποιήσεως ἔχουν δημιουργηθεῖ νέες δομές τοῦ χρηματοπιστωτικοῦ συστήματος μιᾶς “εἰκονικῆς οἰκονομίας” πού κανείς κρατικός ἤ ἄλλος πολιτικός θεσμός δέν ἐλέγχει. Ἀντιθέτως, οἱ ἀποφάσεις τῶν ἀγνώστων αὐτῶν παραγόντων, πού δροῦν μέ καλυμμένα πρόσωπα, μποροῦν νά ἀνατινάξουν κράτη καί ἔθνη καί νά καταδικάσουν ἑκατομμύρια ἀνθρώπους στήν ἀνεργία καί τήν κοινωνία στήν ἐξαθλίωση. Ἔτσι, ὅλη ἡ παγκόσμια οἰκονομία ζεῖ πλέον μιά τρομερή δομική κρίση τοῦ χρηματοπιστωτικοῦ συστήματος, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τήν πιό πειστική ἀπόδειξη τῆς κρίσεως ἀξιῶν τῆς κοινωνίας. Ἡ ἀδικία σέ παγκόσμιο ἐπίπεδο κορυφώνεται στό γεγονός ὅτι τό 20% τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ πλανήτη, πού ζεῖ στίς πλούσιες χῶρες, καταναλώνει τό 80% τοῦ πλούτου τῆς γῆς. Συγχρόνως, ἡ οἰκονομική αὐθαιρεσία, ἡ διαφθορά, ἡ ἀδικία καί ἀναλγησία, πού ἄνθησαν μέ ὅποιο οἰκονομικό μοντέλο καί ἄν ἐπεβλήθηκε –καπιταλιστικό ἤ σοσιαλιστικό-, ἔχει ὁδηγήσει ἑκατομμύρια ἀνθρώπων στήν κοινωνική περιθωριοποίηση καί ἐν πολλοῖς στήν ἐξαθλίωση.

2. Στήν ὀδυνηρή αὐτή οἰκονομική κρίση, ἡ Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά μείνει ἁπλός θεατής. Εἶναι ὑποχρεωμένη νά ἀρθρώσει μέ σθένος λόγο προφητικό, πρός τρεῖς κατευθύνσεις.

α) Σθεναρή κριτική στά μέλη τῶν Ἐκκλησιῶν μας γιά τήν ἀσυνεπῆ πρός τίς ἀρχές τοῦ Εὐαγγελίου στάση, γιά τή, μικρή ἤ μεγάλη, συμμετοχή στήν ἀδικία καί τήν κοινωνική διαφθορά. Κινητοποίηση, μέ δημιουργικές πρωτοβουλίες τῶν ἐνοριῶν, τῶν διαφόρων ἐκκλησιαστικῶν ὁμάδων καί ὀργανισμῶν, γιά τήν ἄμεση ἀνακούφιση καί βοήθεια τῶν ἀσθενεστέρων μελῶν τῆς κοινωνίας μας. Δόξα τῷ Θεῷ, στόν τομέα αὐτόν ὑπάρχουν ἤδη σοβαρές ἐκκλησιαστικές δράσεις.

β) Ἄσκηση θαρρετῆς κριτικῆς στά ὑλιστικά ἰδεώδη καί συστήματα πού ἀπεργάζονται τήν ἀδικία γενικότερα καί τήν οἰκονομική κρίση εἰδικότερα. Προσπάθεια νά ἐπηρεασθοῦν οἱ πολιτικές ἡγεσίες. Πρόσκληση σέ διακεκριμένους ἐπιστήμονες καί οἰκονομολόγους νά ἐπεξεργασθοῦν λύσεις, μέ σεβασμό στόν ἄνθρωπο καί τήν ταυτότητα τῶν λαῶν καί συμπαράσταση στίς προσπάθειές τους. Ἡ γενική ἀντίληψη περί ἀνθρώπου καί κτίσεως ἔχει ριζικά ὑποκύψει σέ εὐδαιμονιστικές ἀντιλήψεις. Ἡ Ἐκκλησία καλεῖται νά ὑπερασπισθεῖ τήν ἀξιοπρέπεια τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου ὡς εἰκόνος τοῦ προσωπικοῦ Θεοῦ- καί ἐπίσης τήν ἱερότητα τῆς κτίσεως ὡς δημιουργήματος τοῦ Θεοῦ. Ἡ νοοτροπία ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὁ ἀφέντης τῆς κτίσεως καί ἄρα δικαιοῦται νά καταχρᾶται τό φυσικό περιβάλλον δέν εἶναι ἁπλῶς λανθασμένη, ἀπό ἀπόψεως ὀρθοδόξου εἶναι ἁμαρτία. Σύμφωνα μέ τή χριστιανική πίστη, ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὀργανικό μέρος τῆς κτίσεως καί ὀφείλει νά τή χρησιμοποιεῖ μέ σεβασμό.

γ) Οἱ κατά τόπους ᾽Εκκλησίες ἔχουν τήν εὐκαιρία νά δείξουν εὐρύτερη ἀλληλεγγύη μεταξύ τους ἐπιδρώντας στίς κοινωνίες μέσα στίς ὁποῖες ζοῦν. Π.χ. ἐπηρεάζοντας τούς λαούς τῆς Βορείου Εὐρώπης γιά κατανόηση καί ἀλληλεγγύη πρός τίς δοκιμαζόμενες κοινωνίες τῆς Νοτίου Εὐρώπης. Καί ἀντιστρόφως, περιορίζοντας τά αἰσθήματα πικρίας καί ἀγανακτήσεως τῶν οἰκονομικῶς ἀσθενεστέρων λαῶν τοῦ Νότου, γιά τήν ὑπεροπτική συμπεριφορά ὁρισμένων οἰκονομικά εὐρώστων εὐρωπαϊκῶν κρατῶν. Τά παραδείγματα, προφανῶς, μπορεῖ νά πολλαπλασιασθοῦν λόγω τῶν ἀντιθέσεων πού ὑφίστανται στήν ὑφήλιο μεταξύ οἰκονομικῶς ἰσχυρῶν καί ἀδυνάτων κρατῶν. Οἱ Ἐκκλησίες στίς πλούσιες κοινωνίες δέν δικαιοῦνται νά σιωποῦν -κάποτε καί νά συμπλέουν- καί νά ἀφήνουν νά δεσπόζουν ὑπεροπτικές φωνές πού προσβάλλουν τούς εὑρισκομένους σέ δοκιμασία λαούς.

3. Ἀλλά ἄς ἐπανέλθουμε στόν οἰκεῖο, κοινωνικό μας χῶρο. Πρωταρχικό μας χρέος εἶναι ἡ σοβαρή αὐτοκριτική. Δυστυχῶς, ἡ ἔννοια τῆς κρίσιμης αὐτῆς λέξης ἔχει ἀλλοιωθεῖ. Χρησιμοποιρεῖται συνήθως γιά νά ἐπισημανθοῦν τά λάθη τῶν ἄλλων. Ὅμως, μαζί μέ τίς ἀναμφισβήτητες εὐθύνες τῆς πολιτικῆς καί οικονομικῆς ἡγεσίας, ἐπιβάλλεται νά συνειδητοποιήσουμε τά λάθη πού ἔχουμε διαπράξει ὡς πολίτες. Ἀσφαλῶς, δέν εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὅλοι συλλήβδην ἔχουν τίς ἴδιες εὐθύνες. Πολλοί ἁπλοί ἄνθρωποι εἶναι θύματα καί δέν ἔχουν ὠφεληθεῖ ἀπό τήν εὐημερία πού δημιουργήθηκε μέ χρήματα δανεικά.Ὅμως, ἄν ψάξουμε μέ διεισδυτική ματιά, οἱ περισσότεροι θά ἀνακαλύψουμε καί ἀτομικά σφάλματα καί παραλείψεις. Περιπτώσεις στίς ὁποῖες δέν ἀντισταθήκαμε στή διάχυτη ἀσυδοσία καί τήν κραυγαλέα παραβατικότητα.

Ἐπαναλαμβάνοντας ἁπλῶς τή φράση “κρίση ἀξιῶν”, κινδυνεύουμε νά χαθοῦμε στήν ἀοριστία.Ἡ Ἐκκλησία, “ἔτι καί ἔτι”, καλεῖται νά ὀνομάζει, νά τονίζει, νά ἐπισημαίνει αύτές τίς παγκοσμίου κύρους διαχρονικές ἀξίες: τή δικαιοσύνη, μέ τή σαφῆ ἔννοια: “Πάντα οὖν ὅσα ἄν θέλητε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, οὕτω καί ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς” (Ματθ. 7:12). Ἐπίσης, τήν ἀλήθεια, τήν ἀξία τοῦ μέτρου, τή συμφιλίωση, τήν ἀγάπη σέ ὅλες της τίς ἐκφράσεις καί διαστάσεις.

4. Ἡ αὐτοκριτική ὅμως δέν ἀρκεῖ. Οὔτε ὁ ρόλος τῆς Ἐκκλησίας ἐπιτρέπεται νά περιορισθεῖ σέ περιγραφές πού στηλιτεύουν ἀόριστα τούς παραβάτες. Ὁ προφητικός της λόγος πρέπει, χωρίς περιστροφές, νά καλεῖ σέ μετάνοια. Γιά πολλούς συγχρόνους, ἡ λέξη “μετάνοια” ἠχεῖ πολύ θρησκευτική, παρωχημένη. ᾽Εν τούτοις, παραμένει διαχρονικά ἐπίκαιρη καί ἐπαναστατική, ἀπό τότε πού τήν ἀνέδειξε πυρήνα τοῦ Εὐαγγελίου Του ὁ Κύριός μας, ὁ Ἰησοῦς Χριστός: “Μετανοεῖτε” (Μάρκ. 1:15), ἀλλάξετε νοῦ, συμπεριφορά, τρόπο μέ τόν ὁποῖο ἀντικρύζετε τή ζωή, ἐπαναλαμβάνει. Μόνο μέ ἀλλαγή νοῦ καί καρδιᾶς μποροῦμε νά σταματήσουμε συνήθειες καί πάθη πού ἀρρωσταίνουν τήν κοινωνία μας. Ἡ οἰκονομική καί ἠθική κρίση, πού παρουσιάζεται στήν πλειονότητα τῶν λαῶν καί κρατῶν, σχετίζεται μέ σαφῆ αἴτια, πού ἔχουν ὄνομα καί συγκεκριμένες μορφές. Περιορίζομαι νά ἐπισημάνω τρεῖς ρίζες τῆς διαφθορᾶς ἡ ὁποία εἶναι ἡ μητέρα τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως.

α) Πλεονεξία. Αὐτή, κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο, εἶναι“εἰδωλολατρία” (Κολοσ. 3:5), ἄρνηση τῆς λατρείας πρός τόν ἀληθινό Θεό. Ὁ πλεονέκτης ἀδιαφορεῖ γιά τή νομιμότητα τῶν μεθόδων. Ἡ ἀπληστία του παίρνει ὅλο καί νέες ἀνεξέλεγκτες μορφές.Μέ ἐκφραστικό τρόπο, ὁ Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν ἐπισημαίνει:”οἱ δέ βουλόμενοι πλουτεῖν ἐμπίπτουσιν εἰς πειρασμόν καί παγίδα καί ἐπιθυμίας πολλάς ἀνοήτους καί βλαβεράς, αἵτινες βυθίζουσι τούς ἀνθρώπους εἰς ὄλεθρον καί ἀπώλειαν. Ρίζα γάρ πάντων τῶν κακῶν ἐστιν ἡ φιλαργυρία” (Α΄ Τιμ. 6:9). Ὁ ἰός τῆς φιλαργυρίας στή σύγχρονη ἐποχή μεταλλάσσεται καί μεταδίδεται σέ ὅλα τά κοινωνικά στρώματα. Ἡ λεγομένη καταναλωτική κοινωνία ἔφθασε στήν καταναλωτική ὑστερία. Ἰδανικό καί σκοπός τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου κάθε τάξεως ἔγινε ἡ ἀλόγιστη συσσώρευση ὑλικῶν ἀγαθῶν, συχνά περιττῶν, μέ ἀδιαφορία γιά τό φυσικό περιβάλλον.

Τήν ἀπληστία αὐτή, ἡ ὁποία εἶναι αἰτία καί τῆς σύγχρονης οἰκολογικῆς κρίσεως, εἶχε στηλιτεύσει πρίν ἀπό 16 αἰῶνες ἕνας μεγάλος θεολόγος, πατέρας καί διδάσκαλος τῆς μιᾶς καί ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, τονίζοντας: “Κάνε χρήση ἀλλά ὄχι κατάχρηση. Ἄφησε τόν ἑαυτό σου νά ἀπολαύσει, ἀλλά μέ μέτρο. Μή γίνεσαι ὄλεθρος ὅλων τῶν ζώων πού ζοῦν στή γῆ καί στή θάλασσα” (Ὁμιλία περί Εὐποιΐας, 383 μ. Χ.).

β) Ἡ ἑπόμενη ρίζα τῆς διαφθορᾶς εἶναι τό ψέμα. Μέ τό ψέμα ἐπῆλθε ἡ πτώση τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, μᾶς πληροφορεῖ τό πρῶτο κεφάλαιο τῆς Ἁγίας Γραφῆς (Γεν. 3:1), ἐνῶ τό τελευταῖο ἐπιμένει ὅτι θά μείνει ἔξω ἀπό τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ “πᾶς ὁ φιλῶν καί ποιῶν ψεῦδος”(Άποκ. 22:15). Τό ψέμα, τελικά, ὑπονομεύει κάτι τό πιό σημαντικό, τή δυνατότητα νά ἀγαποῦμε. Φαίνεται ἴσως κάπως παράδοξο αὐτό. Ὅπως, διεισδυτικά, ὁ Ντοστογιέφσκυ ἐξηγεῖ, βάζοντας στό στόμα τοῦ στάρετς Ζωσιμᾶ αὐτή τή συμβουλή: “Καί τό κυριότερο ἀπ᾽ ὅλα, μή λέτε ψέματα … Τό κυριότερο εἶναι νά μήν λέτε ψέματα στόν ἴδιο τόν ἑαυτό σας. Αὐτός πού λέει ψέματα στόν ἑαυτό του καί πιστεύει στό ἴδιο του τό ψέμα φτάνει στό σημεῖο νά μήν βλέπει καμμιάν ἀλήθεια, οὔτε μέσα του οὔτε καί στούς ἄλλους –καί ἔτσι χάνει κάθε ἐκτίμηση γιά τούς ἄλλους καί κάθε αὐτοεκτίμηση. Μήν ἐκτιμώντας κανέναν, παύει νά ἀγαπάει. Καί μήν ἔχοντας τήν ἀγάπη, ἀρχίζει νά παρασέρνεται ἀπό τά πάθη καί τήν ἀκολασία …. Αὐτός πού λέει ψέματα στόν ἑαυτό του εἶναι αὐτός πού προσβάλλεται πρῶτος. Γιατί καμμιά φορά εἶναι πολύ εὐχάριστο νά νιώθει κανείς προσβεβλημένος. Ἔτσι δέν εἶναι;” (Ἀδελφοί Καραμαζώφ, Τόμος Α΄).

γ) Τό κατ᾽ ἐξοχήν, πάντως, ἐπικίνδυνο, εἶναι ἡ φιλαυτία, ὁ ἐγωκεντρισμός, ἡ αἰχμαλωσία στό ἐγώ μας, ἡ λατρεία τοῦ ἀτομικοῦ συμφέροντος, τοῦ οἰκογενειακοῦ, τοῦ τοπικοῦ, τοῦ ἐθνικοῦ. Τό ἀντίδοτο σ᾽ αὐτό παραμένει ἡ δικαιοσύνη μαζί μέ τήν ἀλληλεγγύη καί τήν αὐτοθυσία.

Τό μυστικό γιά νά βρεῖ κανείς τόν ἑαυτό του εῖναι νά τόν προσφέρει. Ὁ τονισμός καί ἡ βίωση αὐτῆς τῆς ἀξίας παραμένει ἡ κατ᾽ ἐξοχήν προσφορά τῆς Ἐκκλησίας: Ἡ συμπαράσταση πρός τούς θλιβομένους, ἔστω καί ἄν εὐθύνονται οἱ ἴδιοι γιά λάθη καί παραλείψεις τους (πβ. Ματθ. 25:35-40). Κανείς ἄλλος θεσμός δέν μπορεῖ νά ἐμπνεύσει καί νά προσφέρει ἀγάπη καί αὐτοθυσία. Στό κλασικό ”cognito ergo sum” (“σκέπτομαι, ἄρα ὑπάρχω”), ἡ Ἐκκλησία, ἀντλώντας ἀπό τίς καλύτερες σελίδες τῆς ἱστορίας της, προσθέτει: “ἀγαπῶ, ἄρα ὑπάρχω”, κατά τό πρότυπο τῆς ἐν ἀγάπῃ καί ἀλληλοπεριχωρήσει ὑπάρξεως τῆς Ἁγίας Τριάδος.

5. Μετά τόν κριτικό λόγο καί τόν τονισμό τῆς προσωπικῆς εὐθύνης, ἡ Ἐκκλησία ὀφείλει νά προσφέρει ἕνα μήνυμα αἰσιοδοξίας καί ἐλπίδος. Ἡ κρίση μπορεῖ νά γίνει μιά ἰδιαίτερη εὐκαιρία πνευματικῆς ἀνανεώσεως. Ὁ πυρετός τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως καθώς καί τῆς οἰκολογικῆς ἀποκαλύπτει ὅτι ὑπάρχει μία γενικότερη ἀσθένεια πού ἀπειλεῖ τήν ἐπιβίωση τῆς ἀνθρωπότητος.

Ἡ σύγχρονη οἰκονομική κρίση, παρά τήν ὀδύνη καί τήν ἀμηχανία πού ἔχει προκαλέσει σέ ἑκατομμύρια ἀνθρώπους, τόσο τῶν ὑπανάπτυκτων ὅσο καί τῶν ἀνεπτυγμένων κρατῶν, δίνει μιά ἐξαιρετική δυνατότητα γιά διορθωτικές ἀλλαγές σέ κρίσιμους τομεῖς τῆς παγκόσμιας, τῆς ἐθνικῆς καί προσωπικῆς μας ζωῆς. Οἱ χριστιανοί καλούμεθα νά πρωτοστατήσουμε σ᾽ αὐτές τίς προσπάθειες, ὅπως τό κάναμε (μέ πρωταγωνιστή τό Π.Σ.Ε.) στίς περιπτώσεις τοῦ ρατσισμοῦ καί τῆς βίας. Ἀσφαλῶς, δέν ἐξαλείφθηκαν μέ τήν κριτική καί τή δράση μας. Ὅμως ἐπετεύχθη μιά εὐρύτερη συνειδητοποίηση τῆς ἀνάγκη καταπολεμήσεώς τους.

Δέν εἶναι ἡ πρώτη φορά πού ἡ Ἐκκλησία βρίσκεται ἀντιμέτωπη μέ κρίσεις. Οἱ τραγικές συγκρούσεις καί ἐμπειρίες τῶν παγκοσμίων πολέμων τοῦ 20οῦ αἰῶνος ξύπνησαν τίς συνειδήσεις καί ὁδήγησαν στήν κατάργηση τῆς ἀποικιοκρατίας, τῶν φασιστικῶν συστημάτων, τῶν ρατσιστικῶν ἰδεολογιῶν καί, τελικά, στήν κατάρρευση τοῦ κομμουνισμοῦ στίς περισσότερες χῶρες. Στή διάρκεια μεγάλων δοκιμασιῶν, ὁπότε οἱ κοινωνίες φθάνουν σέ ὁριακά σημεῖα ἀντοχῆς, ἀναδύονται σπάνιες ἀρετές κρυμμένες στήν καρδιά τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἡ φιλαλήθεια, ἡ γενναιότητα, ἡ ἀνεκτικότητα, ἡ συγχωρητικότητα, ἡ αὐταπάρνηση, ἡ δικαιοσύνη, ἡ φιλαλληλία. Αὐτά καί σήμερα ἀποτελοῦν πολύτιμα ἀντισώματα στίς λιποθυμικές τάσεις τοῦ κοινωνικοῦ μας σώματος. Καί αὐτά πρέπει, μέ ἐπιμονή καί σύστημα νά ἐνεργοποιήσει σήμερα ἡ Ἐκκλησία.

Ἄμεσο χρέος μας εἶναι νά στηρίξουμε τήν ἐλπίδα καί τήν ἀντοχή τῶν μελῶν μας καί τῶν λαῶν μας, καί μέ εἰλικρινῆ σεβασμό στήν ἀξία τοῦ κάθε ἀνθρωπίνου προσώπου καί τοῦ κάθε ἔθνους, νά ἀγωνισθοῦμε γιά τή δίκαιη ὑπέρβαση τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως, γιά μιά οὐσιαστική ἀλληλεγγύη μέσα στήν κοινωνία μας καί μεταξύ τῶν λαῶν τῆς οἰκουμένης.








Αρέσει σε %d bloggers: